ΣΥΡΙΖΑ

Αναστοχασμός των τρεχουσών στρατηγικών

Η αναψηλάφηση των μέχρι σήμερα πεπραγμένων και ο αναστοχασμός πάνω στις τρέχουσες στρατηγικές δεν μπορεί παρά να αποτελούν κυρίαρχα πεδία της εσωκομματικής συζήτησης, όσο πλησιάζουμε προς το δεύτερο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να μιλήσουμε για το μέλλον, μόνο έτσι η κορυφαία αυτή κομματική διαδικασία δύναται να αποτελέσει σημαντικό εφαλτήριο για τα επόμενα βήματα μιας μαραθώνιας διαδρομής -που δεν ξεκίνησε, βεβαίως, στις 25 Ιανουαρίου 2015, ημέρα της πρώτης εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ (και της Αριστεράς στην Ευρώπη), αλλά η αφετηρία της συναντάται πολύ πιο πίσω: σε αγώνες και προσπάθειες, που διέτρεξαν όλο τον προηγούμενο αιώνα. Μόνο έτσι το συνέδριο δεν θα αποδειχθεί μια χαμένη ευκαιρία -και οι ευκαιρίες δεν προσφέρονται αφειδώς.

 

Η σχέση μας με το λαό

Σε μια τέτοια συζήτηση, οι ερωτήσεις, εκ πρώτης όψεως, μοιάζουν περισσότερες από τις απαντήσεις. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό: για να μπορέσουν να υπάρξουν ικανοποιητικές απαντήσεις, προϋπόθεση είναι τα εύστοχα ερωτήματα. Ας τα αναζητήσουμε, λοιπόν..

Ιεραρχώντας τα διακυβεύματα του συνεδρίου, σε περίοπτη -κατά την άποψή μου θέση- βρίσκεται η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με το λαό. Πώς προσδιορίζεται; Έχει μεταλλαχθεί και σε ποιο βαθμό; Για να σκιαγραφήσουμε σωστά αυτή τη σχέση, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι για την αριστερά ο λαός δεν είναι ένα άμορφο συνονθύλευμα ανθρώπων, ένα άθροισμα ατόμων που ρέπουν άλλοτε προς τη μία και άλλοτε προς την άλλη κατεύθυνση, ακολουθώντας άκριτα τις βουλές και τις προτροπές κάποιων ηγετών: μια τέτοια αντιμετώπιση υποβαθμίζει τους πολίτες σε όχλο, που μόνη αποστολή έχει να χειροκροτεί, να αποδοκιμάζει ή έστω, σε πιο καλές περιπτώσεις, να ψηφίζει μια φορά στα τέσσερα χρόνια.

Αντιθέτως, για την Αριστερά, ο λαός διαστρωματώνεται σε τάξεις, που έχουν αλληλοσυγκρουόμενα οικονομικά συμφέροντα (για αυτό και αφηρημένες αφηγήσεις εθνικής συναίνεσης, χωρίς ταξικά χαρακτηριστικά, δεν είναι αριστερές αφηγήσεις) και στις τάξεις αυτές αντιστοιχεί ο ρόλος του υποκειμένου της ιστορίας. Συναποτελούνται από πολίτες που δρουν και αλλάζουν τον κόσμο γύρω τους, καθημερινά, δύσκολα, βήμα-βήμα, συμμαχώντας -ενίοτε- και με διαφορετικά ταξικά συμφέροντα, άλλοτε έχοντας και άλλοτε χωρίς να έχουν ξεκάθαρες ιδέες και σκοπούς.

Σε μια τέτοια διαδικασία, ο ρόλος του ριζοσπαστικού, κινηματικού, αριστερού κόμματος, είναι ο ρόλος του συντονιστή, που όμως δεν κατέχει την απόλυτη αλήθεια. Του συλλογικού διανοητή, που οφείλει, μεταξύ άλλων, να αφυπνίζει και την ταξική συνείδηση, με τέτοιο τρόπο ώστε ο ευκταίος κοινωνικός μετασχηματισμός να συντελείται όσο το δυνατόν συνειδητά και όχι τυχαία. Όταν, μάλιστα, η Αριστερά -όπως στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ- βρίσκεται στην κυβέρνηση, οφείλει την εξουσία που κατέχει να τη χρησιμοποιεί προωθώντας τα ταξικά συμφέροντα, παίρνοντας αποφάσεις και σχεδιάζοντας επιτελικές δράσεις όχι στο όνομα, αλλά με την ενεργή συμμετοχή του λαού, συμβάλλοντας έτσι στη χειραφέτησή του.

