Macro

James Baldwin «Ανέβα στο βουνό να το φωνάξεις», μετάφραση: Χρήστος Οικονόμου, εκδόσεις Πόλις, 2024

Διαβάζω ότι όταν ο Τζέιμς Μπόλντουιν τελείωσε το «Ανέβα στο βουνό να το φωνάξεις», έπαθε νευρικό κλονισμό. Πάλευε με το κείμενο για πάνω από δέκα χρόνια. Γιατί τον ανάγκαζε να θυμηθεί όλα όσα ήθελε να ξεχάσει, όλα εκείνα για τα οποία ντρεπόταν… Γιατί για να το κλείσει έπρεπε να φτύσει όλα όσα τον είχαν αναγκάσει για χρόνια να καταπίνει. Τα ξανάζησε λοιπόν όλα, τα ξανάνιωσε στο μαύρο πετσί του, κράτησε ό,τι δικό του κι έφτυσε ό,τι του είχε επιβληθεί, και σωριάστηκε, όπως ο κεντρικός χαρακτήρας στο μυθιστόρημα, ο έφηβος Τζον, υπό το κράτος της ανακάλυψης του εαυτού του. Ξανασηκώθηκε, όπως ο Τζόνι και εντελώς διαφορετικά, έτοιμος.
 
 
Όταν εκδίδεται το πρώτο αυτό μυθιστόρημά του, το οποίο θεωρείται πλέον από τα καλύτερα σύγχρονα αμερικανικά μυθιστορήματα και άνοιξε δρόμους στη μαύρη λογοτεχνία, το 1953, ο Μπόλντουιν είναι 28 χρονών, ζει στο Παρίσι και ξέρει πολύ καλά πια ότι δεν είναι ο νέγρος κανενός. Σε τέσσερα χρόνια, μια άλλη έλλαμψη θα τον οδηγήσει πίσω στον τόπο του, για να μιλήσει στον κόσμο ξανά, όχι από άμβωνος αυτή τη φορά, όχι σε συγκεντρώσεις αφύπνισης, σαν αυτές που οργανώνονται στην Εκκλησία στο Ανέβα στο βουνό, αλλά από το βάθρο του ακτιβιστή για τα πολιτικά δικαιώματα. Έχει δέσει τα παπούτσια του, όπως ο Τζον στο τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος, και έχει ξεκινήσει.
 
Σε μια συνέντευξή του, δέκα χρόνια αργότερα, σχολιάζοντας την ανάγκη των λευκών να έχουν ένα νέγρο, ο Μπόλντουιν δήλωνε ότι «δεν είναι νέγρος, είναι άνθρωπος». Αυτή η αναζήτηση της ταυτότητας μέσα και πέρα από τον φυλετικό προσδιορισμό χαρακτηρίζει το σύνολο του έργου του, που συνειδητά επιδιώκει, όπως έχει επισημάνει ο Αλέν Μαμπανκού, να βγάλει την αφροαμερικανική λογοτεχνία από τα στεγανά της. Είναι ήδη παρούσα στο πρώτο αυτό μυθιστόρημά του, το μυθιστόρημα μαθητείας του δεκατετράχρονου Τζον, που αντιμετωπίζει αποφασιστικά τους δαίμονές του τη μέρα των γενεθλίων του. Ενός αγοριού που μισεί τον ιεροκήρυκα πατέρα του που δεν είναι πατέρας του, όπως δεν είναι και άγιος· έχει κληρονομήσει από τον αληθινό του πατέρα τη δίψα για τη γνώση και τα ταλέντα που μόλις ανακαλύπτει· μένει στο Χάρλεμ και τον μαγεύει η μεγάλη πόλη· ζει μέσα στη φτώχεια, σε μια μιζέρια που περιγράφεται με όρους μπαλζακικούς, στις σκηνές λόγου χάρη που καθαρίζει το σπίτι και πνίγεται από τη σκόνη, μια σκόνη πραγματική και μαζί συμβολική, και ονειρεύεται ένα άλλο μέλλον, μακριά από τον στενό δρόμο όπου ζουν οι δικοί του, μες στην ταπείνωση, στις φαρδιές λεωφόρους όπου δεν αγαπούν τους μαύρους· ζει μέσα στην Εκκλησία και μακριά της και βρίσκει τη σωτηρία, μια πρώτη σωτηρία στην αποδοχή της κλήσης του Θεού, τον οποίο αποδέχεται να υπηρετήσει. Η ιστορία σταματάει εκεί. Εμείς γνωρίζουμε πολύ καλά ότι αυτή η πρώτη επιλογή σύντομα θα αναθεωρηθεί.
 
 
Οργή και μαζί ντροπή
 
 
Ο Τζον κουβαλάει ένα αβάσταχτο φορτίο που τον καταρρακώνει, μια αίσθηση ενοχής για όλα τα αισθήματα, όλες του τις επιθυμίες, για κάθε λαχτάρα και κάθε πόθο του, για τη διαφορετικότητά του. Για την αποστασιοποίησή του από τη ζωή της κοινότητάς του, που ταλαντεύεται ανάμεσα σε μια κατ’ επίφαση αγιότητα και τον βούρκο, και την επιθυμία του να αλλάξει ζωή· για την επιθυμία του για τα αντρικά κορμιά, που αναφέρεται εντελώς συνοπτικά αλλά την διαβάζει κανείς στο βλέμμα του, στις εξαιρετικές περιγραφές του εκστατικού χορού του μέντορά του Ελάισα για παράδειγμα· για το αμάρτημά του ότι είδε γυμνό τον πατέρα του, όπως ο Χαμ τον Νώε κι ο Νώε καταράστηκε τον γιο του – κι έγινε το επεισόδιο αυτό επιχείρημα για τους ρατσιστές. Κουβαλάει οργή και μαζί ντροπή για όσα είναι και όσα θα ήθελε να είναι, έχοντας εσωτερικεύσει το βλέμμα και τη βία του ρατσισμού με αποτέλεσμα να μην ξέρει καν ποιος είναι. Και κάνει ειρήνη με τον εαυτό του με τα μέσα που έχει.
 
Τη ζωή του την κατακλύζει ένας ήχος, από τη στιγμή που ανάσανε στον κόσμο, ο ήχος μιας μνήμης απροσδιόριστης, μιας ταυτότητας ακαθόριστης, που εμφιλοχωρεί στον λόγο και στην κίνηση, στην προσευχή και στους ύμνους, στα λόγια τα καθημερινά και τα άλλα της κραιπάλης· στον θυμό, στην καρτερία και στην εξέγερση. Σε μια από τις πολλές συγκλονιστικές σκηνές του έργου, ο Τζον αναγνωρίζει την οργή και τον θρήνο της φυλής του, που χωρίς φωνή, χωρίς λόγια, τού μιλούν «για μια μελαγχολία χωρίς όρια, για την πιο πικρή υπομονή, και τη μακρύτερη νύχτα· για το πιο βαθύ νερό, τις πιο γερές αλυσίδες, το πιο σκληρό μαστίγιο· για την πιο εξαθλιωμένη ταπεινότητα, το πιο απόλυτο κελί, το βεβηλωμένο κρεβάτι του έρωτα, και την ατιμασμένη γέννα, και τον πιο αιματοβαμμένο, φρικαλέο, αιφνίδιο θάνατο. Ναι, το σκοτάδι βοούσε φονικό: το κορμί μέσα στο νερό, το κορμί μέσα στη φωτιά, το κορμί πάνω στο δέντρο». Μπροστά είναι παραταγμένες «οι στρατιές της σκοτεινιάς» και πρέπει να μάθει ποιοι είναι όλοι αυτοί και ποιος είναι ο δικός του δρόμος.
 
 
Για την Αμερική των διακρίσεων και της ρατσιστικής βίας
 
 
Αυτή η οργή κι αυτός ο θρήνος διαμορφώνουν κορδωμένους και υποκριτές άντρες κι άλλους που παίζουν τη ζωή τους στα ζάρια, καρτερικές και δυστυχισμένες γυναίκες, γεννάνε βία μέσα και έξω από την οικογένεια, κοινωνικό έλεγχο που επιτείνεται από την εξουσία της εκκλησίας. Με μια ορμητικά μοντερνιστική γραφή, ο Μπόλντουιν πραγματεύεται την πολυπλοκότητα της μαύρης ταυτότητας στην ιστορική της διαδρομή και τις διαφορετικές της εκφάνσεις, με εξαιρετική διαύγεια, εγκιβωτίζοντάς την στις ιστορίες των ολοζώντανων προσώπων του – από τη σκλαβιά του Νότου στη Μεγάλη Μετανάστευση και στο Χάρλεμ της χαμοζωής, του μίσους που έχει τόσα πρόσωπα όσα και η υπομονή και η προσδοκία της σωτηρίας. Η αφήγησή του, η οποία χτίζεται από χωρία των ιερών κειμένων και στίχους των ύμνων της πεντηκοστιανής εκκλησίας, αντηχεί αυτόν τον τρομερό ήχο που στοιχειώνει τον Τζον και μαζί τον μετατρέπει, όμως, σε απελευθερωτική μουσική, τη μουσική της κερδισμένης από τον κατακερματισμό ανθρώπινης φωνής και ταυτότητας. Μια συγκλονιστική ιστορία για το Χάρλεμ του μεσοπολέμου, για την Αμερική των διακρίσεων και της ρατσιστικής βίας, για τον αγώνα και την αγωνία της ταυτότητας, των πολλών και διαφορετικών ταυτοτήτων που συγκροτούν το ανθρώπινο πρόσωπο, σε μια εξαιρετική, νέα μετάφραση, του Χρήστου Οικονόμου, που παρακολουθεί με τον καλύτερο τρόπο τον ρυθμό και την ανάσα της.
 
Τιτίκα Δημητρούλια