Macro

Το διάβημα του ράφτη

Το 1989 ο Ακίλε Οκέτο, γραμματέας τότε του Ιταλικού Κ.Κ., δρομολόγησε τον «μετασχηματισμό» του μαζικότερου και ισχυρότερου κόμματος της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Οι διεργασίες κατέληξαν το 1991 στη δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα – του «Δημοκρατικού Κόμματος της Αριστεράς» και, περνώντας από τη μεταβατική φάση του «Συνασπισμού της Ελιάς», οδήγησαν τελικά το 2007 στη σημερινή υπόσταση του «Δημοκρατικού Κόμματος» (αφού, προφανώς, ακόμα και η αναφορά στην «Αριστερά» θεωρήθηκε ότι περιόριζε τη φιλοδοξία μιας ευρύτερης πολιτικής απήχησης).

Οι αλλαγές του τίτλου συνόψιζαν διαρκείς αναθεωρήσεις της ταυτότητας. Η πλειοψηφία της ηγεσίας διάβασε το «1989» ως καταστροφικό ορόσημο, που υποχρέωνε σε ριζική αλλαγή στρατηγικού παραδείγματος και τη μετεξέλιξη του κόμματος σε κόμμα της Κεντροαριστεράς.

Ο γκραμσιανός «πόλεμος θέσεων» δεν είχε πια ανάγκη εγγραφής σ’ έναν ριζοσπαστικό ορίζοντα· αυτόν που διανοούμενοι του δυτικού μαρξισμού όριζαν τότε ως «τον ορίζοντα του κομμουνισμού». Οι μεταμορφώσεις οδηγούσαν στη ρήξη με το ιστορικό παρελθόν μιας στρατηγικής, στον πυρήνα της οποίας υπήρχε σταθερά η συνάρθρωση των αγώνων για τη διεύρυνση της δημοκρατίας με την κατεύθυνση προς τον σοσιαλισμό. Το ερώτημα αν η «στροφή» θα μπορούσε να παραγάγει μια περισσότερο πειστική εναλλακτική στον καπιταλισμό θεωρήθηκε ότι δεν ανήκε στα επείγοντα της συγκυρίας.

Η λογική του εγχειρήματος εκτέθηκε στον κόσμο του κόμματος χωρίς αμφισημίες. Ο διάλογος υπήρξε εξαντλητικός και επώδυνος.

Ο Πιέτρο Ινγκράο ήταν αυτός που διατύπωσε ολοκληρωμένα τη ριζική του αντίθεση στην επιλογή του Οκέτο. Πέρα από την αναλυτική πολιτική κριτική, σε μια σύσκεψη το 1991 –όπως το κατέγραψε ο Λούτσιο Μάγκρι– και για να απαντήσει στην παρέμβαση ενός μέλους, που υπερασπίστηκε την επιλογή του μετασχηματισμού ως βήμα ανανέωσης προκειμένου να πραγματοποιηθεί η παραπέρα μαζικοποίηση του κόμματος και να ενισχυθεί η κυβερνησιμότητά του, ο Ινγκράο επιστράτευσε την ποιητική αλληγορία του Μπρεχτ για τον «ράφτη της Ουλμ»: Κόντρα στην προειδοποίηση του Επισκόπου ότι «ο άνθρωπος δεν θα πετάξει ποτέ διότι δεν είναι πουλί», ο ράφτης αντέταξε το εγχείρημα της πτήσης με τη βοήθεια των μηχανικών φτερών που ο ίδιος είχε κατασκευάσει. Η απόπειρα απέτυχε.

Ο ράφτης συνετρίβη στο έδαφος. Εν τούτοις, αυτό που η ιστορία δικαίωσε δεν ήταν η δογματική αυταρέσκεια του Επισκόπου.

Ο άνθρωπος βεβαίως δεν μεταλλάχτηκε σε πουλί. Ηταν η ονειροφαντασία και το διάβημα του ράφτη, και ανάλογες απόπειρες που ακολούθησαν, ενταγμένες στη διαρκή περιπέτεια των ανθρώπινων αναγκών και της γνώσης, που άνοιξαν τον δρόμο για την πραγματοποίηση της πτήσης. Το ίδιο και στο πεδίο της πολιτικής – αυτής που φιλοδοξεί να αλλάξει τον κόσμο. Ο Ινγκράο χρησιμοποίησε την αλληγορία για να υποστηρίξει τις βασικές σταθερές της δικής του εναλλακτικής αντίληψης για το μέλλον του κόμματος:

Η οντολογική διακριτότητα της Αριστεράς έγκειται στην πίστη για την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα της «πτήσης» των κοινωνιών στον ορίζοντα ενός νέου τύπου οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων σε ρήξη με τον καπιταλισμό, στον ορίζοντα του σοσιαλισμού και στην κομμουνιστική προοπτική.

Η Αριστερά οφείλει πριν από όλα να εγγράψει την «πτήση» στο φαντασιακό των ανθρώπων ως ιστορική δυνατότητα και όχι απλώς ως ιδεώδες. Να την οργανώσει ως πραγματικό κοινωνικο-πολιτικό κίνημα των λαϊκών μαζών που θα την πραγματοποιήσει. Με την επίγνωση, ότι η πορεία δεν θα είναι γραμμική και δεν θα αντιγράφει πρότυπα. Αλλά και με την εμμονή στην ιστορικότητα μιας πλούσιας ταυτότητας, ριζωμένης στην ιταλική κοινωνία. Με σταθερό προσανατολισμό, παρά τις αναπόφευκτες ασυνέχειες και αναδιπλώσεις, στη ριζοσπαστική και επεξεργασμένη προγραμματικά εναντίωση στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό.

Οι απόψεις του Ινγκράο δεν έπεισαν την πλειοψηφία. Το Συνέδριο του 1991 επικύρωσε τη «στροφή». Θνησιγενείς απόπειρες ανασύστασης της μεγάλης κληρονομιάς αποτέλεσαν απλώς εστίες συντήρησης της νοσταλγίας. Αλλά, από την άλλη, οι προσδοκίες της στροφής διαψεύστηκαν με πάταγο. Το εγχείρημα δεν έφερε ούτε τη μαζικοποίηση του κόμματος ούτε την αναβάθμιση του πολιτικού του ρόλου. Πάνω από 500.000 μέλη (δηλαδή πάνω από το 1/3 της δύναμής του) αποσύρθηκαν. Ακόμα και μετρημένη με εκλογικά ποσοστά, η πολιτική του επιρροή συρρικνώθηκε δραματικά. Και στη θέση της διαλυμένης ταυτότητας, προέκυψε το υβριδικό μείγμα ενός «λελογισμένου» σοσιαλδημοκρατισμού με έναν «εκσυγχρονιστικό» φιλελευθερισμό.

To ιστορικό κόμμα «μετασχηματίστηκε» τελικά σ’ ένα κόμμα του συρμού. Τοποθετημένο ουσιαστικά έξω από το πλαίσιο της αντίθεσης Αριστερά – Δεξιά. Κόμμα μιας άμορφης και περιστασιακής συσπείρωσης ψηφοφόρων. Με τη συμμετοχή στη διακυβέρνηση να πραγματοποιείται 30 χρόνια μετά τη στροφή, μέσα από μια «πολιτική συμμαχία» θολού πολιτικού στίγματος, ως κακέκτυπο του συνθήματος για ένα κόμμα «αγώνων και διακυβέρνησης», που ενέπνευσε το πάθος χιλιάδων αριστερών και που εξακολουθεί να παραμένει το κρισιμότερο ίσως διακύβευμα.

Εχει νόημα αυτή η αναμνημόνευση; Εχει. Οχι ως ρέκβιεμ, αλλά ως ένα σκληρό δίδαγμα. Το οποίο, με την αυτονόητη, αυστηρή τήρηση των διαφορών και των αναλογιών ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, αφορά και σήμερα την Αριστερά – εδώ και στην Ευρώπη.

Να ανακαλέσουμε εκείνη την πορεία (βυθισμένη σε μεγάλο βαθμό σε μια αμήχανη σιωπή) ως έναν οδηγό για μια συζήτηση που, μέσα από τα social media τείνει να εκφυλιστεί σε διαμάχη ψευδωνύμων και σε ανοίκειους χαρακτηρισμούς (αν ο Τσακαλώτος σοσιαλδημοκράτης, αν ο Βαλντέν και ο Μπίστης εθνομηδενιστές, αν οι νευρωσικοί των «αριστερίστικων εκκρεμοτήτων» εμποδίζουν την ανατολή του νέου, και πάει λέγοντας).

Να στρέψουμε δηλαδή το πάθος και τη σκέψη μας στα ουσιώδη που εκκρεμούν και που ανέδειξε η ιταλική περιπέτεια : Αν απέναντι στην άγρια επιθετικότητα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, ένα κόμμα εκλογικός μηχανισμός, αποϊδεολογικοποιημένο και πραγματιστικό, μπορεί να εκφράσει τις ανάγκες και τις επιθυμίες του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων με όρους ιστορικής διάρκειας.

Τι έχει απομείνει στη ζώσα μνήμη των αριστερών από τον Οκέτο, τον Ρέντσι, τον «χαρισματικό» Βελτρόνι. Αν η λαϊκότητα ενός αριστερού κόμματος προκύπτει από την αδιαμεσολάβητη σχέση του ηγέτη του με το πλήθος ή από τη συνομιλία μιας διαπλαστικής πολιτισμικής ταυτότητας με την κοινωνία, όπως επιβεβαιώνει η ιταλική εμπειρία.

Και κυρίως να ξανασκεφτούμε το πώς και το γιατί της λαχτάρας για την «πτήση», που αναδύθηκε εδώ σε μας, στη δική μας «Ουλμ» την καθημαγμένη από την κρίση, κόντρα στη χλεύη των λογής λογής επισκόπων, θολή και ανεπεξέργαστη. Να αναστοχαστούμε χωρίς αυταρέσκεια το εγχείρημα που αναλήφθηκε για την πραγματοποίηση της πτήσης.

Τις αντιφάσεις και τις αμηχανίες που το χαρακτήρισαν. Τη στρατηγική αστάθεια. Την αχρείαστη «μέθη και υπεροψία» που το σημάδεψαν σε πολλές του στιγμές. Τη ματαίωσή του. Την κοπιώδη διανοητική, ηθική και οργανωτική προσπάθεια που απαιτείται για να ανασυγκροτηθεί ως ρητή και συνολική κριτική ενός βιοπολιτικού παραδείγματος, που η διαβρωτική ιδεολογία του δεν αφήνει ούτε εμάς ανέγγιχτους πολλές φορές. Να προετοιμάσουμε την επάνοδο στη διακυβέρνηση όχι ως αγχώδες ρεσάλτο, αλλά ως αποτέλεσμα της ανάκτησης της ηγεμονίας.

Για πολλούς από εμάς, που αντιμετωπίζουμε το πολιτικό παρελθόν της Αριστεράς ως μια ανολοκλήρωτη υπόθεση, ως ενιαία διαδρομή με πολλές ανοιχτές εκκρεμότητες και με λίγους αλλά αναντικατάστατους οδοδείκτες, η μοναδική και αδιαπραγμάτευτη δέσμευσή μας είναι η προσήλωση στη διαρκή αναζήτηση των όρων και των δυνάμεων που απαιτούνται για την πτήση στον ορίζοντα της κοινωνικής και ανθρώπινης χειραφέτησης. Τίποτα περισσότερο. Τίποτα λιγότερο.

Δημήτρης Γιατζόγλου

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών