Δανάη Κολτσίδα

24
07

Δανάη Κολτσίδα: «Ούτε μία λιγότερη», αλλά πώς;

Αυτή τη στιγμή, χάρη στην επιμονή και στους αγώνες των γυναικών, ιδιαίτερα των νεότερων που βγαίνουν με δύναμη στο προσκήνιο, αλλά και χάρη στην αλλαγή νοοτροπιών που επέρχεται και με την πάροδο των γενεών, έχει επιτευχθεί κάτι πολύ σημαντικό : το φαινόμενο της έμφυλης βίας έχει πάψει πια να είναι ένα δευτερεύον ζήτημα, ένα αντικείμενο της «soft» πολιτικής που θεωρείται ότι απασχολεί μόνο κάποιες φεμινίστριες και μερικές οργανώσεις δικαιωμάτων – γι’ αυτό εξάλλου ενεργοποιεί συντηρητικά αντανακλαστικά και παράγει σημαντική αντίδραση. Οι μαζικές αυθόρμητες κινητοποιήσεις στα Πετράλωνα και στην Ηλιούπολη που οργανώθηκαν τις τελευταίες μέρες, η πλημμυρίδα των αντιδράσεων, κυρίως μέσω των social media στις επάλληλες υποθέσεις έμφυλης βίας και γυναικοκτονιών του τελευταίου διαστήματος, αλλά και οι εμπειρίες από άλλες χώρες στη Λατινική Αμερική, στην Ευρώπη και αλλού, δείχνουν ότι πλέον η διάσταση του φύλου και ιδίως η στάση απέναντι στην έμφυλη βία αποτελεί βασική συνιστώσα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Γυναίκες και άλλες θηλυκότητες θύματα έμφυλης βίας διεκδικούν ορατότητα, αναγνώριση, ισότητα, δικαίωση και κυρίως λύση. Πάνω σ’ αυτές τις διεκδικήσεις διαμορφώνονται πολύχρωμες και δυναμικές κοινωνικές συμμαχίες ικανές να φέρουν μεγάλες αλλαγές. Ήδη, ότι συζητάμε για το θέμα αυτό, είναι η πρώτη και ίσως αποφασιστική μεγάλη αλλαγή.
28
04

Δανάη Κολτσίδα: Ακαταδίωκτο. Για ποιον και με ποιον σκοπό;

Πρώτον, κανείς δεν ετοιμαζόταν να ασκήσει διώξεις κατά της επιτροπής των λοιμωξιολόγων. Η ελληνική κοινωνία έχει δείξει μεγάλη εμπιστοσύνη στους ειδικούς – και η κυβέρνηση αυτό το γνωρίζει πολύ καλά, αφού εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο και ενίοτε με χυδαίους όρους το κύρος τους για να αντλήσει ίδια επικοινωνιακά και πολιτικά οφέλη. Η ελληνική κοινωνία, αντίθετα, σέβεται τους ειδικούς, ένιωσε ευγνωμοσύνη για την παρέμβασή τους, χάρη στην οποία το έγκαιρο lockdown πέρυσι τον Μάρτιο απέτρεψε το ξέσπασμα ενός σφοδρού πρώτου κύματος στην Ελλάδα και τους επιβράβευσε με υψηλά ποσοστά δημοφιλίας και αναγνώρισης. Και στο πολιτικό επίπεδο εξάλλου, η αντιπολίτευση από την πρώτη στιγμή στοιχήθηκε πίσω τους και δήλωσε ρητά τη στήριξή της προς τους ειδικούς. Δεύτερον, ακόμα και αν κάποιος ζητούσε την ποινική δίωξη των μελών της επιτροπής των εμπειρογνωμόνων, πολύ δύσκολα θα ευδοκιμούσε μια υπόθεση εναντίον κάποιου για την παροχή επιστημονικής γνώμης. Αντίθετα, η παροχή ασυλίας είναι αυτή που δημιουργεί την – ελπίζουμε εσφαλμένη – πεποίθηση ότι «κάτι δεν πάει καλά» με τις εισηγήσεις της επιτροπής και θα δώσει τροφή σε κάθε είδους συνωμοσιολογία, ενώ θα πλήξει ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη της κοινωνίας προς τους ειδικούς. Κυρίως, γεννά ερωτηματικά αν ο βασικός στόχος ήταν να προστατευτούν οι ειδικοί από ποινικές διώξεις ή να εμποδιστούν από το να καταθέσουν ως μάρτυρες σε βάρος κυβερνητικών ή υπηρεσιακών παραγόντων. Που επίσης, κάποιοι εξ αυτών, περιλαμβάνονται στον κύκλο όσων πήραν ασυλία. Τρίτον, σε κάθε περίπτωση, η κατ’ εξαίρεση ποινική ασυλία (πολύ περισσότερο η απαγόρευση να εξεταστεί κάποιος ακόμα και ως μάρτυρας) παραβιάζει τον πυρήνα της αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου. Γι’ αυτό και όπου αναγνωρίζεται, πρέπει να αναγνωρίζεται με φειδώ και όταν αιτιολογείται από μία αυστηρή στάθμιση εννόμων αγαθών. Για τον ίδιο λόγο εξάλλου, ακόμα και η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της χώρας, οι υπουργοί και οι βουλευτές, που χειρίζονται όλες τις δημόσιες υποθέσεις, περιλαμβανομένων και κρίσεων, δεν έχουν ακαταδίωκτο, αλλά κάποιες επιπλέον ασφαλιστικές δικλείδες για να τους προστατεύουν από κακόβουλες πολιτικές διώξεις. (Μεγάλη ιστορία και το δικό τους θεσμικό πλαίσιο, αλλά ας το αφήσουμε προς το παρόν). Τέταρτον, φτάνουν όλες αυτές οι υποθέσεις στα ακροατήρια; Ή πολύ περισσότερο σε καταδίκες; Εμποδίζονται, με άλλα λόγια, οι δημόσιοι λειτουργοί που δεν παρανομούν, αλλά απλώς στοχοποιούνται από κακόβουλους πολίτες, να κάνουν τη δουλειά τους; Προφανώς και όχι. Η ίδια η ποινική διαδικασία έχει όλες τις δικλείδες που απαιτούνται ώστε προφανώς αβάσιμες ή ψευδείς μηνύσεις να μην φτάνουν ποτέ ούτε στην άσκηση ποινικής δίωξης ούτε, πολύ περισσότερο, σε δίκη ή καταδίκη. Όλα ως εξειδίκευση του θεμελιώδους τεκμηρίου της αθωότητας, που επιβάλλει σειρά προϋποθέσεων πριν φτάσει ένας άνθρωπος στη θέση του κατηγορουμένου, πριν βρεθεί ενώπιον δικαστηρίου και τελικά πριν καταδικαστεί. Πέμπτον, και τελευταίο. Σήμερα έχουμε ενώπιόν μας ένα δεδομένο. Με βάση τα στοιχεία του ΕΟΔΥ: περισσότεροι από 10.000 συνάνθρωποί μας έχουν χάσει τη ζωή τους εξαιτίας της πανδημίας. Ο αριθμός όσων κέρδισαν τη μάχη με τη ζωή, αλλά θα μείνουν με μόνιμες βλάβες της υγείας τους είναι άγνωστος. Οι συνέπειες της πανδημίας και της διαχείρισής της στην οικονομική και κοινωνική ζωή ανυπολόγιστες – αλλά ας μην τις υπολογίσουμε καν.
15
04

Δανάη Κολτσίδα: «Εμείς ο λαός». Αλλά ποιοι είμαστε «εμείς»;

Οι συμπατριώτες μας που έχουν οργανώσει αλλού τη ζωή τους δεν «καίγονται» να ψηφίσουν για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Ενώ εκείνοι που πράγματι διατηρούν δεσμούς ή και οικονομικά συμφέροντα στη χώρα, πιθανόν θα επιλέξουν να ταξιδέψουν στην Ελλάδα, ώστε να συνδυάσουν την άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος και με τη διεκπεραίωση άλλων υποθέσεών τους, τη συνάντηση με τους οικείους τους και ούτω καθεξής. Όλη λοιπόν η πρόσφατη πρωτοβουλία, δεν είναι παρά ένας τακτικισμός. Που έχει στόχο να προστατέψει επικοινωνιακά την κυβέρνηση – που τόσο είχε επενδύσει στο θέμα αυτό – από τον κίνδυνο ενός φιάσκου. Γι’ αυτό εξάλλου και ο αρμόδιος υπουργός δεν συγκάλεσε τη Διακομματική Επιτροπή που προβλέπει ο νόμος, για να ενημερώσει τα κόμματα για την πορεία των αιτήσεων – και ενδεχομένως να θέσει υπόψη τους τον προβληματισμό του – αλλά επιχείρησε έναν επικοινωνιακό αιφνιδιασμό, σε αντίθεση με ό,τι έχει συμβεί μέχρι σήμερα. Μέχρι σήμερα η σχετική συζήτηση είχε πραγματοποιηθεί οργανωμένα και θεσμικά, ιδίως επί της προηγούμενης κυβέρνησης, και μάλιστα σε δύο επίπεδα. Πρώτον, στο πλαίσιο ειδικής επιτροπής που συστήθηκε με νόμο, με τη συμμετοχή επιστημόνων, στελεχών της διοίκησης, εκπροσώπων της Γ.Γ. Απόδημου Ελληνισμού, της Ε.Γ. Ιθαγένειας και του Συνηγόρου του Πολίτη, προερχόμενων από όλο το πολιτικό φάσμα, η οποία κατέληξε σε συγκεκριμένο και τεκμηριωμένο πόρισμα. Και δεύτερον, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης, σε δύο κοινοβουλευτικές θητείες και υπό διαφορετικές κυβερνήσεις. Συνεχίστηκε επίσης και πριν την ψήφιση του ισχύοντος ν. 4648/2019, ο οποίος αποτέλεσε προϊόν συζήτησης και αμοιβαίων συμβιβασμών στο πλαίσιο επάλληλων διακομματικών συναντήσεων και υπερψηφίστηκε από εντυπωσιακά ευρεία πλειοψηφία – σχεδόν ομοφωνία στη Βουλή. Η τελευταία αυτή πρωτοβουλία, λοιπόν, όχι μόνο αδικεί τους συμπατριώτες μας στο εξωτερικό, τους οποίους εργαλειοποιεί με επικοινωνιακούς σκοπούς. Αλλά αναιρεί το προηγούμενο κεκτημένο συναίνεσης στο θέμα αυτό και δυναμιτίζει τη θεσμική και πολιτική εμπιστοσύνη. Κυρίως, όμως, υπονομεύει τις προϋποθέσεις και τις βάσεις ενός ουσιαστικού διαλόγου που θα έπρεπε να κάνουμε ως κοινωνία – και μάλιστα στο ορόσημο των 200 χρόνων από την επανάσταση που αποτέλεσε την απαρχή της δημιουργίας του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Ενός διαλόγου που θα έπρεπε να συμπεριλάβει και ζητήματα γρήγορης και εύκολης απόδοσης ιθαγένειας στους ανθρώπους που ζουν στη χώρα μας και μοιράζονται τις τύχες μας, αλλά και άλλων τρόπων ουσιαστικής συμμετοχής των μεταναστών στην κοινωνική και πολιτική ζωή και πριν την απόδοση ιθαγένειας. Και φυσικά, το θέμα της διαμόρφωσης μιας σοβαρής πολιτικής για τη διασπορά και ουσιαστικών σχέσεων με αυτή. Ένας τέτοιος διάλογος θα έπρεπε, παραφράζοντας το προοίμιο του αμερικανικού συντάγματος, να ξεκινήσει ως εξής : «Εμείς ο λαός». Αλλά ποιοι είμαστε «εμείς»;
09
04

Δανάη Κολτσίδα: Η “διευθέτηση” του εργάσιμου χρόνου εργασίας – και μάλιστα με ατομικές συμβάσεις

Τι έρχεται λοιπόν να κάνει το Υπουργείο Εργασίας; Καταργεί, στην ουσία την υπερωριακή απασχόληση και τη μετατρέπει σε ευέλικτη “διευθέτηση” του εργάσιμου χρόνου. Και μάλιστα, το κάνει αυτό με ατομικές συμβάσεις, αφήνοντας έτσι τον κάθε εργαζόμενο έρμαιο στις απαιτήσεις του εργοδότη. (Και μη μου πείτε για προστασία έναντι της απόλυσης, γιατί μαντέψτε. Οι πληροφορίες λένε και για – καινούριες – αλλαγές στο δίκαιο της απόλυσης). Θα μου πείτε, τι διαφορά θα είχε αν η συζήτηση για τυχόν διαφορετική διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου γινόταν με τα συνδικάτα; Προσωπικά, επί της αρχής είμαι εναντίον κάθε “ελαστικότητας” στο ωράριο. Όμως, και πάλι χάριν της συζήτησης, πρέπει κανείς να αναγνωρίσει τα εξής : Πρώτον, τα συνδικάτα έχουν πολλαπλάσια διαπραγματευτική ισχύ σε σύγκριση με τον μεμονωμένο εργαζόμενο και μπορούν ενδεχομένως να ζητήσουν άλλους όρους ως αντιστάθμισμα από τους εργοδότες. Δεύτερον, όταν η συζήτηση γίνεται σε κλαδικό επίπεδο, θα βασίζεται πράγματι σε ανάγκες και ιδιαιτερότητες του κλάδου και όχι στα καπρίτσια ή στην απληστία κάθε μεμονωμένου εργοδότη, θα έχει επομένως περισσότερο αντικειμενική βάση. Τρίτον, θα είναι ευχερέστερος ο έλεγχος της τήρησης των συμφωνηθέντων. Και εδώ ερχόμαστε στη μεγάλη πληγή. Άκουγα τον Υπουργό Εργασίας να λέει “μα αυτά γίνονται σε όλη την Ευρώπη”. Θα προσπεράσω το ότι δεν είναι απαραίτητα καλό ό,τι γίνεται και στην υπόλοιπη Ευρώπη, καθώς και το ότι θα ήταν ενδιαφέρον κάποια στιγμή να συγκριθούμε και στα υπόλοιπα (λ.χ. στο ύψος των μισθών, στο κόστος ζωής κ.ο.κ.) με την Ευρώπη. Θα προσπεράσω ακόμα και το ότι σε όλη την Ευρώπη οι σχετικές διευθετήσεις γίνονται με συλλογικές διαπραγματεύσεις και όχι με ατομικές συμβάσεις. Αλλά δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ : Ακόμα κι αν δεχτεί κανείς τη λογική του Υπουργείου (#not), τι μηχανισμούς ελέγχου έχει η υπόλοιπη Ευρώπη; Και τι η Ελλάδα, ειδικά μετά τη συνειδητή και συστηματική υποβάθμιση του ΣΕΠΕ; Πώς θα εξασφαλιστεί ότι η υπερεργασία που παρέχω σήμερα, πράγματι θα αφαιρεθεί από το ωράριό μου σε…έξι μήνες; Με ποιες δικλείδες, ποιους ελέγχους, ποιες ποινές για τους εργοδότες που παραβιάζουν ακόμα και αυτή την…ελαστική “διευθέτηση”;
12
01

Μια εποχή σύνθετη

Ζούμε - ζούσαμε και πριν, αλλά η πανδημία το ενέτεινε - σε μια εποχή σύνθετη. Αντιφάσεις του καπιταλισμού που συσσωρεύονταν επί δεκαετίες γιγαντώνονται και ενοποιούνται, ζητώντας πια μια απάντηση που θα υπερβαίνει ένα απλό αίτημα αναδιανομής και κοινωνικής δικαιοσύνης. (...) Κι αν την "πρώτη φορά Αριστερά" ο ΣΥΡΙΖΑ είχε την τύχη να διαθέτει πολιτικό προσωπικό που μπόρεσε να επισκευάσει το πλοίο εν πλω (και μάλιστα σε τρικυμία) και να δώσει μέσα στην κυβερνητική καθημερινότητα τις καλύτερες απαντήσεις που θα μπορούσε κανείς, δεδομένων των συνθηκών, αυτό δεν μπορεί να μας αρκεί. Την επόμενη φορά (που επείγει, γιατί η κοινωνική καταστροφή που ήδη ζούμε είναι τρομακτική), αλλά και κάθε μέρα πρέπει η Αριστερά να κάνει περισσότερα και καλύτερα, με μεγαλύτερη επίγνωση. Να διατυπώσει, πρώτα απ' όλα τα ερωτήματα, να απαντήσει εκείνα που νωρίτερα δεν μπορούσε, να βρει ιδέες και δρόμους ακόμα και έξω από την πεπατημένη, όπως έκανε πολλές φορές, να καταγράψει ανάγκες και προτεραιότητες, να συσπειρώσει δυνάμεις, να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει. Και κάθε κείμενο, πρωτοβουλία, άρθρο, ιδέα, ομάδα, μεμονωμένη παρέμβαση, οτιδήποτε μπορεί να βοηθήσει σε κάτι από αυτά (πρέπει να) είναι παραπάνω από καλοδεχούμενο. Γιατί κανείς δεν έχει εύκολες λύσεις στα παραπάνω - κι όποιος το πιστεύει δεν έχει πάρει μυρωδιά από τον κόσμο που ζει.
29
12

Λίο Πάνιτς, ένας διανοούμενος που έκανε προσωπική του υπόθεση τον σοσιαλισμό

Σε όλη τη διαδρομή του, υπήρξε μπροστά από τα πράγματα. Όπως εύστοχα σημείωσε ο Vivek Chiber στο Jacobin, η κριτική ματιά του ήδη από το τέλος του 1980 στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία τον έκανε αντικείμενο κριτικής, ως «υπερβολικά πεσιμιστή ή απλοϊκό», μεταξύ των συναδέλφων του, που τότε επικεντρώνονταν στην «πρακτική σοφία του Τρίτου Δρόμου» του Blair και του Schröder. «Ωστόσο, στην πραγματικότητα, ο Leo ήταν χρόνια μπροστά από την επιστημονική κοινότητα. Η βαθιά του ανάλυση για την τάση συντηρητικοποίησης μέσα στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, την αυξανόμενη απόσταση από την εργατική τάξη, την επικείμενη καταστροφή από την επέλαση των μάνατζερς - όλα αυτά είναι τώρα κοινός τόπος στους mainstream κύκλους, καθώς προσπαθούν να κατανοήσουν την κρίση που αγκαλιάζει τον ατλαντικό κόσμο». Η ίδια διορατικότητα χαρακτηρίζει και τη συμβολή του στη συζήτηση για τη ριζοσπαστική Αριστερά και κυρίως τη διακυβέρνηση και τις εμπειρίες από αυτήν. Μακριά από απλοϊκά σχήματα και συγκυριακές εγκλήσεις, ο Leo Panitch (ιδίως στις δύο εκδόσεις του βιβλίου του με τον Sam Gindin, The Socialist Challenge Today) εντόπισε τον πυρήνα των προκλήσεων -και σε μεγάλο βαθμό και των ελλειμμάτων- της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και κάθε ανάλογου εγχειρήματος: τον μετασχηματισμό του κράτους.
21
11

Δανάη Κολτσίδα: Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την πανδημία διασώζοντας τη δημοκρατία;

Έχοντας προαποφασίσει πολιτικά – και σε πλήρη αντίθεση με όσα υπόσχονταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός στο διάγγελμά του τον περασμένο Μάρτιο – να εφαρμόσει την «ανοσία της αγέλης» και στην υγεία και στην οικονομία και να ευνοήσει τον κοινωνικό δαρβινισμό που θέλει τους πιο ευάλωτους να μένουν πίσω, έχοντας προαποφασίσει να μην κάνει την παραμικρή επένδυση ή πρόσληψη στο δημόσιο σύστημα υγείας, στην παιδεία, στις συγκοινωνίες, η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται ότι όχι μόνο δεν έχει σκοπό να διαχειριστεί την πανδημία εμβαθύνοντας τη δημοκρατία, αλλά ότι αντίθετα θα χρησιμοποιήσει την πανδημία ως πρόσχημα για να «απαλλαγεί» από κάθε κριτική φωνή, κάθε διεκδίκηση, κάθε κοινωνικό έλεγχο, την ίδια στιγμή που διαμηνύει ότι θα συνεχίσει ακάθεκτη την υλοποίηση του «μεταρρυθμιστικού» της προγράμματος, με τεράστιες ανατροπές στο πεδίο της εργασίας και αλλού. Το προηγούμενο διάστημα είχαμε ήδη τις πρώτες ενδείξεις αυτής της επιλογής : Από το καθεστώς μονοφωνίας στην ενημέρωση και την επιλεκτική στήριξη κάποιων ΜΜΕ μέσω της «λίστας Πέτσα», τη συστηματική – στα όρια της προπαγάνδας – προσπάθεια μετάθεσης της αποκλειστικής ευθύνης για την πανδημία στην ατομική συμπεριφορά των πολιτών, την αδιαφάνεια ως προς την πραγματική δυναμικότητα του ΕΣΥ σε ΜΕΘ και τη στοχοποίηση ολόκληρης της νεολαίας, τον συλλήβδην χαρακτηρισμό οποιουδήποτε αναρωτιόταν ή έκανε κριτική στην κυβέρνηση ως «συνωμοσιολόγου», «αρνητή της επιστήμης» ή «υπόκοσμου του διαδικτύου», μέχρι την ψήφιση του νέου νόμου για την επί της ουσίας απαγόρευση των διαδηλώσεων, την καταστολή των κινητοποιήσεων των υγειονομικών, το λοκ-άουτ μέσω τηλεκπαίδευσης στις μαθητικές καταλήψεις και ούτω καθεξής. Τα τελευταία εικοσιτετράωρα, η οριζόντια απαγόρευση των συναθροίσεων χωρίς υγειονομικά κριτήρια και το όργιο καταστολής που δέχτηκαν ακόμα και κοινοβουλευτικά στελέχη πρώτης γραμμής των κομμάτων της Αριστεράς διέλυσαν και τις τελευταίες αμφιβολίες περί των κυβερνητικών προθέσεων. Η επιλογή αυτή της κυβέρνησης δεν αποτελεί μόνο μια βαθιά πληγή στην ουσιαστική λειτουργία της δημοκρατίας. Αποτελεί και έναν ολισθηρό δρόμο που κινδυνεύει να οδηγήσει σε περαιτέρω εκτροχιασμό τη διαχείριση της πανδημίας. Η αποτελεσματική υγειονομική προστασία, την οποία η κυβέρνηση επικαλείται, δεν επιτυγχάνεται ούτε μέσω της προπαγάνδας ούτε μέσω της καταστολής. Εξαρτάται πλήρως από τη δημιουργία ενός αισθήματος ασφάλειας, εμπιστοσύνης και σταθερότητας για όλους τους πολίτες, από τη συμπεριληπτική λειτουργία της δημόσιας ζωής, από την εξασφάλιση συναίνεσης και αποδοχής των αποφάσεων, από διαμόρφωση των προϋποθέσεων ενσυνείδητης συμμόρφωσης με όσα μέτρα απαιτούνται, από τη διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής και ειρήνης. Οτιδήποτε άλλο επιτείνει την ούτως ή άλλως συσσωρευμένη κόπωση, καλλιεργεί την καχυποψία και, τελικά, ευνοεί τους πραγματικούς ακροδεξιούς αρνητές του κορονοϊού, με ολέθρια αποτελέσματα και για τη δημόσια υγεία.
03
10

Δανάη Κολτσίδα: Στο μαύρο δεν υπάρχουν «γκρίζες» ζώνες

Η δικαστική διαδικασία δημιούργησε ξανά – αναγκαστικά και αντικειμενικά – την «υγειονομική ζώνη» γύρω από τη ναζιστική ακροδεξιά. Επί δεκαετίες, στον απόηχο της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία και όσων επακολούθησαν, είχε επικρατήσει η ιδέα της δημιουργίας μιας «υγειονομικής ζώνης» γύρω από την ακροδεξιά, που δεν θα της επέτρεπε να «εισβάλλει» στο πολιτικό σύστημα και στη δημόσια ζωή. Αν και η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση στην τάση αυτή – ακόμα και στην ίδια τη Γερμανία, πριν λίγους μήνες, αποφεύχθηκε στο «και πέντε» η συμμετοχή του ακροδεξιού AfD σε κυβέρνηση συνασπισμού στη Θουριγγία – δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στη Χρυσή Αυγή προσέδωσαν ορατότητα, ότι την κανονικοποίησαν και την εξωράισαν οι δηλώσεις πολιτικών και τα σχόλια δημοσιογράφων, όπως το «εμένα η Χρυσή Αυγή μου φέρεται με το ‘σεις και με το ‘σας» ή το ότι έχουμε ανάγκη μια «σοβαρή» Χρυσή Αυγή, η οποία θα μπορούσε να μετέχει και σε κυβέρνηση, οι συνεντεύξεις και τα ρεπορτάζ life-style με πρωταγωνιστές τα στελέχη της και ούτω καθεξής. Το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή βρέθηκε εκεί που εξ αρχής ανήκε – από τα έδρανα της βουλής στο εδώλιο του κατηγορουμένου – υποχρέωσε, ευτυχώς, τους πάντες να (ξανα)κρατήσουν τις αποστάσεις τους από αυτή και την έθεσε εκτός του πλαισίου λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος. Αν η δίκη ανέδειξε κάτι ανάγλυφα είναι ότι το απόλυτο κακό που συνιστά ο ναζισμός δεν μπορεί να σχετικοποιείται σε καμία περίπτωση. Ότι στο μαύρο δεν υπάρχουν «γκρίζες» ζώνες. Αυτό είναι και το μεγάλο ζητούμενο, όχι μόνο από τη δικαστική απόφαση, αλλά κυρίως από την ελληνική κοινωνία και πολιτική για την επόμενη μέρα. Σε μια περίοδο που πάλι κάποιοι θεωρούν ωφέλιμο το να παίξουν με το φόβο και τα πιο ταπεινά ένστικτα των ανθρώπων και να «χαϊδέψουν» ακροδεξιές, εθνικιστικές, ρατσιστικές φωνές, το σύνορο ανάμεσα στο άσπρο και στο μαύρο δεν επιδέχεται «γκριζάρισμα».