Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η Κίνα και η Ανατολική Ασία ευρύτερα, παρότι χτυπήθηκαν νωρίτερα από την πανδημία, αποδείχθηκαν πιο επιδέξιες και αποτελεσματικές στη διαχείρισή της έναντι της Ευρώπης και της Αμερικής και αυτό θα λειτουργήσει προς όφελός τους τα επόμενα χρόνια. (...)
Αναμένει ότι τόσο η Κίνα -το ΑΕΠ της οποίας προβλέπεται να αυξηθεί κατά 2% φέτος και κατά 5% το 2021- όσο και η Ινδία -που θα καταγράψει ύφεση 3% φέτος και ανάπτυξη 8% το 2021- θα επιτύχουν τις καλύτερες επιδόσεις απ’ όλες τις οικονομίες του κόσμου. Αντίθετα, τη μεγαλύτερη καθίζηση από τις μεγάλες οικονομίες του κόσμου αναμένεται ότι θα έχουν οι Ιταλία (-11%), Γερμανία (-8%), Βραζιλία (-8%) και Ισπανία (-8%).
Για τις ΗΠΑ αναμένεται ύφεση -5% φέτος και στη συνέχεια μέτρια σχετικά ανάκαμψη +3% το 2021 και +1,9% το 2022. Το αμερικανικό ΑΕΠ δεν πρόκειται να αγγίξει τα προ κρίσης επίπεδα πριν από το 2023 ενώ ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης θα προσεγγίσει μεταξύ 2022 και 2024 το 1,9% και στη συνέχεια θα επιβραδυνθεί στο 1,6%. Η Κίνα αντίθετα αναμένεται να καταγράψει από το 2021 ώς το 2025 μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 5,7% και εν συνεχεία, από το 2026 έως το 2030, 4,5%.
Η διαφορετική δυναμική θα οδηγήσει την κινεζική οικονομία ταχύτερα στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης, το 2028 αντί για το 2033 που ήταν η προηγούμενη εκτίμηση του CEBR, και τις ΗΠΑ στη δεύτερη θέση. Ο μέσος Κινέζος όμως θα συνεχίσει -με βάση το κατά κεφαλήν εισόδημα- να είναι φτωχότερος σε σχέση με τον μέσο Αμερικανό, καθώς ο πληθυσμός της Κίνας είναι 4πλάσιος του αντίστοιχου των ΗΠΑ.
Η άλλη μεγάλη οικονομία της ηπειρωτικής Ασίας, η Ινδία, που πέρυσι ξεπέρασε τη Βρετανία και έγινε η 5η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, θα οπισθοχωρήσει εξαιτίας των επιπτώσεων της πανδημίας. Ωστόσο ώς το τέλος της δεκαετίας θα είναι η 3η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, καθώς θα ξεπεράσει ξανά τη Βρετανία (2024) αλλά και τις Γερμανία (2027) και Ιαπωνία (2030).