Macro

Θεόδωρος Γεωργίου: To φάντασμα του λαϊκισμού στη σύγχρονη εποχή μας

Το κοινωνικο-πολιτικό φαινόμενο (ή ορθότερα «πράγμα» με τη φιλοσοφική έννοια του όρου) του λαϊκισμού έχει αποκτήσει εντελώς διαφορετικές όψεις σε σύγκριση με τους δύο προηγούμενους αιώνες (τον δέκατο ένατο και τον εικοστό). Εχει αναδειχτεί σ’ ένα πολύπλοκο, περίπλοκο και θα έλεγα απροσδιόριστο κοινωνικο-πολιτικό φαινόμενο. Και αυτό επισημαίνει ο όρος «ατίθαση λέξη» στον τόμο, ο οποίος αποτελεί το θεματικό αντικείμενο της κριτικής μας αποτίμησης.
 
Πριν προχωρήσω στη θεωρητικο-κριτική προσέγγισή μου στο βιβλίο των Στάμου Παπαστάμου – Γεράσιμου Προδρομίτη – Τάσου Παππά με τον τίτλο «Λαϊκισμός – Μια ατίθαση λέξη», κρίνω απαραίτητο να προτάξω την επιστημονική θέση μου σχετικά με τον λαϊκισμό. Και αυτή συνοψίζεται ως εξής: Ο λαϊκισμός ως φαινόμενο συνδέεται άρρηκτα με την αρχή της αντιπροσώπευσης στη νεωτερική κοινοβουλευτική δημοκρατία. Λαϊκισμός και αντιπροσώπευση συνδέονται κατά τη διαλεκτική μέθοδο, πράγμα που σημαίνει ότι όσο πιο ορθολογική είναι η αντιπροσωπευτική διαδικασία τόσο ασθενής και ανίσχυρος ως κοινωνική δυναμική καθίσταται ο λαϊκισμός. Και αντιστρόφως, όσο πιο παθολογικά λειτουργεί η αρχή της αντιπροσώπευσης τόσο ο λαϊκισμός θριαμβεύει. Με άλλα λόγια, υποστηρίζω ότι η κρίση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας συνιστά το εσωτερικό πραγματολογικό πλαίσιο για να εμφανιστεί και να επικρατήσει ο λαϊκισμός.
 
Εδώ και δύο αιώνες (από την εποχή που θεμελιώθηκε η αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία) οι κρίσεις της δημοκρατίας είναι συνεχείς και αδιάλειπτες. Και ταυτόχρονα το φαινόμενο του λαϊκισμού αποκτά όψεις και διαστάσεις κάθε φορά με κριτήριο τον τύπο της παθογένειας και της κρίσης που χαρακτηρίζει την αρχή της αντιπροσώπευσης.
 
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω όσα γράφει ο Joseph Schumpeter επί λέξει: «Δημοκρατία δεν σημαίνει και δεν μπορεί να σημαίνει ότι πράγματι ο λαός κυριαρχεί… Δημοκρατία σημαίνει μόνον ότι ο λαός έχει τη δυνατότητα να αποδέχεται ή να απορρίπτει τα άτομα που πρόκειται να τον κυβερνήσουν». Στις προτάσεις αυτές του Schumpeter, κατά την επιστημονική άποψή μου, περιγράφει το πολιτικό και πραγματολογικό πλαίσιο εντός του οποίου γεννιέται το φαινόμενο του λαϊκισμού. Και σύμφωνα με μια επιστημολογική-μεθοδολογική αρχή, η οποία υποστηρίζει ότι η γένεση ενός φαινομένου ορίζει και την ισχύ του, δηλαδή τη λειτουργία του στην κοινωνία, αυτό ισχύει και στην περίπτωση του λαϊκισμού.
 
