Συνεντεύξεις

Αλέξης Χαρίτσης: Όλοι συνομολογούν ότι αυτός είναι ο οδικός χάρτης

Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός

Μπορούμε να μιλήσουμε για μια στροφή στη στάση των δανειστών;
Δεν είναι μία στροφή των ίδιων των δανειστών. Συνδέεται περισσότερο με το γεγονός, ότι η κυβέρνηση πέτυχε τους στόχους της στο δημοσιονομικό επίπεδο, και στο μακροοικονομικό και κυρίως, αυτό είναι πολύ σημαντικό, στο παραγωγικό. Το γεγονός, δηλαδή ότι έχουμε σειρά από δείκτες, οι οποίοι εμφανίζουν πολύ σημαντική βελτίωση και στα τρία επίπεδα. Το παραγωγικό επίπεδο πολλές φορές μένει εκτός δημόσιας συζήτησης. Πρόκειται για ποιοτικούς δείκτες οι οποίοι δείχνουν ότι υπάρχει μια σταδιακή παραγωγική αναδιάρθρωση όπως η επίδοση των εξαγωγών, η ενίσχυση της βιομηχανικής – μεταποιητικής δραστηριότητας, η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας που για μας είναι πάρα πολύ σημαντικό, η ενίσχυση των άμεσων ξένων επενδύσεων. Όλο αυτό είναι κάτι το οποίο, πλέον, υπάρχει και είναι ορατό σε όλους, βεβαίως, και στους δανειστές και όλους τους διεθνείς παράγοντες. Έχει συμβάλει αποφασιστικά και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας αλλά και στη βελτίωση του κλίματος των σχέσεων μαζί τους.

Ο οδικός χάρτης που έχει η κυβέρνηση, όπως έξοδος στις αγορές, έξοδος από το μνημόνιο, ολοκλήρωση τρίτης αξιολόγησης κτλ προεξοφλείται, βλέποντας τους σχεδιασμούς τους, και από τον επιχειρηματικό κόσμο;
Συνομολογείται, σχεδόν απ’ όλους, αν εξαιρέσει κανείς την αξιωματική αντιπολίτευση και τα μέσα που επηρεάζει, ότι αυτός είναι ο οδικός χάρτης. Αυτό  δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι συμφωνούμε με όλους και στο περιεχόμενο των βημάτων για να φθάσουμε εκεί όπως φάνηκε πρόσφατα και με τις τοποθετήσεις του ΣΕΒ για τις εργασιακές σχέσεις, αλλά είναι σημαντικό ότι το πλαίσιο το οποίο ακολουθείται, και μπορεί να μας οδηγήσει στην έξοδο, πλέον τυγχάνει ευρύτατης αποδοχής και αυτό είναι πολιτική επιτυχία της κυβέρνησης. Συγχρόνως, διαμορφώνει και συνθήκες στην οικονομία που βελτιώνουν ακόμη περισσότερο το κλίμα που αποτυπώνεται ήδη στους δείκτες. Σιγά – σιγά, και χωρίς βεβαίως να λέμε μεγάλα λόγια γιατί αυτό χρειάζεται πάρα πολλή δουλειά, δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη μετά από μια τέτοια κρίση, αχνοφαίνεται και μια σταδιακή τάση επιστροφής μιας στοιχειώδους αισιοδοξίας στον κόσμο για την επόμενη μέρα. Για το τι θα γίνει μετά, κάτι πολύ κρίσιμο για μας.

