Editorial

Χριστόφορος Παπαδόπουλος: Επανατοποθέτηση των πολιτικών δυνάμεων

Η τριήμερη συζήτηση στη Βουλή, για την πρόταση μομφής του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν αντιφατική, από τη μια μεριά βαρετή όσον αφορά τις τοποθετήσεις των βουλευτών –λίγοι, πολύ λίγοι, «έλαμψαν», κυρίως από τη μεριά της αντιπολίτευσης, οι περισσότεροι από τον ΣΥΡΙΖΑ– και από την άλλη ήταν ενδιαφέρουσα ως προς την επανατοποθέτηση των πολιτικών δυνάμεων στο νέο πολιτικό σκηνικό.
Η πρόταση δυσπιστίας στην κυβέρνηση της ΝΔ έγινε τη σωστή στιγμή, δηλαδή στον χρόνο που η οργή της κοινωνίας ξεχειλίζει από τη διαχείριση της κυβέρνησης στην κακοκαιρία, την πανδημία, την ακρίβεια, συσσωρευτικά.
Θα σταθώ κατ’ αρχάς σε απόψεις που κατατίθενται σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας και κυρίως στα κανάλια με τα βαριά ονόματα, τους μεγαλοδημοσιογράφους και τους επώνυμους πολιτικούς αναλυτές.
Πανομοιότυπες προσεγγίσεις, λες και στη δημοσιογραφική σύσκεψη της Δευτέρας, στην αίθουσα σύνταξης, παρίσταται ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Η γραμμή των εφημερίδων, και σε κάθε περίπτωση της κυβέρνησης, μεταφέρεται σε «σκονάκι» στους βουλευτές της συμπολίτευσης. Πανομοιότυπες τοποθετήσεις, καρμπόν, χωρίς διάθεση επινόησης νέων επιχειρημάτων.

Η γραμμή άμυνας της κυβέρνησης

Γράφεται και λέγεται ότι η μομφή που κατάθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ είχε στοιχεία μικροπολιτικής, ότι έδινε την ευκαιρία στην κυβέρνηση να υπεκφύγει των ευθυνών της και να συσπειρώσει την κοινοβουλευτική της ομάδα. Αληθές και παραπειστικό ταυτόχρονα. Εξηγούμαι. Σπάνια, πολύ σπάνια, μια πρόταση μομφής δημιουργεί φαινόμενα αποσύνθεσης ενός κόμματος που κυβερνά. Το γιατί είναι εύκολο να ερμηνευτεί. Υποστηρίζεται ότι η πρόταση μομφής κοιτάζει «πίσω», τον ανταγωνισμό για τη δεύτερη θέση με το ΚΙΝΑΛ–ΠΑΣΟΚ. Ο ισχυρισμός για «δύο ίσα άλογα» που τρέχουν σε κούρσα για τη 2η θέση είναι τραβηγμένος από τα μαλλιά, αφού στηρίζεται στην «ανυπόληπτη» δημοσκόπηση της πρωτοεμφανιζόμενης Abacus. Υποστηρίζεται επίσης ότι η πρόταση δυσπιστίας κοίταζε «εντός», δηλαδή έγινε για να κρύψει τις εσωκομματικές αντιθέσεις. Χλωμό επιχείρημα, κατάλληλο για παραπολιτικές στήλες που ανακαλύπτουν δράκους και Αη Γιώργηδες καθημερινά.
Όλα τα παραπάνω επαναλήφθηκαν μονότονα απ’ όλους τους βουλευτές και τους υπουργούς της ΝΔ, με ισόποσο μερίδιο θανατοπολιτικής. Το Μάτι και η Μάνδρα ήταν το μόνιμο ρεφρέν κάθε βουλευτή, υπουργού και του ίδιου του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η πλειοψηφία της αντιπολίτευσης, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, δεν προσχώρησε στην αριθμητική των νεκρών, στον συμψηφισμό των θανάτων της πανδημίας και των άλλων.

Η κοινωνική ενσυναίσθηση

Αλλά, μια πρόταση μομφής δουλεύει σε ένα άλλο επίπεδο, δουλεύει και εκτός του κοινοβουλίου, μερικές φορές και εκτός του δρόμου, στο συμβολικό, όπου το εγώ και το εμείς συναντιέται απροϋπόθετα, το οποίο στην προκειμένη περίοδο εκφράζεται με το «δεν πάει άλλο».
Το δεν πάει άλλο με αυτή την κυβέρνηση το συμμερίζονται πολλοί, οι περισσότεροι άνδρες και γυναίκες. Μπορεί να μην εμφανίζεται στις προθέσεις ψήφου, καταγράφεται όμως στις ποιοτικές αναλύσεις κάθε δημοσκόπησης, ακόμα και στις προκατειλημμένες, τις πειραγμένες και τις αναξιόπιστες. Η υποχρέωση κάθε πολιτικού υποκειμένου, ιδιαίτερα ενός κόμματος της Αριστεράς, είναι να εκφράσει στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο τη γνώμη και τα συναισθήματα του κόσμου, ιδιαίτερα του κόσμου που φιλοδοξεί να εκπροσωπήσει. Να τα πολιτικοποιήσει στο θεσμικό επίπεδο με το πρόγραμμά του.

Τα κόμματα επανατοποθετούνται

Η πρόταση δυσπιστίας συνέπεσε με το τέλος ενός πολιτικού κύκλου και την αρχή ενός νέου. Η πανδημία κράτησε χαμηλά την πολιτική αντιπαράθεση, τον κομματικό ανταγωνισμό. Δικαίως. Στη νέα περίοδο, λίγους μήνες πριν τις εκλογές, όλοι επανατοποθετούνται. Οι τριήμερες διαδικασίες της Βουλής ήταν το κατάλληλο σκηνικό.
Στο δεξιό ημισφαίριο της πολιτικής γεωγραφίας δεν υπήρξαν εκπλήξεις. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από θέση άμυνας, χρησιμοποίησε το δεξιό πολιτικό αφήγημα και την αλαζονεία των πλουσίων. Επί της ουσίας ο λόγος του ήταν σκληροπυρηνικά δεξιός, η αναφορά του στην ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα δεν άλλαξε το μείγμα, όλες και όλοι κατάλαβαν ότι ήταν επικοινωνιακό τέχνασμα, ανακόλουθο με τα άλλα. Όλα τα άλλα περιείχαν το συντακτικό της δεξιάς παράταξης, θανατοπολιτική, εθνική «υπερηφάνεια» για τα Rafal, ρατσιστικός λόγος απέναντι στους πρόσφυγες, θεωρίες συνωμοσίας και υπεράσπιση της θεσμικής εκτροπής, με την ευθεία παρέμβαση στη Δικαιοσύνη για τη Novartis και την καταγγελία της ερευνητικής δημοσιογραφίας με απειλές. Από την άλλη, μονοκαλλιέργεια προσδοκιών, το νέο success story, οι αριθμοί της ευημερίας, η οικονομική μεγέθυνση, η οποία δεν αφορά βεβαίως όλους, αλλά το πάνω μέρος της κοινωνικής πυραμίδας, το πολύ πάνω. Οι προσδοκίες, όμως, είναι ασφαλής επένδυση.
Ο Βελόπουλος και η Ελληνική λύση ακολούθησαν την πεπατημένη, του πολιτικού τους σχεδίου: ακροδεξιός λόγος με γραβάτα, κριτική στην ΝΔ, τόση όσο. Επιχειρήματα καφενείου, ο Κυριάκος στο απυρόβλητο. Η υπενθύμιση, δηλαδή, ότι στις επόμενες εκλογές με απλή αναλογική υπάρχει πρόθυμος συνομιλητής, για ώρα ανάγκης.
Στο αριστερό ημισφαίριο οι ταχύτητες πήραν πολλές στροφές, αναπάντεχα. Το ΚΙΝΑΛ–ΠΑΣΟΚ εγκατέλειψε την πρόσδεσή του στο αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο και έκανε αιχμηρή την κριτική του στην κυβέρνηση της ΝΔ, γεγονός που εξόργισε τον Κ. Μητσοτάκη, που τους επιτέθηκε με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς. Προκειμένου να διαχειριστεί την πολιτική του αυτονομία, υπερψήφισε την πρόταση δυσπιστίας, αλλά καταψήφισε το ενδεχόμενο εκλογών. Συνταγματική αντίφαση, αφού η καταψήφιση κυβέρνησης σημαίνει ότι οι εκλογές επιλύουν τον ισχυρισμό ότι η παρούσα κυβέρνηση δεν έχει την έγκριση των πολιτών. Εκτός και αν προτείνεις έναν νέο Παπαδήμα. Δεν είναι όμως πιθανό ένα τέτοιο σενάριο, δεν δένει με τα συμφέροντα και τις προσδοκίες του ΚΙΝΑΛ–ΠΑΣΟΚ.
Το ΚΚΕ μπήκε στην κοινοβουλευτική σύγκρουση με συγκριτικό πλεονέκτημα, αφού τον λόγο του τον υποστήριζαν μερικές χιλιάδες διαδηλωτών έξω από το κτήριο της Βουλής. Πολιτικά κινήθηκε στο γνωστό μοτίβο «έξι κόμματα, δύο πολιτικές». Προγραμματικά υπερασπίστηκε τα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων απέναντι στην ολιγαρχία, μετέωρη έμεινε η στάση στην κλιματική κρίση. Κατήγγειλε τη βίαιη απολιγνιτοποίηση, τις πολυεθνικές τής ενέργειας, αλλά αντιμετώπισε μάλλον ειρωνικά την κλιματική αλλαγή. Μακάρι να κάνω λάθος.
Ξάφνιασε ο Γιάνης Βαρουφάκης με την πρόταση του για τα περιεχόμενα που πρέπει να έχει ένα κοινό κυβερνητικό πρόγραμμα. Έβαλε σε πρώτη σειρά το ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων και της επανάκτησης από το δημόσιο των κρίσιμων δικτύων. Η διαχείριση, μάλιστα, των οδικών δικτύων από το δημόσιο φαίνεται και είναι εφικτή, αφού η σύμβαση για την Αττική Οδό λήγει σε λίγες βδομάδες. Το δημόσιο χρέος, η «χρεοδουλοπαροικία» με το λεξιλόγιο του ΜέΡΑ25, αλλά και η τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών, φτιάχνουνε ένα πακέτο που δύσκολα μπορεί κανείς να αγνοήσει.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν άδραξε την ευκαιρία, να ανοίξει δηλαδή τον διάλογο για τα προγραμματικά προαπαιτούμενα μιας προοδευτικής πλειοψηφίας που διεκδικεί την κυβέρνηση. Ενώ είχε το υλικό για να ανταποκριθεί από το πρόγραμμα και το προσυνεδριακό σχέδιο θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ. Προτίμησε το εύκολο έδαφος της αποκάλυψης. Της αποκάλυψης της επιχειρησιακής ανικανότητας της κυβέρνησης και της μεροληψίας υπέρ των πλουσίων. Της σύγκρισης με τον πρωθυπουργό. Αποκάλυψε επίσης τη διαφθορά –μάλλον έδωσε πολύ μεγάλη έκταση, συγκριτικά, στην ομηρία της κυβέρνησης από τον Φουρθιώτη. Ένας αστέρας της trash TV που κρατά γερά την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Μέχρι εκεί το παράδειγμα, δεν μπορεί να του αφιερώνεις τόσο πολύ χρόνο και να μη σου περισσεύει για ποιους λόγους η κοινωνία αξίζει να σε εμπιστευτεί πάλι.

Το αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα

Το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο διασπάστηκε στα εξ ων συνετέθη, αλλά επιβιώνει ως προκατάληψη στα συναισθήματα των ανθρώπων, το αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα κρατάει ακόμα. Θα πούνε, και θα έχουν δίκιο, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ την προηγούμενη περίοδο, όλη την προηγούμενη περίοδο, δεν εργάστηκε για να αρθούν οι επιφυλάξεις, να αποκατασταθεί το κλίμα εμπιστοσύνης και κατανόησης, να σπάσει το αντι-ΣΥΡΙΖΑ Ρεύμα. Σίγουρα ο δρόμος και ο τρόπος δεν είναι η τοξική αντιπαράθεση δύο μονομάχων, αλλά η κατανόηση των δυναμικών των κοινωνικών υποκειμένων και οι συμμαχίες, η δημιουργία κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών.

Ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και της Επιτροπής Προγράμματος, και πρώην βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ.