Macro

Γιάννης Σιώτος: Η νομιμοποίηση της λιτότητας

Με επιχείρημα ότι το χρέος δεν μπορεί να θεραπευτεί με περισσότερο χρέος, οι ελληνικές κυβερνήσεις από το 2010 μέχρι σήμερα επέβαλαν την εξαντλητική λιτότητα. Ακολουθώντας τις συνταγές των Σουμπέτερ, Μίσες και Χάγεκ, απέρριψαν το κράτος και τις παρεμβάσεις του οδηγώντας ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας στη φτώχεια. Μία ερμηνεία των όσων είπε στους βιομηχάνους ο πρόεδρος του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα μπορούσε να είναι ότι με την τοποθέτησή του έστειλε σαφές μήνυμα στην υπόλοιπη ελληνική κοινωνία ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική πέραν του αποπληθωρισμού των μισθών και της συρρίκνωσης των δημόσιων δαπανών. Αν ισχύει, τότε εύλογα ανακύπτουν ορισμένα ερώτημα: Γνωρίζει τα αποτελέσματα των απόψεών του; Γνωρίζει πού οδηγεί η λιτότητα; Αντιλαμβάνεται τι σημαίνει η οργή και η απελπισία των ανθρώπων που εγκλωβίζονται σε διαρκή ανασφάλεια και ανέχεια;

Φυσικά μόνο ο ίδιος μπορεί να απαντήσει, αλλά έχοντας υπόψη τις μέχρι τώρα δημόσιες τοποθετήσεις του, όσοι παρατηρούν από απόσταση τις εξελίξεις με περισσή βεβαιότητα μπορούν να υποθέσουν ότι ο άνθρωπος αυτός δεν συμβουλεύτηκε την Ιστορία πριν εξαγγείλει τον ιστορικό συμβιβασμό με τη λιτότητα. Η ταραχώδης περίοδος 1920-1939 προσφέρεται για να αντιληφθεί κανείς πού οδηγούν οι αυταπάτες.

Στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1920 οι γεωργικές τιμές μειώνονταν, η ανεργία αυξανόταν και η χρηματιστηριακή αγορά άνθιζε. Το 1929, τα φορολογικά έσοδα κατέρρευσαν και το έλλειμα εκτινάχτηκε. Ο πρόεδρος Χούβερ υποστήριξε ότι η χώρα δεν θα μπορούσε να «διαβιοί εν ευημερία πάνω στα ερείπια των φορολογουμένων της», αλλά το 1931 προχώρησε ταυτοχρόνως σε αύξηση φόρων και περικοπή δαπανών. Εως το 1933 η ανεργία εκτοξεύτηκε στο 23% και η οικονομία κατέρρευσε. Τελικά, η οικονομία των ΗΠΑ δεν κατόρθωσε να ανακάμψει πλήρως παρά μόνο όταν οι τεράστιες πολεμικές δαπάνες μείωσαν την ανεργία στο 1,2% το 1944.

Η κατάσταση δεν ήταν καθόλου καλύτερη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Για να αναπτυχθεί μετά τον πόλεμο, το Λονδίνο θα έπρεπε να έχει υποτιμήσει τη λίρα. Το Ηνωμένο Βασίλειο, όμως, ήταν η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη στον κόσμο και η βάση του κανόνα του χρυσού και η υποψία υποτίμησης θα δημιουργούσε πανικό. Η υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία οδήγησε σε περαιτέρω επιδείνωση, η οποία εξελίχτηκε σε βρόχο όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες αύξησαν τα επιτόκια το 1929 για να συγκρατήσουν την απογείωση της Wall Street και τέθηκε σε ισχύ (1930) το Σχέδιο Γιανγκ για την αποπληρωμή των γερμανικών αποζημιώσεων. Δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορούσε ούτε να ανατιμήσει ούτε να υποτιμήσει το νόμισμά του, επέμεινε στον αυτοκαταστροφικό αποπληθωρισμό – δηλαδή στη λιτότητα. Παρά τους επανειλημμένους γύρους περικοπών των δαπανών και παρά το γεγονός της εγκατάλειψης του κανόνα του χρυσού, το βρετανικό χρέος αυξήθηκε από 170% του ΑΕΠ το 1930 στο 190% το 1933.

Τα δεινά της Γερμανίας κατά την περίοδο αυτή αποδίδονται στον υπερπληθωρισμό του 1923. Αλλά ο υπερπληθωρισμός ήταν πολύ περισσότερο μια συνειδητή πολιτική της κυβέρνησης για να αποφύγει την πληρωμή αποζημιώσεων στη Γαλλία, παρά μια ασύνετη προσπάθεια μιας κεϊνσιανής επιδίωξης οικονομικής τόνωσης που πήγε στραβά. Μετά την κατοχή του Ρουρ από τη Γαλλία το 1923, η γερμανική κυβέρνηση άρχισε να πληρώνει τους μισθούς των τοπικών εργατών σαν μια πράξη αντίστασης, με αποτέλεσμα το έλλειμμα να κορυφωθεί. Η Reichsbank τύπωνε χρήμα για να καλύψει το έλλειμμα, γεγονός που προκάλεσε την υποτίμηση της αξίας του γερμανικού μάρκου. Αυτό έκανε την πληρωμή των επανορθώσεων αδύνατη, επιβάλλοντας μια επαναδιαπραγμάτευση του γερμανικού χρέους. Λίγο αργότερα, όμως, ο πληθωρισμός σταθεροποιήθηκε και η χώρα άρχισε να στέκεται και πάλι στα πόδια της. Οταν το Σχέδιο Γιανγκ για την αποπληρωμή του χρέους προκάλεσε έξοδο των αμερικανικών ιδιωτικών κεφαλαίων από τη Γερμανία, η Reichsbank αποφάσισε να αυξήσει τα επιτόκια για να αντιμετωπίσει την εκροή, ωθώντας την οικονομία σε ύφεση. Ομως όσο περισσότερο η κυβέρνηση περιέκοπτε τόσο περισσότερο οι ναζί κέρδιζαν σε απήχηση. Στις εκλογές του 1930 οι ναζί κέρδισαν το 18,3% των ψήφων και έγιναν το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα στο Ράιχσταγκ. Μέχρι το 1933, καθώς οι περικοπές συνεχίζονταν, πήραν το 43,9% των ψήφων. Η λιτότητα, και όχι ο πληθωρισμός, έδωσε στον κόσμο τον εθνικοσοσιαλισμό.

Αυτές οι τρεις ιστορίες είναι απτές αποδείξεις τόσο για το πού οδηγούνται οι κοινωνίες όταν το πολιτικό σύστημα τις εγκλωβίζει στη λιτότητα όσο και για τον ρόλο –και τη σημασία– των πολιτικών δυνάμεων που υπερασπίζονται τον κοινωνικό ρόλο του κράτους και δεν μπερδεύουν την κοινωνική δικαιοσύνη με τη φιλανθρωπία.

O Γιάννης Σιώτος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