Αν συμφωνούμε σε αυτήν την απλουστευμένη «αποστολή» των αριστερών κοινωνικών δυνάμεων, που σκιαγραφήθηκε παραπάνω, ποια είναι η σωστή διατύπωση του ερωτήματος, στο οποίο το συνέδριο πρέπει να κληθεί να απαντήσει; Ας επιχειρήσω να το αποκρυσταλλώσω ως εξής: με ποιο τρόπο -στις νέες συνθήκες- θα οικοδομηθούν οι δεσμοί του ΣΥΡΙΖΑ με την κοινωνία, γενικά -και ειδικότερα με τα πιο ευάλωτα κομμάτια της- ώστε αφενός να διευκολύνεται η ενεργή λαϊκή συμμετοχή, ταυτοχρόνως, όμως, η συμμετοχή αυτή να αποκτά ριζοσπαστικά και ανατρεπτικά χαρακτηριστικά;

 

Ένα ερώτημα με πολλές απαντήσεις

Αν το ερώτημα σωστά διατυπώνεται έτσι, δεν είναι δυνατόν η απάντηση να είναι συμφωνίες κορυφής με προβεβλημένα στελέχη νυν ή τέως κοινοβουλευτικών σχηματισμών, ούτε η άκριτη αποδοχή νέων μελών σε κομματικές οργανώσεις. Αντιθέτως, ένα τέτοιο ερώτημα φωτίζει, ίσως, διαφορετικά τις απαιτήσεις που έχουμε ως προς το ρόλο του κόμματος σε σχέση με την κυβέρνηση, αλλά και σε σχέση με την κοινωνία. Ένα τέτοιο ερώτημα θέτει, επίσης, κριτήρια ως προς τους όρους διολίσθησης σε αποφάσεις που λαμβάνονται εξαιτίας εξωτερικών, αλλά και εσωτερικών εκβιασμών, θέτει δηλαδή κριτήρια ως προς τους όρους χάραξης των «κόκκινων γραμμών», που απορρίπτουμε, αλλά και των «κόκκινων οδοσημάτων της μεγάλης πορείας», που κατά προτεραιότητα θέτουμε σε κάθε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, έτσι ώστε ποτέ να μην χάνεται η μεγάλη εικόνα και η τελική στόχευση. Ένα τέτοιο ερώτημα αναδεικνύει διαφορετικά την αναγκαιότητα του παράλληλου προγράμματος, δίνοντάς του επιπλέον χαρακτηριστικά: η αναχαίτιση της ανθρωπιστικής κρίσης αποτελεί επείγουσα ανάγκη, αλλά το παράλληλο πρόγραμμα της Αριστεράς -υπερβαίνοντας κάθε αντίληψη φιλανθρωπίας- οφείλει παράλληλα και με εξίσου επείγοντα τρόπο, να προωθεί θεσμικά και έμπρακτα την προαναφερθείσα λαϊκή συμμετοχή και χειραφέτηση. Το ίδιο ερώτημα μπορεί να ενταχθεί στη συζήτηση και σε πολλά άλλα θέματα: πώς προωθείται η αλλαγή συσχετισμών στους χώρους της εργασίας, πώς υπηρετείται η αντίληψη του κοινωνικού ελέγχου, πώς επανοργανώνεται το κράτος, πώς και γιατί μιλάμε για κοινωνικούς συνεταιρισμούς, πώς προστατεύονται τα δικαιώματα των πλειοψηφιών, αλλά και των μειοψηφιών, πώς γίνεται κτήμα της λαϊκής καθημερινότητας το αξιακό φορτίο της αριστεράς, πώς χαράσσεται η πολιτική στο χώρο της παιδείας και του πολιτισμού, πώς οικοδομούνται οι σχέσεις με την Ευρώπη. Είναι δηλαδή ένα ερώτημα πολλαπλής ανάγνωσης. Ως εκ τούτου, ιδιαίτερης σημασίας οι πολλαπλές απαντήσεις που μπορεί να λάβει.

Η Αννέτα Καββαδία είναι βουλευτής Β’ Αθήνας του ΣΥΡΙΖΑ και δημοσιογράφος.

Πηγή: Η Εποχή