Macro

Όλγα Μπαλαούρα: Η Αθήνα χρειάζεται επειγόντως Δημοτική Στεγαστική Πολιτική

Η Αθήνα βρίσκεται στο επίκεντρο της στεγαστικής κρίσης που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια η χώρα. Η ραγδαία αύξηση των τιμών κατοικίας (ενοικίου και αγοράς) καθώς και η επιβάρυνση των στεγαστικών δαπανών στα νοικοκυριά, σε πλήρη αναντιστοιχία με τους μισθούς και τα εισοδήματα, καθιστά την αξιοπρεπή στέγαση είδος πολυτελείας. Η οικονομική κρίση, οι πιέσεις που ασκούνται στην μόνιμη κατοικία από την άνοδο του τουρισμού ιδιαίτερα στις κεντρικές γειτονιές μαζί με την καθήλωση εισοδημάτων δημιουργούν νέες κοινωνικές ανισότητες οι οποίες εγγράφονται στον αστικό ιστό και πλήττουν ιδιαίτερα τους νέους, τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.
 
Ενώ το δικαίωμα στη κατοικία είναι θεμελιώδες στο πλαίσιο μιας δίκαιης κοινωνίας και δίκαιης πόλης, η Αθήνα πάσχει από πλήρη απουσία στεγαστικών πολιτικών προνοιακού χαρακτήρα. Όπως στις περισσότερες ευρωπαϊκές πόλεις, η δημοτική αρχή πρέπει να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη ενός πλέγματος δημοσίων πολιτικών και εργαλείων που θα διασφαλίζουν το δικαίωμα στη στέγη μέσα από την εξασφάλιση οικονομικά προσιτής, αξιοπρεπούς και φιλικής στο περιβάλλον κατοικίας για όλες και όλους τους κατοίκους της πόλης.
 
Σε αυτό το πλαίσιο είναι απαραίτητη η ρύθμιση της αγοράς και η δημιουργία δημόσιου- δημοτικού στεγαστικού αποθέματος υπό δημοτικό φορέα, που να επηρεάζει από τη μεριά του την αγορά. Ρύθμιση σημαίνει προστασία της μόνιμης κατοικίας σε όλες τις γειτονιές του Δήμου της Αθήνας με παρεμβάσεις ενάντια στον
εκτοπισμό από την ενοικιαζόμενη ή ιδιόκτητη κατοικία, μακροχρόνιες μισθώσεις σε προσιτές τιμές, παρακολούθηση των τάσεων, προώθηση σύγχρονου πλαισίου ελέγχου των ενοικίων και άμεση ενεργοποίηση των περιορισμών που προβλέπει ο νόμος για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις (Airbnb κλπ.).
 
Ενεργητική πολιτική για την στέγαση σημαίνει ωστόσο δημιουργία κοινωνικής κατοικίας από τον ίδιο το Δήμο. Στόχος μιας τέτοιας πολιτικής είναι η στρατηγική επένδυση στη δημιουργία δημοτικού αποθέματος, με έμφαση στην προσιτή ενοικίαση και την αξιοποίηση ακινήτων που ήδη διαθέτει ο Δήμος και το δημόσιο ή εξαγοράζει από ιδιώτες. Επιπλέον, στη σημερινή συνθήκη των πολλαπλών κρίσεων ο δήμος οφείλει να αναπτύσσει αναγκαία προγράμματα ανακαίνισης και ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας, την προσβασιμότητα και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στις γειτονιές.
 
Μορφές προσιτής κατοικίας μπορούν επίσης να προωθηθούν μέσω του μοντέλου της συνεταιριστικής κατοικίας όπως συναντάται σε πολλές πόλεις της Ευρώπης (Ισπανία, Γερμανία, Ελβετία κ.α.). Η «συγκατοίκηση» με βάση τις συνεταιριστικές αρχές, προσφέρει ένα δημοκρατικό μοντέλο διαχείρισης της κατοικίας, διασφαλίζει χαμηλό κόστος σε σχέση με την αγορά και τονώνει την κοινοτική συνεργασία, την αυτοβοήθεια και την αυτοκαστασκευή για πολλές ομάδες πληθυσμού (φοιτητές, ηλικιωμένους, διαγενεακή στέγαση, και άλλες ειδικές και ευάλωτες ομάδες).
 
Για να είναι όμως εφικτή η παραπάνω πολιτική πρέπει να εντάσσεται σε μια σύγχρονη και αναγκαία συνθήκη ανάπτυξης ολοκληρωμένων χωρικών παρεμβάσεων για την αναβάθμιση των υποδομών και εξυπηρετήσεων στις γειτονιές. Η κατοικία υπάρχει μέσα σε ένα πλέγμα άλλων δραστηριοτήτων και χρήσεων που είναι ζωτικές για την βιωσιμότητα της όπως οι αθλητικοί χώροι, οι πράσινοι ελεύθεροι χώροι, τα σχολεία, οι παιδικές χαρές, η μικρή εμπορική δραστηριότητα, οι αξιόπιστες συγκοινωνίες και η ασφάλεια.

Όλγα Μπαλαούρα

KONTRANEWS