Συνεντεύξεις

Θοδωρής Δρίτσας: Κατέρρευσε η εμφανώς ενορχηστρωμένη προσπάθεια να τρομοκρατηθεί η δικαιοσύνη

Τη συνέντευξη πήρε η Μαρίνα Μάνη

Επειδή πρόκειται για περίπλοκα νομικά, εξηγείστε μας καταρχάς κ. Δρίτσα: εάν κρατούσε η Επιτροπή τη δικογραφία και έμπαινε στην ουσία της διερεύνησης, τα τυχόν αδικήματα θα παραγράφονταν;

Ναι, έχετε δίκιο, θα παραγράφονταν. Όντως, για τους περισσότερους πολίτες είναι λογικό κάποια επιχειρήματα, ισχυρισμοί ή επιλογές, να εκλαμβάνονται ως «περίπλοκα νομικά» όπως τα λέτε στην ερώτησή σας.

Όσες όμως και όσοι γνωρίζουν στοιχειωδώς το άρθρο 86 του Συντάγματος και το νόμο περί ευθύνης Υπουργών, γνωρίζουν επίσης ότι αυτό ισχύει χωρίς καμία αμφιβολία.

Αδιαμφισβήτητα το γνωρίζει αυτό η Νέα Δημοκρατία και η Δημοκρατική Συμπαράταξη. Γι’ αυτό λένε όσα λένε, εκ του ασφαλούς. Κοινώς μπλοφάρουν!

Θα παραγραφόταν ακόμα και το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος που δεν υπόκειται σε παραγραφή;

Όχι. Το «ξέπλυμα βρώμικου χρήματος» δεν υπόκειται πλέον σε παραγραφή. Λέω «πλέον» γιατί και αυτό δεν ήταν κάποτε έτσι, στην ιστορική διαδρομή εφαρμογής του άρθρου 86 του Συντάγματος. Χρειάστηκε η απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου στην υπόθεση Τσοχατζόπουλου, για να ερμηνευθεί νομολογιακά το Σύνταγμα, με μια απόφαση-τομή που οδήγησε σε δίκη τον πρώην Υπουργό.

Ακόμα μεγαλύτερη τομή επιχειρούμε εμείς σήμερα με το Πόρισμά μας και για τα αδικήματα της δωροδοκίας-δωροληψίας. Ένα Πόρισμα τίμιο και απολύτως τεκμηριωμένο.

Γιατί η Βουλή δεν ανέπεμψε τη δικογραφία στη Δικαιοσύνη αμέσως μόλις την παρέλαβε από αυτήν; Δεν είχε δικαιοδοσία; Έπρεπε να συγκροτηθεί Προκαταρκτική Επιτροπή για να αποφανθεί εάν είχε ή όχι την αρμοδιότητα διερεύνησης;

Κατά αυστηρή κυριολεξία, δεν προβλέπεται αναπομπή. Αυτό που θεωρητικά τουλάχιστον θα μπορούσε πράγματι εναλλακτικά να κάνει η Ολομέλεια αφότου η Βουλή παρέλαβε τη δικογραφία, ήταν είτε ανεπίτρεπτα να αδρανήσει, είτε με αναγκαστικά συνοπτική σε αυτή την περίπτωση διαδικασία, να έκρινε εαυτήν ως αναρμόδια και να άφηνε ανοικτό το δρόμο στην τακτική δικαιοσύνη, όπως δηλαδή και τώρα προβλέπεται να συμβεί, μετά την έγκριση του Πορίσματος της Επιτροπής από τη Βουλή.

Δυστυχώς, δεν μπορούσε να μείνει ανοικτός ο δρόμος αυτός και για το αδίκημα της απιστίας. Το ξαναλέω το δυστυχώς, το αδίκημα της απιστίας είναι πλέον αδιαμφισβήτητα παραγεγραμμένο, με προνομιακά υπέρ των πολιτικών προσώπων σύντομο χρόνο άρσης του αξιόποινου. Είναι απαράδεκτο, αλλά έτσι είναι με το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο. Για το αδίκημα της απιστίας, δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Δεν υπάρχει καμία άλλη νόμιμη ερμηνεία. Πρωτίστως για την απιστία, είναι που πρέπει να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα.

Με βάση και τα παραπάνω η συγκρότηση της Προκαταρκτικής Επιτροπής, για να αποφανθεί επί της αρμοδιότητας της Βουλής, ήταν απολύτως αναγκαία. Κι αυτό αποδείχθηκε από το περιεχόμενο των δέκα συνεδριάσεων της Επιτροπής. Αποδεικνύεται από την ανάγνωση των πρακτικών των Συνεδριάσεών της και από το Πόρισμα. Μετά από αυτή τη διαδικασία, η κρατούσα μέχρι τώρα ερμηνεία του ισχύοντος συνταγματικού και του νομοθετικού πλαισίου, μπορεί να αλλάξει δραστικά και τα πολιτικά πρόσωπα να υπόκεινται στον έλεγχο της τακτικής δικαιοσύνης και για την δωροδοκία-δωροληψία, όπως είναι υπερώριμα απαιτητό. Δε φθάνει βέβαια το Πόρισμα. Απαιτείται συνέχεια.

Πώς χαρακτηρίζετε την άρνηση των πολιτικών προσώπων που αναφέρονται στη δικογραφία να προσέλθουν στην Επιτροπή – πλην του Ευ.Βενιζέλου ο οποίος το ζήτησε μόνος του; Η Επιτροπή είχε δικαίωμα να επιβάλλει την προσέλευσή τους;

Ήταν δικαίωμά τους, από τη στιγμή που είναι ελεγχόμενοι-αναφερόμενοι στη δικογραφία. Δεν είναι κατηγορούμενοι, αλλά έχουν όλα τα δικαιώματα. Επίσης, δεν είναι μάρτυρες. Η Επιτροπή δεν είχε δικαίωμα να επιβάλει την προσέλευσή τους. Η Επιτροπή όμως, είχε υποχρέωση να τους καλέσει. Έστω κι αν διερευνούσε σε εκείνη τη φάση το ζήτημα της αρμοδιότητας και όχι την ουσία. Εάν δεν τους καλούσε, αυτό πιθανότατα θα γεννούσε ζήτημα ακυρότητας της διαδικασίας με βάση την παράγραφο 4 του άρθρου 156 του Κανονισμού της Βουλής.

Άλλωστε, όπως το αναφέρετε κι εσείς στο ερώτημά σας, ο κ. Βενιζέλος προσήλθε. Το ζήτησε κι ο ίδιος, αλλά με την προαναφερθείσα διαδικασία εκλήθη. Και κατ’ ουσία η ακρόαση του κ. Βενιζέλου από την Επιτροπή και η παροχή εξηγήσεων περιεστράφησαν αποκλειστικά, με άμεσο ή με έμμεσο τρόπο, στα ζητήματα της αρμοδιότητας-αναρμοδιότητας.

Κατά τη γνώμη μου έπρεπε να προσέλθουν. Έκριναν διαφορετικά και άσκησαν το δικαίωμα που είχαν όπως εκείνοι θεώρησαν σωστό. Σεβαστό. Αυτό όμως ισχύει για τους έξι από τους εννέα που προσκλήθηκαν και δεν προσήλθαν. Λυπάμαι, αλλά για τους τρεις υβριστές, τον κ. Σαμαρά, τον κ. Λοβέρδο και τον κ. Γεωργιάδη, δεν ισχύουν τα παραπάνω.

ΝΔ και ΔΗΣΥ, όπως αναφέρουν στα πορίσματά τους, υποστηρίζουν ότι η Προκαταρκτική δεν μπήκε στην ουσία της διερεύνησης επειδή “η σκευωρία κατέρρευσε”…

Αυτό που κατέρρευσε ήταν η εμφανώς ενορχηστρωμένη προσπάθεια να τρομοκρατηθεί η δικαιοσύνη και να βραχυκυκλώσει η πλήρης διερεύνηση της υπόθεσης του σκανδάλου Novartis.

Σκευωρία δεν υπάρχει. Υπάρχει δικαστικός έλεγχος στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στις Η.Π.Α. και πρέπει να φτάσει μέχρι το τέλος. Οι αθώοι να δικαιωθούν, οι όποιοι ενεχόμενοι να δικαστούν, το πολιτικό σύστημα να κάνει βήματα ανάκτησης της χαμένης αξιοπιστίας του.

Δεν ενέπλεξε η Κυβέρνηση τα αναφερόμενα πολιτικά πρόσωπα. Ούτε κατασκεύασε ενόχους. Από τη δικαστική έρευνα προέκυψαν. Αυτό βεβαίως, δεν τους καθιστά σε καμία περίπτωση apriori ενόχους. Ούτε καν ύποπτους και πολύ περισσότερο κατηγορούμενους. Οι πάντες οφείλουμε να αναλογιστούμε και να συναισθανθούμε τη δύσκολη θέση κάθε ελεγχόμενου, πολύ περισσότερο, εάν είναι αθώος.

Αλλά η θεωρία της σκευωρίας στο πλαίσιο του πολιτικού ανταγωνισμού, παραπέμπει ευθέως σε εξουσιαστική απαίτηση ασυλίας. Δεν είναι ύποπτη η Κυβέρνηση για σκευωρία. Αντίθετα, η θεωρία της σκευωρίας μπορεί να είναι ύποπτη. Σε πάμπολλες περιπτώσεις, έχει αποδειχθεί κατασκευασμένο άλλοθι για πραγματικά ενόχους. Ειλικρινά, θέλω να ελπίζω, η κοινή αυτή πείρα να μην επιβεβαιωθεί και πάλι. Αλλά όχι και «εργαστήρι σκευωριών» η Εισαγγελία Διαφθοράς, όχι!

Τελικά η δωροληψία-δωροδοκία εμπίπτει …στα υπουργικά καθήκοντα και άρα, το εν λόγω τυχόν αδίκημα, έχει παραγραφεί, όπως η απιστία; Επικαλεστήκατε τις απορριπτικές απόψεις κορυφαίων νομικών, μεταξύ των οποίων και του Προέδρου της Δημοκρατίας, ωστόσο υπάρχει το (καταφατικό) “προηγούμενο” με τον Άκη Τσοχατζόπουλο. Οπότε;

Αυτό ακριβώς ανατρέπουμε με το Πόρισμά μας. Η δωροληψία-δωροδοκία δε νοείται υποχρεωτικά ως αδίκημα κατά την άσκηση των καθηκόντων Υπουργών και Πρωθυπουργών. Θεωρώ ότι με σοβαρότητα, με ευθύνη, με πληρότητα, τεκμηριώνουμε τη σωστή -επί του προκειμένου- ερμηνεία του άρθρου 86 του Συντάγματος και ανοίγουμε το δρόμο στην τακτική δικαιοσύνη χωρίς προνομιακούς χρόνους παραγραφής για τα πολιτικά πρόσωπα. Το «προηγούμενο» της υπόθεσης Τσοχατζόπουλου ήταν σημαντικό βήμα, αλλά όχι επαρκές. Έκτοτε, το ζήτημα ωρίμασε. Η νομική θεωρία προχώρησε σε τομές.

Υπάρχει σε εξέλιξη η Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής που διερευνά τα σκάνδαλα στο χώρο της Υγείας και μπαίνει πλέον στον τομέα του φαρμάκου. Να υποθέσουμε ότι εάν υπάρξουν νέα στοιχεία για τη Novartis, αυτά θα σταλούν στον εισαγγελέα;

Η Εξεταστική Επιτροπή που συνεχίζει το έργο της, νομίζω ότι κάνει πολύ υπεύθυνη και σοβαρή δουλειά. Όταν ολοκληρώσει το έργο της, πιστεύω πως όχι μόνο θα έχει συμβάλει στην αποκάλυψη της διαφθοράς προηγούμενων χρόνων στον χώρο της Υγείας, αλλά και θα έχει επιφέρει καίρια πλήγματα σε εστίες και κέντρα διαφθοράς. Προφανέστατα, όσα νέα στοιχεία προκύψουν και όχι μόνο για τη Novartis, αυτά θα σταλούν στον Εισαγγελέα.

Πηγή: Νέα Σελίδα