Macro

Χρήσιμοι ηλίθιοι

Ήταν μια καλή μέρα για τον Ντόναλντ Τραμπ. Οι ασφυκτικές πιέσεις που δεχόταν όλο το προηγούμενο διάστημα για τις προεκλογικές διασυνδέσεις του επιτελείου του με τη Ρωσία εξαφανίστηκαν έπειτα από την πολύνεκρη επίθεση στο Μανχάταν. Όταν μάλιστα έγινε γνωστό ότι δράστης ήταν ένας μετανάστης που είχε λάβει πράσινη κάρτα χάρη σε πρόγραμμα της κυβέρνησης Ομπάμα, ο Αμερικανός Πρόεδρος μετά βίας μπορούσε να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό του.

«Ο τρομοκράτης εισήλθε στη χώρα μας χάρη στο πρόγραμμα για την κλήρωση βίζας, ένα θαύμα του Τσακ Σούμερ» ήταν το σχόλιό του στο Twitter που αναφερόταν στον Δημοκρατικό γερουσιαστή ο οποίος προώθησε το επίμαχο νομοσχέδιο. «Πρέπει να γίνουμε πιο σκληροί, πιο έξυπνοι και πολύ λιγότερο πολιτικά ορθοί» διέγνωσε ο Αμερικανός Πρόεδρος προαναγγέλλοντας την κατάργηση του προγράμματος, την εντατικοποίηση των απελάσεων και την αναβίωση του κολαστηρίου του Γκουαντάναμο.

Η αντιμεταναστευτική ατζέντα του Τραμπ και η προσπάθειά του να δαιμονοποιήσει τους μουσουλμάνους ερεθίζοντας τα ρατσιστικά ανακλαστικά του πολιτικού του ακροατηρίου πέρασαν έτσι σε πρώτο πλάνο αφήνοντας στο περιθώριο ένα πρότυπο που τα τελευταία χρόνια αρχίζει να γίνεται ανησυχητικά γνώριμο. Ο 29χρονος δράστης Σαϊφούλο Σαΐποφ από το Ουζμπεκιστάν ήταν, λέει, γνωστός στο FBI για τις εξτρεμιστικές πεποιθήσεις του και συνδεόταν με υπόπτους που βρίσκονταν στο επίκεντρο σχετικών ερευνών.

Τα παραδείγματα δραστών που βρίσκονταν ήδη στο μικροσκόπιο των υπηρεσιών ασφαλείας και παρ’ όλα αυτά κατόρθωσαν να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους χωρίς προβλήματα είναι αναρίθμητα. Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα η γερμανική εφημερίδα “Berliner Morgenpost” σημείωνε ότι ο Ανίς Αμρί, που τον περσινό Δεκέμβριο πραγματοποίησε επίθεση με φορτηγό σε χριστουγεννιάτικη αγορά στο Βερολίνο, όχι απλώς ήταν γνωστός στις αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες, αλλά είχε και για καιρό δίπλα του έναν πληροφοριοδότη τους.

Στη σχετική κυβερνητική έκθεση ο πράκτορας αναφέρεται απλώς με την κωδική ονομασία «VP01». Στους ισλαμιστικούς κύκλους στους οποίους σύχναζε ήταν γνωστός ως «Μουράτ». Στην έρευνά του για λογαριασμό του βερολινέζικου κοινοβουλίου ο ανακριτής Μπρούνο Γιοστ συμπεραίνει πως η επίθεση θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί αν ο πράκτορας δρούσε διαφορετικά.

Το συμπέρασμα συμμερίζονται και οι συνήγοροι υπεράσπισης των υπόπτων που συνελήφθησαν ως συνεργάτες του Αμρί. Όπως αναφέρουν, τα μέλη του «τρομοκρατικού πυρήνα» ήθελαν να ταξιδέψουν στη Συρία και να πολεμήσουν για το Ισλαμικό Κράτος. Ο Μουράτ όμως τους συμβούλευε διαφορετικά: «Δεν έχετε ούτε διαβατήρια. Κάντε κάτι εδώ, πραγματοποιήστε μια επίθεση».

Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, ο Μουράτ ήταν πάντοτε ο πιο ακραίος και σε κάθε συζήτηση δεν παρέλειπε να τονίσει ότι ψάχνει άτομα «ικανά για επιθέσεις». Ο δικηγόρος Γιόχαν Πάουτς αναφέρει ότι ο Μουράτ υποδείκνυε συνέχεια στον ανήλικο πελάτη του πιθανά σημεία για επιθέσεις και τον παρακινούσε συστηματικά και επίμονα να περάσει στη δράση.

Πίσω από όλα αυτά προβάλλει ένα άλλο μοτίβο, ακόμη πιο ανησυχητικό. Πριν από πέντε χρόνια Ρεζβάν Φερντούς, ένας 26χρονος Αμερικανός υπήκοος με καταγωγή από το Μπανγκλαντές, καταδικάστηκε σε 17 χρόνια κάθειρξη για την απόπειρά του να ανατινάξει το Πεντάγωνο και το Καπιτώλιο.

Δεν θα υπήρχε τίποτε περίεργο στην υπόθεση αν η όλη επιχείρηση δεν είχε σχεδιαστεί από πράκτορα του FBI ο οποίος είχε διεισδύσει στον κύκλο του υπόπτου προμηθεύοντάς τον μάλιστα και με τα ψεύτικα εκρηκτικά που επρόκειτο να χρησιμοποιήσει στην επίθεση. Σύμφωνα με τους γονείς του καταδικασθέντος, ο γιος τους αντιμετώπιζε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και στην πραγματικότητα ήταν τελικά το θύμα της επιχείρησης.

Στο δαιδαλώδες αντιτρομοκρατικό τοπίο που διαμορφώθηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου η συγκεκριμένη πρακτική αποτελεί συχνά τον κανόνα στις επιχειρήσεις με στόχο τη διείσδυση σε ομάδες ακραίων ισλαμιστών. Επιχειρήσεις που πολλές φορές βασίζονται στην ενθάρρυνση νεαρών και πολλές φορές διαταραγμένων ατόμων να διαπράξουν επιθέσεις.

Είναι βάσιμο να υποθέτει κανείς ότι πολλοί από αυτούς θα έμεναν στα λόγια αν κάποιος πράκτορας δεν τους ψιθύριζε συνεχώς στο αυτί να περάσουν στη δράση διευκολύνοντάς τους μάλιστα με κάθε τρόπο. Πού να βρίσκονται τελικά τα όρια ανάμεσα στη διείσδυση και την παγίδευση; Η μήπως δεν υπάρχουν πια;

Το 2014 η αμερικανική μη κυβερνητική οργάνωση Human Rights Watch (HRW) έδωσε στη δημοσιότητα μια έκθεσή της που αμφισβητούσε έντονα τη νομιμότητα πολλών προληπτικών αντιτρομοκρατικών επιχειρήσεων στις ΗΠΑ καταλήγοντας μάλιστα στο συμπέρασμα ότι μια σειρά σχέδια και πλεκτάνες για τρομοκρατικές επιθέσεις ήταν «προϊόντα» των αντιτρομοκρατικών υπηρεσιών.

«Λέγεται στους Αμερικανούς ότι η κυβέρνησή τους τούς προστατεύει αποτρέποντας τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ. Αν όμως κοιτάξεις πιο προσεκτικά, παρατηρείς ότι πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους δεν θα είχαν διαπράξει ποτέ κάποιο έγκλημα αν κάποιος πράκτορας δεν τους ενθάρρυνε, δεν τους πίεζε και μερικές φορές δεν τους πλήρωνε για να διαπράξουν τρομοκρατικές ενέργειες» τόνισε η Άντρεα Πράσαου κατά την παρουσίαση της έκθεσης.

Βασισμένη σε 215 συνεντεύξεις και επικεντρώνοντας την προσοχή της σε 27 σχέδια τρομοκρατικών επιθέσεων που αποτράπηκαν μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η HRW κατέληξε στο συμπέρασμα «ότι σχεδόν το 30% αφορούσε επιχειρήσεις διείδσυσης στις οποίες ο πληροφοριοδότης έπαιξε ενεργό ρόλο στον βασικό σχεδιασμό».

Είναι μια ιστορία παλιά όσο και οι Δίδυμοι Πύργοι. Στην πρώτη τρομοκρατική επίθεση εναντίον τους, εκείνη του 1993, ο πρώην αξιωματικός του αιγυπτιακού στρατού και έμμισθος πληροφοριοδότης του FBI Εμάντ Σαλέμ συμμετείχε στην ομάδα που τοποθέτησε τα εκρηκτικά στο υπόγειο πάρκινγκ. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης ο Σαλέμ επαναλάμβανε ότι πίστευε πως μετέφερε ψεύτικα εκρηκτικά όπως προέβλεπε το αρχικό σχέδιο.

Και η απορία παραμένει: «Ήταν υπό τον έλεγχο του FBI για τρία με πέντε χρόνια. Γνώριζαν τι έκανε ο γιος μου. Ήξεραν πού πήγαινε και ποιες σελίδες του Ίντερνετ επισκεπτόταν. Πώς μπόρεσε επομένως να συμβεί; Πως μπορούσαν να ελέγχουν κάθε βήμα του και να μιλούν σήμερα για τρομοκρατική ενέργεια;» διερωτάται η Ζουμπαΐτ Τσαρνάεβα, μητέρα του Ταμερλάν Τζογκάεφ από το Κιργιστάν, δράστη της βομβιστικής επίθεσης στον μαραθώνιο της Βοστώνης τον Απρίλιο του 2013.

O ισραηλινός ιστότοπος Debka, που ειδικεύεται σε θέματα ασφαλείας, υποστήριζε τότε επικαλούμενο πηγές «αντιτρομοκρατικών και μυστικών υπηρεσιών» ότι τα δύο αδέλφια είχαν «στρατολογηθεί από τις αμερικανικές υπηρεσίες» προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση σε δίκτυα τζιχαντιστών στον ρωσικό Καύκασο, αλλά τελικά «στράφηκαν κατά των εργοδοτών τους». Όπως δηλαδή παλαιότερα ο Οσάμα Μπιν Λάντεν, που αποτελεί μέχρι σήμερα το κορυφαίο παράδειγμα της συγκεκριμένης πρακτικής. Όχι όμως, από ό,τι δείχνουν τα πράγματα, και το τελευταίο.

Μιχάλης Τρίκκας

Πηγή: Η Αυγή