Η αντιμετώπιση δομικών παθογενειών

Σ’ αυτό δίνει μεγάλη έμφαση και ο πρωθυπουργός. Να μεταβούμε δηλαδή σε ένα παραγωγικό μοντέλο διαφορετικό από αυτό που μας οδήγησε στην κρίση. Υπηρετείται αυτό; Έχει αρχίσει η θεμελίωσή του;
Αυτό που λέει ο πρωθυπουργός αποτυπώνει και την κυρίαρχη αντίληψη, πλέον, της ελληνικής κοινωνίας. Την ανάλυση αυτή για την κρίση εμείς, βεβαίως, την κάνουμε εδώ και χρόνια και γι’ αυτό είχαμε λοιδορηθεί. Η κρίση, λέγαμε, είναι δημοσιονομική, αλλά είναι και κρίση της δημόσιας διοίκησης, λειτουργίας των θεσμών, του παραγωγικού μοντέλου, που προϋπήρχαν της δημοσιονομικής. Τώρα  καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε ταυτοχρόνως και τις δυο αυτές κρίσεις. Από μια άποψη η αντιμετώπιση των δομικών παθογενειών, που υπάρχουν τριάντα – σαράντα χρόνια, είναι το πιο δύσκολο σκέλος της δουλειάς. Θέλει χρόνο αυτό, αλλά νομίζω ότι εμείς πρέπει να παραμείνουμε πολύ προσηλωμένοι. Αυτή η δουλειά αφορά, πχ μια και μιλάμε για το παραγωγικό πεδίο, την προσπάθεια για την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση όλων των χρηματοδοτικών εργαλείων που έχουμε στη διάθεσή μας. Αυτό το βλέπουμε και στις περιοδείες που κάνουμε σ’ όλη την Ελλάδα. Από το 1986 και μετά, όταν ξεκίνησαν τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, δαπανήθηκε ποσό που υπερβαίνει τα 200 δισ. ευρώ και αυτό δεν οδήγησε, τελικά, ούτε στη δημιουργία, μιας στιβαρής παραγωγικής βάσης αλλά ούτε και στην επίλυση βασικών προβλημάτων υποδομών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο που είναι απαραίτητο για να μιλήσουμε για αποκέντρωση, περιφερειακή ανάπτυξη, αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων των τοπικών κοινωνιών, κ.τ.λ. Αυτό έφερε την ελληνική οικονομία σε αδιέξοδο.

Γεννήθηκαν, βεβαίως, και εισοδήματα …
Γεννήθηκαν εισοδήματα και παράχθηκαν, μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία, κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις με ευρύτερα κοινωνικά και παραγωγικά στρώματα, μέσα από μια τέτοιου τύπου διαχείριση σημαντικότατων κονδυλίων, συναινέσεις σε ένα πολιτικό σύστημα που λειτουργούσε μ’ αυτό τον τρόπο. Προσπαθούμε, τώρα, να κόψουμε, ακριβώς, αυτό τον δεσμό. Αυτό το μοντέλο έφθασε στα όριά του, δεν μπορεί να συνεχιστεί. Η κρίση, νομίζω, βοήθησε να το αντιληφθεί πολύ περισσότερος κόσμος, που υπερβαίνει την επιρροή μας. Το βλέπουμε αυτό στις συναντήσεις που κάνουμε με εκπροσώπους των τοπικών κοινωνιών και στα περιφερειακά συνέδρια. Κόσμος πολύς αντιλαμβάνεται ότι, καταρχάς, πρέπει να υπάρχει ένα συγκροτημένο στρατηγικό αναπτυξιακό σχέδιο.
Έχουμε πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα, όπως τώρα στα Γιάννενα, στο τελευταίο περιφερειακό συνέδριο, μιας παντελούς απουσίας σχεδιασμού. Δεν μπορεί, πχ, να σχεδιάζεται ένας μεγάλος οδικός άξονας, όπως η Ιόνια οδός, και να μην προβλέπεται να συνδεθεί με τα βασικά παραγωγικά κέντρα, πχ βιομηχανικές περιοχές, ή ότι θα φθάσει έως τα σύνορα για να συνδεθεί με τα διευρωπαϊκά δίκτυα. Επικράτησαν κριτήρια εξυπηρέτησης συμφερόντων και όχι ένας σχεδιασμός που θα είχε πολλαπλασιαστικά οφέλη. Αντίστοιχα παραδείγματα συναντάμε σ’ όλη τη χώρα, και σε πιο τοπικό επίπεδο ακόμη, όπου απουσιάζουν βασικές υποδομές. Κάτι αδιανόητο σε μια ευρωπαϊκή χώρα του 21ου αιώνα.

Ενίσχυση μικρομεσαίων επιχειρήσεων

Πώς μπορεί να καλυφθεί αυτό το κενό;
Η δουλειά που γίνεται τώρα για την αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων και των δυνατοτήτων που μας δίνει πλέον ο κρατικός προϋπολογισμός εστιάζει κυρίως σε αυτά τα δομικά προβλήματα. Τόσο στο επίπεδο των τοπικών υποδομών, όσο και σ’ αυτό της ενίσχυσης της μικρομεσαίας επιχείρησης. Αυτό είναι κρίσιμο διότι ειδικά μετά τα χρόνια της κρίσης οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν δεχθεί τη μεγαλύτερη επιβάρυνση, ως παραγωγικό κομμάτι, λόγω της αδυναμίας του τραπεζικού συστήματος, σε αντιπαραβολή με μεγάλα παραγωγικά σχήματα και επιχειρήσεις που έχουν περισσότερες δυνατότητες πρόσβασης σε ρευστότητα. Το επιχειρούμε με έναν καλύτερο σχεδιασμό και στοχευμένες χρηματοδοτικές παρεμβάσεις, όχι οριζόντιες όπως στο παρελθόν. Όταν, πχ, λέμε να βοηθήσουμε την οικονομία να γίνει περισσότερο εξωστρεφής – που είναι βασικό στοιχείο του σχεδιασμού μας –σημαίνει προγράμματα που παρέχουν κίνητρα σε επιχειρήσεις να γίνουν περισσότερο εξαγωγικές, τα οποία ήδη υλοποιούμε.
Επιπρόσθετα, στους τρεις τελευταίους αναπτυξιακούς νομούς οι πόροι κατά 95% ενίσχυαν επενδύσεις πολύ χαμηλής και χαμηλής τεχνολογίας, άρα δεν γινόταν τεχνολογική αναβάθμιση των επιχειρήσεων. Τώρα αυτό το αλλάζουμε συνδέοντας την ερευνητική δουλειά στα πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρύματα με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ώστε να παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες υψηλότερης ποιότητας για να σταθούν στον διεθνή ανταγωνισμό. Οι ίδιες οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πολύ θετικά αυτή τη στροφή. Εξάλλου αν θέλουμε καλές, εξειδικευμένες, πλήρους απασχόλησης θέσεις εργασίας πρέπει να ενισχυθεί ο δευτερογενής τομές, η βιομηχανία. Εκεί ακριβώς εστιάζει ο νέος Αναπτυξιακός Νόμος.

Αυτό έχει προκαλέσει και διαφωνίες και συζήτηση μέσα στον κόσμο των επιχειρήσεων όπως φαίνεται.
Προκύπτει και από δημόσιες τοποθετήσεις πλέον, που αναγνωρίζουν την προσπάθεια και τη στροφή πολιτικής. Το ότι προκαλεί, ενδεχομένως έντονη συζήτηση στους κόλπους των συνδέσμων των επιχειρηματιών – μέχρι και αντιπαραθέσεις – μπορεί να αποδειχθεί πάρα πολύ παραγωγικό γιατί ανοίγει ένας διάλογος για το ποιο πρέπει να είναι το παραγωγικό μοντέλο που πρέπει να ακολουθήσουμε. Αυτό που είχαμε τα προηγούμενα χρόνια στηριζόταν στον υπερδανεισμό, στην εσωτερική κατανάλωση και σε επενδύσεις χαμηλής τεχνολογίας. Πρέπει ν’ αλλάξει. Ως στόχος αγγίζει πολύ ευρύτερες δυνάμεις.
Έρχεται, πχ, παραγωγικός κόσμος στα περιφερειακά συνέδρια γιατί ενδιαφέρεται, δεν έχει ξαναγίνει αυτή η συζήτηση. Πέρα από τους θεσμούς, τους φορείς προσέρχονται και μεμονωμένοι πολίτες και αυτό είναι το σημαντικό. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι μια άλλη κρίση είναι κι αυτή της εκπροσώπησης. Προσέρχονται, λοιπόν, ιδίως νέοι αυτοβούλως όχι ως εκπρόσωποι. Το πώς θα αξιοποιήσουμε όλο αυτό το δυναμικό, πώς θα συνεχίσει ο διάλογος και μετά τα συνέδρια είναι στοίχημα για μας.

Εκκρεμεί και το Εθνικό Αναπτυξιακό Σχέδιο. Πώς θα φθάσουμε σε αυτό;
Είναι μια διαδικασία που ξεκίνησε η κυβέρνηση. Τίθενται κάποιες προτεραιότητες, κατεβαίνουν σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και για να εξειδικευθούν βάσει των ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής – εμείς δεν θεωρούμε ότι υπάρχουν πάντα οριζόντιες λύσεις – και να εμπλουτισθούν από το υλικό των περιφερειακών συνεδρίων. Όλο αυτό το υλικό θα συναρθρωθεί, θα εμπλουτιστεί και θα οδηγήσει στην εκπόνηση ενός πλήρους σχεδίου.

Νέα προγράμματα ΕΣΠΑ

Ας έλθουμε στο ΕΣΠΑ. Η κριτική που ασκείται στην κυβέρνηση δεν είναι στην ποιότητα των έργων, όσο για τις καθυστερήσεις κτλ. Είναι εύκολο, πλέον, να μπεις, όμως δύσκολα φτάνεις στην εκταμίευση.
Το γεγονός ότι δεν ασκείται κριτική για την ποιότητα των προγραμμάτων και το σχεδιασμό είναι θετικό και τυγχάνει της αναγνώρισης από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους – άνεργους, επιχειρηματίες, εργαζόμενους. Γιατί πέρα από την ποιότητα σημαντικό είναι και το άνοιγμα των προγραμμάτων σε κόσμο που μέχρι τώρα ήταν απ’ έξω. Ως προς τις καθυστερήσεις μπορούμε να κάνουμε δυο συγκρίσεις. Με την προηγούμενη προγραμματική περίοδο, η σύγκριση είναι πολύ θετική για μας. Απορροφήσαμε 11,5% έναντι 1,5%. Ειδικά στο κομμάτι για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα δεν είχε γίνει καμιά εκταμίευση. Η δεύτερη σύγκριση είναι με άλλες χώρες. Στις περισσότερες δεν έχουν ακόμη προκηρυχθεί τα προγράμματα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Φυσικά, θέλουμε να τρέξουν τα προγράμματα γρηγορότερα. Όμως, να γνωρίζουμε ότι καλούμαστε, ειδικά τη νέα προγραμματική περίοδο, για πρώτη φορά, και η μοναδική χώρα από τις 28, να υλοποιήσουμε ένα νέο πληροφοριακό σύστημα πολύ βαρύ, γραφειοκρατικό, χρονοβόρο γιατί η Επιτροπή μετά τα κρούσματα διαφθοράς και διασπάθισης χρήματος που υπήρξαν στην Ελλάδα, την ανάγκασε, όταν εγκρίθηκαν τα προγράμματα, τον Σεπτέμβρη του 2014 να τα υλοποιήσει μέσω ενός πολύ απαιτητικού συστήματος.
Έγινε μεγάλη προσπάθεια και συζητήσεις με την Επιτροπή για την απλοποίηση όσο είναι δυνατό και ελάφρυνση του συστήματος. Το ότι πετύχαμε να είμαστε πρώτοι σε απορρόφηση τα προηγούμενα χρόνια ενίσχυσε την αξιοπιστία μας και έτσι έχουμε τη δυνατότητα να διαπραγματευθούμε την ελάφρυνση. Πληρώνουμε τα λάθη του παρελθόντος. Στη Γενική Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων υποθέσεις έχουν παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη.