Από τη βιβλιογραφία γνωρίζω τυπολογίες που έχουν ως αντικείμενό τους την παθογένεια ή τις κρίσεις αντιπροσώπευσης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο και με το φαινόμενο του λαϊκισμού. Δεν έχει καταγραφεί ένας κατάλογος τύπων του φαινομένου του λαϊκισμού. Και ο όρος και το φαινόμενο του λαϊκισμού γνώρισαν ποικιλώνυμες ιδεολογικές χρήσεις κατά την πρόσφατη παγκόσμια πολιτική ιστορία. Το αποτέλεσμα συνοψίζεται σ’ αυτό που τονίζει το πόνημα των συναδέλφων: έχουμε να κάνουμε με μια «ατίθαση λέξη».
 
Τώρα εάν εξετάσουμε εκ του σύνεγγυς το βιβλίο της κριτικής αποτίμησής μας, θα διαπιστώσουμε ότι εισάγει στη διεθνή επιστημονική και ερευνητική βιβλιογραφία δύο θεμελιώδεις καινοτομίες: η μία είναι αφηγηματική και η άλλη θεωρητικο-πολιτική. Συγγραφείς του βιβλίου είναι δύο καθηγητές Πειραματικής Κοινωνικής Ψυχολογίας (οι Στάμος Παπαστάμου και Γεράσιμος Προδρομίτης) και ένας πολιτικός αναλυτής (ο Τάσος Παππάς). Ας σημειωθεί ότι το βιβλίο αφιερώνεται στον Βασίλη Λυριτζή. Η αφιέρωση αυτή σημαίνει πολλά για την έρευνα περί λαϊκισμού! Ας διαβάσει ο αναγνώστης τη σχετική σημείωση γι’ αυτό το θέμα στα Προλεγόμενα (σελ. 9-12) του βιβλίου. Η μελέτη και η έρευνα των συγγραφέων απαρτίζεται από δύο μείζονα κεφάλαια. Το πρώτο με τον τίτλο «Λαϊκισμός: Ιστορική, πολιτική και κοινωνιολογική ματιά» υπογράφεται από τον Τάσο Παππά και το δεύτερο με τον τίτλο «Προς μια κοινωνιοψυχολογική συνεισφορά στην “τιθάσευση” του λαϊκισμού» συγγράφουν από κοινού οι Γεράσιμος Προδρομίτης και Στάμος Παπαστάμου.
 
Η καινοτομία της αφήγησης σ’ αυτό το βιβλίο έγκειται στο εξής: δύο Λόγοι (Diskurs): ένας λόγος της πολιτικής και ιστορικής ανάλυσης συγκεράζεται με έναν επιστημονικό-ερευνητικό λόγο για να ερευνήσουν το κοινό τους θεματικό αντικείμενο που είναι το φαινόμενο του λαϊκισμού. Διευκρινίζω στο σημείο αυτό ότι χρησιμοποιώ τον όρο Λόγο κατά τη χρήση που εισηγείται ο Foucault. Αυτό σημαίνει ότι και η αφήγηση του πολιτικού αναλυτή και οι αφηγήσεις των καθηγητών της Πειραματικής Κοινωνικής Ψυχολογίας δεν αρθρώνονται κατά παρατακτικό ή έστω κατά συμπληρωματικό τρόπο.
 
Αντιθέτως συγκεράζονται και διαμορφώνουν έναν νέο (ιδιότυπο και ιδιόμορφο ίσως) τύπο αφήγησης σχετικά με το πρόβλημα του λαϊκισμού. Δεν ισχυρίζομαι ότι στο βιβλίο καταγράφεται η επιστημολογική κατάκτηση ενός νέου είδους αφηγηματικής και λογοτεχνικής γραφής. Αντιθέτως τονίζω ότι οι συγγραφείς του τόμου έχουν διαγνώσει την πολυπλοκότητα και την πρισματικότητα του φαινομένου του λαϊκισμού και εισηγούνται στη διεθνή βιβλιογραφία αυτή τη μέθοδο ανάλυσης και ερμηνείας του σχετικού φαινομένου.
 
Για τη θεωρητικο-πολιτική καινοτομία που εισηγούνται οι συγγραφείς του βιβλίου θα ήθελα να τονίσω τα εξής: Και η ιστορικο-πολιτική εξιστόρηση του Παππά και οι ψυχο-πολιτικές έρευνες των Παπαστάμου και Προδρομίτη θέτουν τα πραγματολογικά θεμέλια για να αντιμετωπίσουμε ως παγκόσμια πολιτική κοινωνία αυτό που ονομάζω «φάντασμα» του λαϊκισμού. Οσοι διαβάσουν και όσοι ακόμα καλύτερα μελετήσουν αυτό το βιβλίο, θα κατανοήσουν πώς και γιατί ζούμε σ’ έναν κόσμο που εμείς ως πολιτικά υποκείμενα δεν τον έχουμε δημιουργήσει. Οι συγγραφείς του τόμου υποστηρίζουν ότι ο «λαϊκισμός» ως λέξη, ως όρος, ως έννοια, ως κοινωνικο-πολιτικό φαινόμενο, ως πράγμα, έχει ως θεμελιώδη χαρακτηριστικά του την ασάφεια και την πολυσημία. Χρησιμοποιούν τον όρο «ατίθαση λέξη» και μ’ αυτό τονίζουν ότι είναι πολύ δύσκολη, εάν όχι και αδύνατη, η θεωρητική τιθάσευση του φαινομένου.
 
Ας σταθούμε όμως περισσότερο σ’ αυτή τη διαπίστωση. Ο «λαϊκισμός» στο λεξιλόγιο της πολιτικής φιλοσοφίας είναι η μοναδική εννοιολογική κατηγορία που έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Αλλοι όροι και κατηγορίες, όπως π.χ. «δημοκρατία», «καπιταλισμός» κ.λπ., είναι εννοιολογικά σχήματα με σαφήνεια και με δεσμευτική ερμηνευτική ισχύ στη σχέση ανάμεσα στην έννοια και το πράγμα. Στο ερώτημα γιατί δεν εντοπίζουμε την ίδια ερμηνευτική ισχύ και στην περίπτωση του όρου «λαϊκισμός» η απάντηση μπορεί να αναζητηθεί στο ίδιο το πράγμα (δηλαδή στο ίδιο το κοινωνικό-πολιτικό φαινόμενο του λαϊκισμού).
 
Η οντολογική σύστασή του είναι πολυδιάστατη, πολυπρόσωπη και ανομοιογενής. Με άλλα λόγια, δεν «φταίει» η θεωρία που δεν μπορεί να «κατασκευάσει» στο επίπεδο της έννοιας τον λαϊκισμό. Ούτε, εννοείται, πως πρόκειται για κάποιο «κατασκευαστικό λάθος» στην επιστημολογική του ανασύσταση. Το ίδιο το πράγμα, δηλαδή ο «λαϊκισμός», επιδέχεται πολλαπλές εννοιολογικές, γλωσσικές και ρητορικές χρήσεις. Συμπεριφέρεται όπως το χέλι που γλιστράει μέσα από τα χέρια της θεωρίας.
 
Περιορίζομαι σ’ αυτές τις παρατηρήσεις σχετικά με τη ρευστή ερμηνευτική ισχύ του όρου «λαϊκισμός», μολονότι θα πρότεινα να εξετάσουμε το θεωρητικο-πρακτικό αυτό πρόβλημα όχι ως αποκλειστική επιστημολογική συνθήκη του σχετικού φαινομένου, αλλά ως ένα «σύμπτωμα» των σχέσεων θεωρίας και πράξης στην εποχή μας. Η ρευστότητα και η αδυναμία ταξινόμησης των κοινωνικο-πολιτικών φαινομένων είναι χαρακτηριστικά της εποχής μας.
 
Υπάρχει όμως και μία άλλη, θετική όψη αυτού του φαινομένου: της απροσδιοριστίας του λαϊκισμού. Ποια είναι αυτή; Κατά τον ύστερο Wittgenstein (βλ. το έργο του «Φιλοσοφικές έρευνες») η γλώσσα δεν συνδέεται με την πραγματικότητα μέσω της αναπαραστατικής σχέσης. Η γλώσσα είναι η χρήση των λέξεων στο εκάστοτε ομιλιακό γλωσσικό παιχνίδι. Φτάσαμε, κατά την άποψή μου, μετά από δεκαετίες να βρει την πρακτική εφαρμογή της η φιλοσοφική θεωρία του Wittgenstein (η γλώσσα ως χρήση) στην περίπτωση του φαινομένου του λαϊκισμού.
 
Οι χρήσεις του όρου «λαϊκισμός» στο πολιτικό λεξιλόγιο είναι πάμπολλες. Λαϊκισμός είναι η αποκάλυψη ότι στο πολιτικό γίγνεσθαι δεν συμμετέχει ο «λαός» και η πολιτική καθίσταται αποκλειστική υπόθεση των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων (ελίτ). Λαϊκισμός όμως είναι και η ρητορική που αποπειράται να μετατρέψει την κομματική αντιπαράθεση σε εμφύλια διαμάχη. Και ακόμη λαϊκισμός είναι η μέθοδος να ενταχθούν όσο γίνεται μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες (ο λαϊκισμός ως μέθοδος πολιτικής ενσωμάτωσης).
 
Ανέφερα τρεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις στη γλωσσική χρήση του όρου «λαϊκισμός» χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κατασκευάζω κάποια τυπολογία. Μπορούν άλλοι συνάδελφοι να προσθέσουν ακόμη περισσότερα ομιλιακά γλωσσικά παιχνίδια που παίζονται σχετικά με τον λαϊκισμό. Το τελικό θεωρητικο-πολιτικό συμπέρασμα είναι το εξής: Ο λαϊκισμός εμφανίζεται με την όψη αμέτρητων γλωσσικών παιχνιδιών στο πολιτικό πεδίο και στην πολιτική σφαίρα. Αλλοτε ως εξέγερση κατά της ολιγαρχίας των ελίτ. Αλλοτε ως αίτημα πολιτικής ένταξης των αποκλεισμένων κοινωνικών ομάδων. Αλλοτε ως ρητορική που θέτει το ζήτημα της ανατροπής του υφιστάμενου πολιτικού status quo. Ολες αυτές οι γλωσσικές (και κατά συνέπεια θεωρητικο-πολιτικές) χρήσεις του δικαιολογούνται από την οντολογική και την πραγματολογική σύσταση του ίδιου του πράγματος.
 
Κατά την άποψή μου ο λαϊκισμός είναι το κατεξοχήν κοινωνικο-πολιτικό φαινόμενο του εικοστού πρώτου αιώνα, της εποχής μας. Η ένταξή του στο α’ ή στο β’ πολιτικό γλωσσικό παιχνίδι εξαρτάται από τις πραγματολογικές συνθήκες, οι οποίες χαρακτηρίζουν την αντιπροσωπευτική-κοινοβουλευτική διαδικασία της δημοκρατίας. Μ’ αυτήν την έννοια ο λαϊκισμός λειτουργεί στο αναστοχαστικό επίπεδο ως ο «νους» της νεωτερικής δημοκρατίας.
 
Το τελικό συμπέρασμα στη θεωρητικο-κριτική αποτίμησή μου γι’ αυτό το βιβλίο διατυπώνεται ως εξής: Και η δική μας πολιτική κοινωνία αλλά ευρύτερα και κάθε ευρωπαϊκή πολιτική κοινωνία διαβάζοντας αυτό το βιβλίο κρατάει στα χέρια της έναν «οδοδείκτη» για να αντιληφθεί τις προοπτικές της και για να κατανοήσει ότι ο λαϊκισμός είναι ένα κοινωνικο-πολιτικό φαινόμενο «πέραν του καλού και του κακού» όπως θα έλεγε και ο Nietzsche. Και επιπλέον το κοινωνικο-πολιτικό φαινόμενο του λαϊκισμού λειτουργεί στο αναστοχαστικό επίπεδο ως ο «νους» (διάνοια και πνεύμα) της νεωτερικής δημοκρατίας. Ο λαϊκιστικός αναστοχασμός της δημοκρατίας μας είναι η «λυδία λίθος» του πολιτικού γίγνεσθαι της εποχής μας.
 
Ο Θεόδωρος Γεωργίου είναι Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης