Macro

Κατέ Καζάντη: Τι να κάνουμε: Η Αριστερά -ξανά- στον καθρέφτη

Ο ιδιοκτήτης της Meta, του facebook και του Instagram Μαρκ Ζούκερμπεργκ απέλυσε καμιά δεκαπενταριά χιλιάδες υπαλλήλους μες στη χρονιά, διότι ήθελε, λέει, να περιορίσει τα κόστη του και να επενδύσει στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Ο Έλον Μασκ, άμα τη εξαγορά του Twitter, ζήτησε 12ωρα και δουλειά 7 μέρες την εβδομάδα για να επιτευχθούν οι στόχοι οι δικοί του. Επέβαλε την αξιολόγηση των υφισταμένων από τους διευθυντές για να ξεσκαρτάρουν ποι@ πρέπει να απολυθούν και ποι@ όχι. Πάμπολλ@, φυσικά, απολύθηκαν. Η περιβόητη «μείωση του εργατικού κόστους» ως αναπτυξιακού παράγοντα, ως μέτρου που ευνοεί τον επίσης περιβόητο ανταγωνισμό, αποτελεί σύγχρονη πανάκεια. Επί της ουσίας, το πιο δοκιμασμένο φάρμακο για την αύξηση του υπερκέρδους. Η τεχνολογική εξέλιξη προχωρά γρηγορότερα από ποτέ, αναδιοργανώνοντας τους όρους της εργασίας και καταστρέφει, αντί να φτιάχνει, τις ζωές των πολλών.
 
Αλλά αυτό είναι ο καπιταλισμός, η καταστροφή του λογικού: Η εκμετάλλευση που προκαλεί δυστυχία στο μεγαλύτερο μέρος των ζωών του πλανήτη, την ώρα που η μεγέθυνση της παραγωγικής ανάπτυξης υπόσχεται καθολική ευημερία, αποτελεί την κεντρική αντίφαση, τον βαθύ ανορθολογισμό του συστήματος. Ο οποίος μάλιστα παρουσιάζεται ηγεμονικά, ως μόνη λογική θεώρηση της κοινωνίας, πείθοντας για την «αλήθεια» του τις εκμεταλλευόμενες μάζες. Που, αλλοτριωμένες, μετατρέπονται από δύναμη ανατροπής του συστήματος σε δύναμη ενδυνάμωσής του. Το γεγονός ότι η εργασία των πολλών είναι η δύναμη που παράγει τον πλούτο των ολίγων και την παρελκόμενη ανάπτυξη λησμονιέται.
 
Αυτή η σχάση του εργάτη με την ταξική του συνείδηση, μια μακριά και σύνθετη διαδικασία, καταλήγει σ’ εκείνη την κατάσταση των πραγμάτων που ονομάζουμε οπισθοδρόμηση. Ένας αυτοχειριαστικός συντηρητισμός καταδικάζει τον κόσμο της εργασίας σε παρακολούθημα των αλλεπάλληλων συστημικών κρίσεων, χωρίς συντεταγμένο παρεμβατικό ρόλο. Όλη η δυστυχία που παρατηρείται στον σύγχρονο κόσμο μας εδώ έχει τη ρίζα της.
Ψευδής συνείδηση
 
Ακολουθώντας τον Γκέοργκ Λούκατς, πολλές φορές «η Ιστορία μετασχηματίζεται σε ανορθολογική δράση τυφλών δυνάμεων». Από την ώρα μάλιστα που η ψευδής, ψυχολογικού τύπου, συνείδηση κυριαρχεί, οι παραγωγικές σχέσεις διαμορφώνονται προς όφελος των από πάνω. Η στρέβλωση είναι προφανής: η τάξη εκείνων που δεν έχουν άλλο να πουλήσουν παρεκτός τα χέρια ή το μυαλό τους μαστίζονται από τον κοινωνικό αυτοματισμό. Ενσωματώνουν τις μορφές της αστικής κουλτούρας που ευνοούν την υποταγή. Υποκύπτουν ιδεολογικά.
 
Ετσι, ο κατεξοχήν αγώνας του κόσμου της εργασίας είναι «κυρίως ένας αγώνας του προλεταριάτου με τον ίδιο του τον εαυτό: με τα καταστρεπτικά και φθαρτικά αποτελέσματα του καπιταλιστικού συστήματος πάνω στην ταξική του συνείδηση. Το προλεταριάτο έχει κατακτήσει μια πραγματική νίκη μόνο αν έχει ξεπεράσει αυτά τα αποτελέσματα στον ίδιο του τον εαυτό».
 
Το κόμμα, λοιπόν, φορέας, εκπρόσωπος των συμφερόντων του οφείλει να στέκει αρωγός σε αυτή τη διαδικασία αυτοσυνειδησίας. Ο ρόλος του εξάλλου, εκ φύσεως εξεγερσιακός, δεν -πρέπει να- εξαντλείται στο «να δικαιολογήσει κάποιον “επαναστατικό γραφειοκρατισμό” και ένα παιδιάστικο παιχνίδι με “δημοκρατικά” σχήματα» (Λένιν). Χρειάζεται να μετατρέψει τη θεωρία σε υλική δύναμη για να κυριεύσει τις μάζες (Μαρξ), μια δουλειά πολιτικής ζύμωσης που φωτίζει όλες τις πλευρές της ζωής.
Διαρκείς υποχωρήσεις
 
Αλλά η απεύθυνση στα λαϊκά στρώματα δεν μπορεί να γίνεται ετεροπροσδιορισμένα, με όρους και κανόνες που υπαγορεύει ο αντίπαλος. Σήμερα η εξομάλυνση του ριζοσπαστισμού κυριαρχεί στην Αριστερά. Οι ιδέες υποχωρούν, μαζί με τα πολιτικά της προτάγματα, ως μη ευπώλητα προϊόντα. Οι διαρκείς υποχωρήσεις, στην κατεύθυνση που επιβάλλει το κεφάλαιο, είναι χαρακτηριστικές σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Το βαθύ και απόρθητο κράτος του πλούτου, με τη μορφή των ΜΜΕ, ως ηγεμονικό μηχανισμό, προελαύνει. Οι όροι μιας μιντιακής, φέικ πραγματικότητας, και όχι η ίδια η κοινωνία, είναι εκείνοι που επιβάλλουν «νέες» πολιτικές, «νέα», αγοραία πρόσωπα, στρογγυλό δημόσιο λόγο, ανταγωνιστική, ατακαδόρικη, επιφανειακή αισθητική. Και αντικαθιστούν με τούτα την ιδεολογική-πολιτική αντιπαράθεση, καταργώντας τις διαχωριστικές γραμμές. Ενσωματώνονται σ’ εκείνο που θα έπρεπε να πολεμούν, στρεβλώνοντας τα επίδικα. Αν όμως δανείζεσαι από την αγορά -πρόσωπα, ιδέες, συμπεριφορές κ.ο.κ.-, δανείζεσαι ταυτόχρονα την ηθική της. Νομιμοποιείς τον αντίπαλο και σπρώχνεις επί της ουσίας τις πλατιές μάζες σε αυτόν. Με αποτέλεσμα να καταγράφεις ήττες.
 
Και επειδή «την επανάσταση δεν πρέπει να τη φανταζόμαστε σαν μία και μόνη πράξη (…) αλλά σαν μια σειρά γοργών εναλλαγών, ισχυρών ή ασθενικών εκρήξεων με περιόδους μικρής ή μεγάλης ηρεμίας», το να επαναψηλαφίσεις την πραγματικότητα, να επανενωθείς απευθείας με το κοινωνικό σώμα, πέρα από τις κατασκευές που επιβάλλουν οι μηχανισμοί του συστήματος, είναι μια πρώτη επαναστατική πράξη.
 
Διότι όταν το κόμμα-οργανικός διανοούμενος αναπροσαρμόζεται κατά τα πρότυπα στα οποία το σπρώχνει ο αντίπαλος, ο ιστορικός του ρόλος απομειώνεται. Παύει να είναι πρωτοπορία και σπρώχνει ταυτόχρονα σε διολισθήσεις τις τάξεις που παραδοσιακά εκπροσωπεί. Επί της ουσίας, παραφράζοντας τη Λούξεμπουργκ, η κίνηση των μαζών επαναλαμβάνει διόλου «γονιμότερα και πολυτιμότερα» τα λάθη της -όποιας- Κεντρικής Επιτροπής.
 
Στην Ελλάδα, το κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς ευτύχησε να βρεθεί στην κυβέρνηση – όχι φυσικά στην εξουσία. Δεν είναι διόλου δύσκολο να ξαναβρεθεί στην ίδια, πολλαπλώς ηγεμονική, θέση. Κοιτώντας, απλώς, στον καθρέφτη του.
 
Κατέ Καζάντη