Επαναλειτουργία της βιομηχανίας

Να δούμε λίγο περισσότερο τη βιομηχανία που είναι και στην ευθύνη σου;
Πηγαίνουμε σε περιοχές, και με τα περιφερειακά, οι οποίες έχουν ζήσει την αποβιομηχάνιση, ήδη πριν την κρίση. Γίνεται μια μεγάλη προσπάθεια με τα χρηματοδοτικά εργαλεία τα οποία κατευθύνουμε κυρίως προς τη βιομηχανία και τη μεταποίηση. Στην Ήπειρο, πχ, όπου το 55% των αιτήσεων στον αναπτυξιακό νόμο αφορά μεταποιητικές επιχειρήσεις αγροδιατροφής. Και συνολικά στην Ελλάδα είναι άνω του 50%. Προχωρούμε σε θεσμικές παρεμβάσεις για σύσταση, αδειοδότηση και έλεγχο. Προσπαθούμε κατευθύνοντας πόρους και στις οργανωμένες βιομηχανικές συγκεντρώσεις, τις ΒΙΠΕ, οι οποίες είχαν αφεθεί στην τύχη τους. Προχωρούμε σε παρεμβάσεις αναβάθμισης και επέκτασής τους  όπως πχ σε αυτή των Οινόφυτων.

Τι γίνεται με τις προβληματικές βιομηχανίες, κάθε είδους;
Είναι ένα δύσκολο ζήτημα. Παρ’ όλα αυτά, στο πλαίσιο και της Διϋπουργικής Επιτροπής για τις επενδύσεις, δημιουργήσαμε μια ομάδα εργασίας για το πρόβλημα. Είναι επιχειρήσεις που είτε έχουν πτωχεύσει και είναι σε διαδικασία εκκαθάρισης είτε είναι στα πρόθυρα. Βλέπουμε για κάθε περίπτωση χωριστά τι μπορεί να γίνει για να ξανασταθούν στα πόδια τους. Υπάρχουν ενδιαφερόμενοι επενδυτές, εφόσον ξεκαθαρίσουν, όμως, τα πράγματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι που διεκδικούν την ανάληψη της λειτουργίας τους και καταθέτουν βιώσιμες προτάσεις. Πέρασαν και ρυθμίσεις του πτωχευτικού κώδικα να προχωρήσουν οι διαδικασίες πλειστηριασμού και να δοθούν οι μονάδες σε ενδιαφερόμενους επενδυτές να ξαναλειτουργήσουν. Είναι η πρώτη σοβαρή προσπάθεια ύστερα από χρόνια, αν και τα πράγματα είναι δύσκολα.

Συγκρατημένη αισιοδοξία

Όλο συχνότερα στελέχη της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ, και ο Πρωθυπουργός μιλούν για την επόμενη τετραετία. Ποια η πηγή της ενθάρρυνσης;
Η αλλαγή του κλίματος, νομίζω, είναι εμφανής. Συνδέεται με το ότι για πρώτη φορά ο κόσμος βλέπει ότι όλο αυτό οδηγεί σε προοπτική. Σιγά, σιγά αυτό πιστώνεται στην κυβέρνηση. Δεν λέει βεβαίως, κανείς ότι τα πράγματα είναι ρόδινα.

Είναι σωστό αυτό, αλλά ο κόσμος, συγχρόνως, βλέπει ότι το διαθέσιμο εισόδημά του μειώνεται και δυσανασχετεί.
Ο κόσμος περνά πολύ δύσκολα, έχει όμως και το κριτήριο να καταλάβει αν και όταν υπάρχει μια κάποια βελτίωση. Τη δυσκολία που αναμφισβήτητα βιώνει ο κόσμος την υπερβαίνεις με το να ασχοληθείς περισσότερο με τα προβλήματα στο πεδίο. Έχουμε, τώρα, τη δυνατότητα και την ευθύνη, να προχωρήσουμε όπως, πχ, με τις νομοθετικές πρωτοβουλίες στα δικαιώματα, εργασία, παιδεία, υγεία, με τα περιφερειακά συνέδρια. Να επιλύσουμε λοιπόν, προβλήματα και να δώσουμε το ιδεολογικό μας στίγμα με μεγαλύτερη σαφήνεια με το πώς εμείς αντιλαμβανόμαστε αυτή τη διαδικασία της θεσμικής αποκατάστασης, ξαναστησίματος στα πόδια του, του κοινωνικού κράτους, παραγωγικής ανασυγκρότησης. Αυτό μπαίνει σε μια σειρά. Και από εκεί νομίζω απορρέει και μια συγκρατημένη αισιοδοξία, εκεί θα κριθούμε στο τέλος της τετραετίας.

 

Ο ρόλος του κόμματος

Ως μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ θα θυμάσαι ότι είχαμε πει ότι το Κόμμα πρέπει να μην είναι ένα παρακολούθημα της κυβέρνησης, αλλά να ασκεί κριτική σ’ αυτή, να ελέγχει, να προτείνει, να στηρίζει. Δεν το πετύχαμε.
Ναι, να είμαστε ειλικρινείς, μέχρι σήμερα δεν το πετύχαμε. Είναι όμως αναγκαία συνθήκη για να πάμε παρακάτω. Σταδιακά έγινε κατανοητό απ’ όλους ότι η πορεία πρέπει να αντιστραφεί. Το κόμμα να γίνει εξωστρεφές, να ανοιχτεί στην κοινωνία. Από εκεί και πέρα είναι ζήτημα και λειτουργίας και των τμημάτων της ΚΕ, πώς επικοινωνούμε και πώς και η κυβέρνηση αναλαμβάνει τις ευθύνες της να εμπλέξει το κόμμα σ’ αυτή τη διαδικασία.
Αυτό δεν θα γίνει με έναν τρόπο αυτόματο, ούτε επειδή κάποιος θα το επιβάλλει. Θα γίνει γιατί θα αποτελέσει μέρος του πολιτικού μας σχεδίου. Το πολιτικό αυτό σχέδιο πρέπει να λέει ξεκάθαρα, και αυτό πρέπει να συζητήσει η ΚΕ με ειλικρίνεια και ευθύτητα, ότι το κόμμα δεν πρέπει να γίνει χειροκροτητής της κυβέρνησης. Ούτε βεβαίως διαμεσολαβητής μικροσυμφερόντων. Έχει να παίξει έναν πολύ σοβαρό ρόλο ως δίαυλος επαφής με την κοινωνία. Αυτό σημαίνει και άσκηση κριτικής σε παραλείψεις ή πράξεις της κυβέρνησης.
Να δούμε λοιπόν τον ρόλο μας και στο κομματικό πεδίο, με πιο ενεργό ρόλο, και όσοι συμμετέχουμε στην κυβέρνηση. Αυτό είναι, νομίζω, ζητούμενο για όλους, κανένας δεν εξαιρείται. Ούτε αποτελεί δικαιολογία η συμμετοχή στην κυβέρνηση για να μην κάνεις και την κομματική δουλειά που είναι απαραίτητη.

 

Επενδύσεις ναι, αλλά τι είδους;

Έχει γίνει πολύ μεγάλη συζήτηση για τις επενδύσεις και οξεία αντιπαράθεση. Είναι και η δήλωση Τσακαλώτου για το ρεύμα επενδύσεων κτλ. Μήπως είναι υπεραισιόδοξα όλα αυτά;
Δεν νομίζω και το βλέπουμε το τελευταίο διάστημα. Μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και την έξοδο στις αγορές έχει αλλάξει πλήρως το κλίμα. Το είδαμε και στις ΗΠΑ. Δεν χρειάζεται, καν, να μπεις στη διαδικασία να εξηγήσεις, να αποδείξεις ότι τα πράγματα είναι καλύτερα. Αυτό πλέον αναγνωρίζεται από όλους. Η συζήτηση τώρα είναι για το ποιες δυνατότητες διανοίγονται, σε ποιους τομείς, με ποια εργαλεία, με ποιες από τις θεσμικές παρεμβάσεις που έχουμε κάνει μπορούμε να διευκολύνουμε τις επενδύσεις κ.ά.
Το ζήτημα του φιλτραρίσματος έρχεται και κουμπώνει με τη συζήτηση που κάναμε πριν περί σχεδιασμού. Θα είναι ακόμη πιο σημαντικό αυτό το επόμενο διάστημα ιδίως μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος. Το πώς, δηλαδή, οι επενδύσεις που έρχονται εντάσσονται σε ένα τέτοιο σχέδιο. Και επειδή έχουν ειπωθεί πολλά τελευταία να πω καταρχάς ότι τα επίσημα στοιχεία καταγράφουν πολύ μεγάλη αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων το 2017 (185% υψηλότερες το πρώτο εξάμηνο του 2017 σε σχέση με το αντίστοιχο του 2016).
Αλλά  εμείς, και το λέμε με παρρησία προς όλους, θα συζητήσουμε για το τι είδους επενδύσεις θέλουμε σ’ αυτή τη χώρα. Και τα κριτήρια για μας είναι πολύ συγκεκριμένα. Γιατί θέλουμε επενδύσεις; Προφανώς, για να υπάρξει εισροή κεφαλαίων μετά την αποεπένδυση των χρόνων της κρίσης. Βεβαίως για να δημιουργηθούν νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας, γιατί οι μεγάλες ξένες παραγωγικές επενδύσεις μπορούν να βοηθήσουν και στην αναβάθμιση της τεχνολογίας και των ελληνικών επιχειρήσεων μέσα από συμπράξεις και συνεργασίες, κάτι πολύ σημαντικό για μας. Γιατί τέλος, μια επένδυση θα δημιουργήσει γύρω της ένα ολόκληρο παραγωγικό πλέγμα, ένα οικοσύστημα όπως λέμε, το οποίο θα βοηθήσει την ανάπτυξη και άλλων εγχώριων επιχειρήσεων.
Τα βασικά κριτήρια είναι, λοιπόν, αυτά. Πρέπει να δούμε ποιες από τις επενδυτικές προτάσεις που κατατίθενται, ανταποκρίνονται στα κριτήρια που θέλουμε. Η εμπειρία μας λέει ότι οι σοβαροί επενδυτές που συζητάμε θέλουν κι αυτοί το σχέδιο. Να γνωρίζουν ποιο είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούνται να επενδύσουν. Αυτή η συζήτηση έχει μεγάλο νόημα να γίνει, δεν πρέπει να τη φοβόμαστε.
Εκεί βεβαίως, μπαίνουν ζητήματα που έχουν να κάνουν και με τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, που πρέπει να υπερασπιστεί το δημόσιο συμφέρον, άρα πρέπει να έχει όλες τις διασφαλίσεις σε σχέση με τα εργασιακά, το περιβάλλον, την πολιτιστική κληρονομιά, με τους πόρους οι οποίοι διατίθενται από τους επενδυτές, τη χωροταξία. Όλα αυτά πρέπει να τα δούμε με μια λογική, βεβαίως, πιο παραγωγική, να φέρνει όλο αυτό εγκαίρως αποτέλεσμα.

Πηγή: Η Εποχή