Ιωσήφ Σινιγάλιας

14
09

Ο Αίολος και τα πολλά του πάρκα…

Το περιβαλλοντικό όφελος από την αντικατάσταση ρυπογόνων ορυκτών πηγών (λιγνίτης, φυσικό αέριο) με ΑΠΕ είναι μια συνθέτη διαδικασία, που δεν εστιάζεται μόνο στη φάση εγκατάστασης και λειτουργίας, αλλά στον συνολικό κύκλο ζωής της μονάδας (from cradle to grave), συνυπολογίζοντας τόσο τις ενεργειακές καταναλώσεις, όσο και το σύνολο των εκπομπών που συνοδεύουν τη φάση παραγωγής των μερών, τη μεταφορά τους, την κατασκευή, το κόστος λειτουργίας, την απόσυρση και την ανάπλαση του χώρου. Στη περίπτωση των αιολικών στην ανάλυση, (Life Cycle Assessment-LCA), θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη δύο κύρια στοιχεία: το σύνολο εκπομπών CO2 (για μια τυπική Α/Γ, ισχύος 2MW ανέρχεται, περίπου, στους 2000 τόνους), καθώς και το energy pay back time (EPBT), δηλαδή η χρονική διάρκεια για να ισοσταθμιστεί η παραγόμενη ενέργεια με αυτή που απαιτείται για την κατασκευή, μεταφορά κλπ. (περίπου 10 μήνες λειτουργίας). Στους παραπάνω υπολογισμούς δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη η χρήση ειδικών μετάλλων και σπάνιων γαιών (περίπου 10 kg/MW –κυρίως ψευδάργυρος), που συσσωρεύουν και εξορυκτικά προβλήματα στην πηγή. Η ανακύκλωση των πτερυγίων παρουσιάζει το μεγαλύτερο πρόβλημα, λόγω των υλικών που χρησιμοποιούνται (χυτός ύαλος και ανθρακονήματα), ο διαχωρισμός των οποίων από τα χημικά συγκράτησής των, είναι τεχνολογικά δύσκολη διαδικασία. Πρόσφατα παρουσιάστηκε στη Γερμανία, πειραματικά, πρωτότυπο πτερύγιο 100% ανακυκλώσιμο. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται σημαντική, καθ’ ότι εκτιμάται ότι το 2050, μια τεράστια ποσότητα 43 εκ. τόνων πτερυγίων, που θα έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας, θα πρέπει να ανακυκλωθεί και όχι να θάβεται στο έδαφος, ή να μένει σαν κουφάρι σε κατεστραμμένο τοπίο, για να θυμίζει την ανεξέλεγκτη και άναρχη διαδικασία εγκαταστάσεων και το θεσμικό κενό παρακολούθησης και ελέγχων, έχοντας η παρούσα κυβέρνηση αποδυναμώσει ή καταργήσει την απαραίτητη και επιβαλλομένη εμπλοκή των θεσμικών εκπροσώπων των τοπικών κοινωνιών. Η ενεργειακή μετάβαση είναι μια πολύπλοκη διαδικασία, όπου η διάχυση του γνωσιακού κεφαλαίου στην κοινωνία και στους εκπροσώπους της θα τροφοδοτήσει και ισχυροποιήσει τις δυνατότητες συμβολής και παρέμβασης τους, που σήμερα μονοπωλούνται από επιχειρηματικά συμφέροντα.
11
12

H ΛΑΡΚΟ σε κενό Εθνικής Βιομηχανικής Πολιτικής και ο ρόλος του κράτους

Η αντίληψη ότι ο ιδιωτικός τομέας είναι η μόνη δύναμη παραγωγής καινοτομίας και αποτελεσματικότητας, ενώ το κράτος συνιστά δύναμη αδράνειας και αναποτελεσματικότητας, βραδυκίνητο και συχνά διεφθαρμένο, αναδείχτηκε (ιδιαίτερα μέσα στην πανδημία) σαν ένας σύγχρονος μύθος. Σήμερα, δύο αντιλήψεις συγκρούονται για την μετα-πανδημική εποχή: από την μια μεριά το μοντέλο της ιδιωτικής επιχείρησης που οδηγείται αποκλειστικά από την επιδίωξη του κέρδους και του εισοδήματος και, από την άλλη, ένα μοντέλο ανάκαμψης βασισμένο στην επιδίωξη ικανοποίησης των συμφερόντων της Εργασίας και της κοινωνίας (Τ.Mencioni, Il Manifesto). . H σύγκρουση για το ποιο μοντέλο θα υιοθετηθεί θα είναι σφοδρή και θα σημαδεύει τις εξελίξεις για πολλά χρόνια. Τα δυο αντιθετικά μοντέλα ανασυγκρότησης κινούνται σε παράλληλους άξονες και στηρίζονται σε διαφορετικές κοινωνικές στοχεύσεις. Το ιδιωτικό μοντέλο είναι γνωστό και διαθέτει την απαραίτητη ισχύ επιβολής στη μισθολογική πολιτική, την απασχόληση και τις αναπτυξιακές προτεραιότητες, διαθέτοντας αποτελεσματικά εργαλεία, όπως οι φορολογικές ελαφρύνσεις, οι απο-ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, η περιβαλλοντική νομοθεσία κλπ. Το γεγονός ότι το ίδιο αυτό μοντέλο οδηγησε στη σημερινή κρίση, που επιδεινώθηκε από την πανδημία, δεν φαίνεται να επαρκεί για να αναδειχτεί ο αποτυχημένος του ρόλος. Το εναλλακτικό μοντέλο βασίζεται στην αντιστροφή αυτής της πορείας και βρίσκει έκφραση στην ανάδειξη του κράτους σε ρόλο «επιχειρηματία» στους κλάδους βασικών κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών και λειτουργεί σαν μοχλός τεχνολογικής καινοτομίας και στρατηγικός επενδυτής στην οικολογική μεταστροφή της οικονομίας. Το νέο παραγωγικό μοντέλο θα πρέπει να βασιζεται στην καινοτομία, στην κυκλική οικονομία και να στηρίζεται στην εσωτερική ζήτηση, αντί στην συνεχή απομείωση των μισθών για την υποβοήθηση των εξαγωγών (που άλλωστε δεν έρχονται), το σχετικο περιορισμό των εισοδημάτων που σε αυτό το περιβαλλον επενδυτικής άπνοιας τροφοδοτεί την κερδοσκοπία κλπ. Το κράτος πρέπει να αναλάβει άμεσα το βάρος των επενδύσεων, προσφέροντας αξιοπρεπείς μισθούς και ρυθμίζοντας με τόλμη την μείωση των ωρών εργασίας. Σε ένα τόσο απαιτητικό σενάριο αλλαγών, η Αριστερά εμφανίζεται ανέτοιμη και αμήχανη. Η σύγκρουση μεταξυ των δυο ασύμβατων μεταξυ τους προοπτικών δεν θα επιλυθεί με τεχνικούς όρους, παρά μόνο με την επιστροφή της Πολιτικής.
13
10

Τρεις κρίσεις, μια απειλή!

Η κλιματική κρίση ανέδειξε τη σημασία της ενέργειας όχι μόνο ως μέσου, αλλά ως κοινωνικού πόρου, η διαχείριση του οποίου δεν μπορεί να μην είναι αντικείμενο της πολιτικής. Μια ανέλεγκτη τεχνοκρατική τεχνολογική πρωτοβουλία δεν προσφέρει εχέγγυα επίλυσής της. Η τεχνολογία και οι καινοτόμες δράσεις, απαραίτητα στοιχεία της επιτυχούς αντιμετώπισης, οργανώνονται, καθοδηγούνται από πολιτική βούληση και σχεδιασμό ικανό να εντάξει πλατιά κοινωνικά στρώματα στο στόχο, αναιρώντας την ταξική κατανομή του κόστους και φροντίζοντας για την αποκατάσταση της τραυματισμένης κλιματικής δικαιοσύνης. Η σύνδεση των κοινωνικών και κλιματικών ανισοτήτων μπορεί να επιτύχει ενώνοντας τις επιστημονικές γνώσεις, με αυτές που ωρίμασαν στους κοινωνικούς χώρους από κινήματα και τοπικές πρωτοβουλίες πολιτών. Δυστυχώς η τεχνολογική ανάπτυξη και η παγκοσμιοποίηση αναπτύχθηκαν ακυβέρνητα. Από τη δεκαετία του ‘80 προωθήθηκε η αντίληψη ότι δεν υπήρχε πλέον εναλλακτική πρόταση από αυτή των αγορών, παραιτούμενοι έτσι από την συλλογική νοημοσύνη και γνώση σαν κτήμα του Κράτους. (F. Barca 20/03/19 Μanifesto). «..H ταξική και η οικολογική συνείδηση συνδέονται μέσω της εργασίας. Η σχέση των κομμάτων με τα οικολογικά κινήματα, δεν πρέπει να οδηγήσει σε απορρίψεις και κράτημα αποστάσεων. Η ευκαιριακή υιοθέτηση οικολογικού ενδύματος από θεσμούς, κόμματα και οργανώσεις, ενώ πρέπει να καταγγέλλεται, δεν ακυρώνει τη διαρκή προσπάθεια συνεννόησης και συνεργασίας γιατί τα προβλήματα είναι πολύ μεγάλα και η δουλειά αποκατάστασης τεράστια και σύνθετη. Κατά συνέπεια η οικολογική θεώρηση της πολιτικής δεν είναι κήρυγμα για μια κοινωνία που είναι μακριά στο χρονικό ορίζοντα και που πρέπει να οικοδομηθεί μετά τη λύση «της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας». Αντίθετα εκφράζει ανάγκες και απαιτήσεις του σήμερα, που είναι συγκεκριμένες, που πρέπει να γίνουν αντιληπτές στην ουσία τους, κι όχι συντεχνιακά κι επί μέρους. Απαιτεί, δηλαδή, μια αριστερή μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία, συγκρίσεις και συγκλίσεις.» (Σ. Λουκάς Αυγή 29/01/2010 )
  • 1
  • 2