Macro

Πάμπλο Νερούδα «Τη ζωή μου ομολογώ, την έζησα», μετάφραση: Γιώργου Κεντρωτή, εκδόσεις Gutenberg, 2024

«Είμαι. Δεν είμαι. Είμαι. Δεν είμαι. Αυτή είναι η ζωή ενός ποιητή, για τον οποίο η απόμακρη γωνιά της Ίσλα Νέγρα δεν είναι πια απόμακρη. Πάντα με ρωτούν, ιδίως οι δημοσιογράφοι, ποιο έργο γράφω, τι πράγμα φτιάχνω. Πάντοτε σάστιζα με αυτές τις ερωτήσεις, τις τόσο επιφανειακές. Γιατί η αλήθεια είναι ότι το ίδιο πράγμα φτιάχνω πάντοτε. Ποτέ δεν έπαψα να φτιάχνω το ίδιο πράγμα. Ποιήματα;»
 
Αυτό ήταν ένα απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Πάμπλο Νερούδα (1904-1973) που κυκλοφόρησαν πρόσφατα υπό τον τίτλο «Τη ζωή μου ομολογώ, την έζησα» σε μετάφραση και σημειώσεις με την υπογραφή του Γιώργου Κεντρωτή από τις εκδόσεις Gutenberg. Δώδεκα μέρη με εμβόλιμες φωτογραφίες, παράρτημα και χρονοβιοεργογραφία σε ένα φροντισμένο και ανάγλυφο αποτέλεσμα σχεδόν 650 σελίδων.
 
 
Τα απομνημονεύματα του Νερούδα εκδόθηκαν το 1974 στην Βαρκελώνη, έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, και η επανέκδοση τους πραγματοποιήθηκε το 2017. Όπως αισθάνθηκε την ανάγκη να τονίσει ο Νερούδα εξ αρχής, ήδη από το προλογικό του σημείωμα «τα απομνημονεύματα του απομνηματογράφου δεν είναι τα απομνημονεύματα του ποιητή», εξηγώντας κι αλλού πως «η ζωή μου είναι η ζωή που φτιάχτηκε από πολλές ζωές: από τις ζωές του ποιητή όλες».
 
Στην πληθωρική αυτή κατάθεση, μπορούμε να ακολουθήσουμε τον Νερούδα σε μια πορεία ζωής μη γραμμική. Ο μεγάλος ποιητής της Χιλής έγραφε αυτά τα θαυμάσια, ζεστά και ειλικρινή απομνημονεύματα κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του, ως ένα παράλληλο έργο ζωής. Όταν δεν έγραφε ποίηση ή δεν διάβαζε μπροστά σε πολυπληθείς συγκεντρώσεις ανά τον κόσμο. Όταν δεν παρακολουθούσε συνέδρια ή δεν δεχόταν διακρίσεις, όπως το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1971, όταν δεν συμμετείχε στην πολιτική ζωή και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Χιλής. Όταν το επέτρεπε, δηλαδή, η πολυκύμαντη ζωή μιας μεγάλης προσωπικότητας της λογοτεχνίας και της δημόσιας ιστορίας της Λατινικής Αμερικής.
 
 
Μοναξιά και πλήθη
 
 
Η γραφή των απομνημονευμάτων του Νερούδα έχει έναν χαρακτήρα απόλυτα ιδιοσυγκρασιακό, όχι φυσικά μόνο ως προς το περιεχόμενό τους. Αλλά κυρίως ως προς την ίδια τη διαδικασία της συγγραφής τους. Το τι επιλέγει να μοιραστεί ο κορυφαίος ποιητής, τη βαρύτητα αλλά και την ατμόσφαιρα των αναμνήσεων του. Για παράδειγμα, ολόκληρες περίοδοι της ζωής του αναφέρονται ελάχιστα, αλλά στοιχεία όπως η δυναμική παρουσία της βροχής στην πατρίδα του, η αλησμόνητη προσωπικότητα της βροχής όπως αναφέρει, η γενέτειρά του, το λιμάνι, αλλά και το Valparaiso, όπου έζησε στα νεανικά του χρόνια, να φέρουν ένα ειδικό συναισθηματικό βάρος στα γραπτά της αυτοπροσωπογραφίας του.
 
Από αυτό το πυκνό ποιητικό δοκίμιο δεν λείπουν τα μεγάλα γεγονότα, οι καθοριστικές προσωπικότητες, αλλά και τα μικρότερα εκείνα επεισόδια που ίσως μαρτυρούν τα περισσότερα. Ένα τέτοιο επεισόδιο συναντάμε στο κείμενο «Ναζιστές στην Χιλή», όπου ο Νερούδα περιγράφει την προσπάθεια να γίνουν δεκτά στην Εθνική Βιβλιοθήκη έργα των Τόμας Μαν, Άννας Ζέγκερς και Χάινριχ Χάινε. Kαθηλωτικές είναι βέβαια οι αναφορές του Νερούδα για τον Αλιέντε, τον Στάλιν, το Κομμουνιστικό Κόμμα. Οι εντυπώσεις του, επίσης, από την Άπω Ανατολή, την Ινδία, την Ισπανία, την Γαλλία, και φυσικά η έγνοια του για τη μοίρα της Λατινικής Αμερικής, η ανάμνηση του Λόρκα και οι κρίσεις του για τους ομότεχνούς του.
 
Αλλά και η στάση του ως αριστερού ποιητή, με την ιδιότητα του διπλωμάτη, ως προς την κοινωνική λειτουργία της ποίησης. Για την ποίηση και την πολιτική θα γράψει: «Η πολιτική ζωή ήρθε σαν κεραυνός να με συνταράξει, να με αποσπάσει από τα έργα μου. Ανακατεύτηκα γι’ άλλη μια φορά με το πλήθος. […] Μοναξιά και πλήθη θα εξακολουθούν να αποτελούν τα στοιχειώδη καθήκοντα του ποιητή των δικών μας καιρών.»
 
Συγκλονιστική και αλησμόνητη, λέει ο Νερούδα, πως μένει για τον ποιητή η στιγμή εκείνη που ενσαρκώνει έστω και για μία στιγμή σε πολλούς ανθρώπους την ελπίδα. Μιλώντας, μάλιστα, για τον Πούσκιν και τα 150 χρόνια από τη γέννησή του, στο πρώτο του ταξίδι στη Σοβιετική Ένωση, ο Νερούδα θα πει πως «ο εθνικός ποιητής ανοίγει τα παράθυρα και αφήνει τη σιωπή και τους ήχους της γης να περάσουνε μέσα, αφήνει την παθιασμένη κίνηση της ιστορίας, τον αχό της θάλασσας και των πουλιών το τραγούδι».
 
 
Η πιο σκοτεινή στιγμή του
 
 
Κλείνοντας, η σύρτις θα σταθεί σε μία σελίδα από τα απομνημονεύματα του Νερούδα. Τη σελίδα που έμελλε να συζητηθεί εντονότερα με την επανέκδοση του έργου και να πυροδοτήσει σφοδρές αντιδράσεις. Εκεί, ο ποιητής του Κάντο Χενεράλ, ο μαχητικός πολιτικός άνδρας που βοήθησε χιλιάδες πρόσφυγες να διαφύγουν από την Χιλή μετά τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, έγινε πρέσβης στη Γαλλία κατά τη διάρκεια της αριστερής κυβέρνησης του Αλιέντε και πέθανε μερικές μόνο ημέρες μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του Πινοσέτ στην Χιλή, κάτω από ύποπτες συνθήκες που ερευνώνται μέχρι σήμερα, εξομολογείται μετανιωμένος την πιο σκοτεινή στιγμή του, τη σεξουαλική εκμετάλλευση μιας γυναίκας.
 
Περιγράφοντας ένα βράδυ κατά την παραμονή του στην αποικιοκρατούμενη από τους Βρετανούς Κεϊλάνη -σημερινή Σρι Λάνκα- το 1929, όπου ο ίδιος κατείχε διπλωματικό αξίωμα και η γυναίκα εργαζόταν για εκείνον ως καμαριέρα, ο Νερούδα εξομολογείται:
 
«Από το βάθος του σπιτιού και σαν άγαλμα σκοτεινό που περπατούσε μπήκε η πιο όμορφη γυναίκα που είχα δει ποτέ στην Κεϊλάνη, από τη φυλή των Ταμίλ» […]. «Ένα πρωί, αποφασισμένος για όλα, την έπιασα με δύναμη από τον καρπό και βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο. Δεν υπήρχε γλώσσα για να της μιλήσω. Με άφησε -χωρίς καν να μου χαμογελάσει- να την οδηγήσω, και με μιας βρέθηκε γυμνή στο κρεβάτι μου. […] Επρόκειτο για συνάντηση ενός άντρα και ενός αγάλματος. Έμεινε όλη την ώρα με τα μάτια της ανοιχτά, απαθής. Πολύ καλά έκανε εξευτελίζοντας με».
 
H συγγραφέας Ιζαμπέλ Αλιέντε, θα δηλώσει γι’ αυτό σε συνέντευξή της: «Όπως πολλές φεμινίστριες νιώθω αηδία για κάποιες πτυχές της ζωής και της προσωπικότητας του Νερούδα. Παρόλα αυτά δεν μπορούμε να ακυρώσουμε τη γραφή του».
 
Κωνσταντίνα Κορρυβάντη