Μεταφράσεις

Η «γενεαλογία» των εμφυλίων πολέμων

«Η αλήθεια είναι, λένε, το πρώτο θύμα των πολέμων. Η γλώσσα ίσως να είναι το πρώτο θύμα των εμφυλίων πολέμων». Με αφετηρία αυτήν τη σκέψη, και επιλέγοντας ως επίκαιρο παράδειγμα την περίπτωση της Συρίας, ο Ντέιβιντ Αρμιτάζ, καθηγητής Ιστορίας  και πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας στο αμερικανικό πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, παρουσιάζει το συμβολικό και πολιτικό παιχνίδι της γλώσσας για να χαρακτηριστεί ή όχι μια σύγκρουση ως «εμφύλιος πόλεμος». Το συγκεκριμένο άρθρο παραπέμπει στο βιβλίο του με τίτλο Civil Wars: A History in Ideas, που θα εκδοθεί το 2017 στις ΗΠΑ.

Οι συγκρούσεις στη Συρία διανύουν τον έκτο χρόνο τους, έχουν κοστίσει 250.000 ζωές, έχουν εκτοπίσει τον μισό πληθυσμό της χώρας, έχουν στείλει περί τα πέντε εκατομμύρια πρόσφυγες σε αναζήτηση ασφαλών καταφυγίων, και κατέστρεψαν πόλεις όπως το Χαλέπι και η Χομς αλλά και τα ερείπια της αρχαίας Παλμύρας. Αυτή η φρίκη είναι διεθνώς γνωστή ως ο εμφύλιος πόλεμος της Συρίας, και ως τέτοιον τον έχουν γνωρίσει οι κάτοικοι της Συρίας σχεδόν από το ξεκίνημά του.

Για τα θύματα του Άσαντ, αυτό που συνέβαινε ξεπερνούσε τα όρια της αντίστασης ενάντια στην καταπίεση. Ήταν μια πολύπλευρη και αγωνιώδης πάλη για να απαλλαγεί το κράτος από τον πρόεδρο και τα πρωτοπαλίκαρά του, που είχαν γραπωθεί από την εξουσία με κάθε κόστος. Ήταν με δυο λόγια ένας εμφύλιος πόλεμος. Παρ´ όλα αυτά χρειάστηκε να φτάσουμε μέχρι τον Ιούλιο του 2012 για να επιβεβαιώσει η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού ότι αυτό που συνέβαινε εκεί ήταν πράγματι μια ένοπλη σύγκρουση χωρίς διεθνή χαρακτήρα: αυτή είναι η επίσημη νομική διατύπωση για εκείνο που αποκαλείται κοινώς «εμφύλιος πόλεμος». Κι οι άνθρωποι που έπεσαν μέσα σ’ αυτό το χρόνιο χάσμα ανάμεσα στη νομική ορολογία και στο κοινώς κατανοητό, έφτασαν τους 17.000. Το πώς λοιπόν θα πρέπει να προσδιοριστούν συγκρούσεις σαν αυτές της Συρίας είναι ζήτημα που ξεπερνά το σημασιολογικό επίπεδο. Μπορεί να γίνει ζήτημα ζωής ή θανάτου για χιλιάδες ανθρώπους.

Η αλήθεια είναι το πρώτο θύμα των πολέμων, λένε. Η γλώσσα ίσως να είναι το πρώτο θύμα των εμφυλίων πολέμων. Είναι περίφημα τα όσα έγραψε ο Θουκυδίδης στην τρομακτική περιγραφή του για τη «στάσι» στην Κέρκυρα. Μια εσωτερική σύγκρουση μετέτρεψε το νόημα των λέξεων από δεδομένο σε αυθαίρετο. Η απερισκεψία έγινε θάρρος, η μετριοπάθεια ονομάστηκε δειλία και η σοφία παρουσιάστηκε ως οκνηρία. Δυόμιση χιλιάδες χρόνια αργότερα, ένας σύγχρονος παρατηρητής περιέγραψε κάτι ανάλογο, σημειώνοντας πως ο εμφύλιος πόλεμος «είναι ένα φαινόμενο ευεπίφορο σε σοβαρή σημασιολογική σύγχυση, ακόμα και σε αμφισβήτηση. Η περιγραφή μιας σύγκρουσης ως εμφυλίου πολέμου έχει συμβολικό και πολιτικό βάρος από τη στιγμή που αυτός ο όρος μπορεί να προσδώσει ή να αρνηθεί τη νομιμοποίηση σε κάποια από τις εμπόλεμες ομάδες».

Η περιγραφή των συγκρούσεων στη Συρία ως εμφυλίου πολέμου –ή ως  «ένοπλης σύγκρουσης χωρίς διεθνή χαρακτήρα»– είχε συνέπειες ως προς την εφαρμογή της Συνθήκης της Γενεύης, και στην κατάλληλη στιγμή θα έχει συνέπειες και ως προς την πιθανότητα να δικαστεί ο Άσαντ για εγκλήματα πολέμου, εάν φυσικά τελειώσει ποτέ η αιματοχυσία. Σε τέτοιες συγκρούσεις, η γλώσσα παίζει ρόλο στο εδώ και τώρα. Ωστόσο οι αλληλοσυγκρουόμενες γλώσσες του εμφύλιου πολέμου έχουν μια πολύ πιο μακρά ιστορία, που πάει πέρα από δυο χιλιάδες χρόνια πίσω. Η σύγχυση και οι διαξιφισμοί για το Tι είναι, και τι είναι Τώρα, ένας εμφύλιος πόλεμος, αποτελούν προϊόν αυτής της μακράς και διαμφισβητούμενης ιστορίας.

Ολοκλήρωσα μόλις ένα βιβλίο που καλύπτει αυτές τις δύο χιλιετίες και ιχνηλατεί τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μάθαμε να μιλάμε για τον εμφύλιο πόλεμο και για τις δριμύτατες μάχες που ανέκαθεν έδιναν οι άνθρωποι για το τι μετρά και τι δεν μετρά ως εμφύλιος. Το αποκαλώ αυτό μια «γενεαλογία» του εμφυλίου πολέμου, με την έννοια που έδινε στη γενεαλογία ο Νίτσε, όταν έγραφε τη δική του Γενεαλογία της Ηθικής. Εκεί σημείωνε πως οτιδήποτε υπαρκτό που με κάποιον τρόπο έχει συμβεί, επανερμηνεύεται διαρκώς από την αρχή, επαναδιεκδικείται, μετασχηματίζεται και επαναπροσανατολίζεται προς έναν καινούργιο σκοπό από μια δύναμη ανώτερη από αυτό.

Ο εμφύλιος πόλεμος, από τότε τουλάχιστον που οι Ρωμαίοι εφηύραν τον όρο –bellum civile – κατά τον 1o π.Χ. αιώνα, δεν έπαψε ποτέ να επανερμηνεύεται, να αναπτύσσεται εκ νέου, να μετασχηματίζεται προς το συμφέρον και προς όφελος της εξουσίας. Συγκρούσεις όπως αυτές στη Συρία και, πριν από εκεί,  στον Δεύτερο Πόλεμο του Κόλπου έδειξαν τι διακυβεύεται στον 21o αιώνα μεταξύ των ανταγωνιστικών εννοιών του εμφυλίου πολέμου.

Αν αποκαλέσεις μια σύγκρουση «εμφύλιο πόλεμο», υπαινίσσεσαι ότι εκτυλίσσεται στο επίπεδο της «πόλεως»,  μεταξύ των μελών της ίδιας κοινωνίας ή κοινότητας και ότι πρόκειται για πόλεμο: ότι δηλαδή είναι κάτι πιο επίσημο και πιο φοβερό από μια απλή αναταραχή, μια ανταρσία ή μια εξέγερση. Αν αποκαλέσεις έναν εμφύλιο πόλεμο «επανάσταση», τον μετατρέπεις από κάτι επαίσχυντο ακόμη και αταβιστικό, σε ένα κίνημα ζωογόνο και προσανατολισμένο προς το μέλλον. Αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούν σήμερα «η Αμερικανική Επανάσταση», στα πρώτα του στάδια είχε βαφτιστεί «Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος» μεταξύ Βρετανών συμπατριωτών στις δύο όχθες του Ατλαντικού. Φίλοι και εχθροί της Γαλλικής Επανάστασης θεωρούσαν πως μέχρι να επιτύχει και να βαφτιστεί «επανάσταση» της άξιζε να αποκαλείται «εμφύλιος πόλεμος». Και οι ιστορικοί έστρεψαν το ενδιαφέρον τους προς τους εμφύλιους πολέμους της Βρετανίας κατά τον 17o αιώνα, και τους βάφτισαν «Αγγλική Επανάσταση» μονάχα έπειτα από τη θριαμβευτική της έκβαση…

Άραγε, μια αποτυχημένη επανάσταση είναι μονάχα ένας εμφύλιος πόλεμος, άσκοπος και καταστροφικός; Άραγε ένας επιτυχημένος εμφύλιος πόλεμος είναι πάντα μια επανάσταση με προοπτική και ουτοπική διάσταση; Σε αντίθεση με τις επαναστάσεις που ξεδιπλώθηκαν παγκοσμίως σε μια απελευθερωτική αλληλουχία κατά τους τελευταίους δύο αιώνες, οι εμφύλιοι πόλεμοι για πολύ καιρό αντιμετωπίζονταν ως γεγονότα τοπικά, οριοθετημένα στο χρόνο και στην Ιστορία, που άφησαν ουλές  στη μνήμη της κοινότητας. Κι όμως οι εμφύλιοι πόλεμοι έχουν μια πολύ πιο μακριά ιστορία, η οποία εκτείνεται από τη ρεπουμπλικανική Ρώμη (αν όχι από τον Πελοποννησιακό πόλεμο) μέχρι τον παρόντα χρόνο.

Οι συγκρούσεις που αποκαλούνται εμφύλιοι πόλεμοι εκτυλίχθηκαν σε όλες τις ηπείρους στη διάρκεια των αιώνων. Κατά τη γνώμη πολλών παρατηρητών, σήμερα που οι διακρατικές συγκρούσεις σπανίζουν ή και έχουν εκλείψει, ο εμφύλιος πόλεμος μοιάζει να είναι η πιο χαρακτηριστική μορφή σύγκρουσης στην ανθρωπότητα. Οι εμπειρίες του εμφυλίου πολέμου και οι παραπλανητικές  λέξεις που χρησιμοποιούμε όταν αναφερόμαστε σ’ αυτόν και τσακωνόμαστε γι’ αυτόν,  έχουν μια βαθιά και διαμφισβητούμενη ιστορία. Το να ανασκάπτουμε τις σκληρές διαμάχες γύρω από την έννοια του εμφυλίου πολέμου, μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε την έννοια της σύγκρουσης στις μέρες μας και στο μέλλον.

Ο David Armitage* είναι καθηγητής και πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.

Πηγή: www.chronosmag.eu

Μετάφραση: commonality.gr 

* Προσκεκλημένος από το Κέντρο Έρευνας Νεότερης Ιστορίας (ΚΕΝΙ), Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, ο David Armitage έδωσε διάλεξη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στις 10/5/2016, με θέμα «Τρεις έννοιες του εμφυλίου πολέμου».