Κίμπι

24
08

H Apple ως συνεκδοχή του μέλλοντός μας

Είμαστε παρατηρητές -και άθελά μας συναυτουργοί- μιας δραστικής μετάλλαξης του όλου καπιταλισμού σε ένα υβρίδιο στο οποίο το κυρίαρχο τεχνολογικό πρότυπο απορροφά και μεταβολίζει όλα τα υπόλοιπα - από τις αποστολές στο διάστημα μέχρι τον τουρισμό στα νησιά και από την υποθαλάσσια εξόρυξη υδρογονανθράκων μέχρι την καλλιέργεια του μαϊντανού - σε ένα ενιαίο αλγοριθμικό σύμπαν που κυβερνά και την παραγωγή και την κατανάλωση και την προσφορά και τη ζήτηση. Ετσι η ψηφιακή τεχνολογία, που κατά τους πιονιέρους της -μεταξύ τους και του μακαρίτη Στιβ Τζομπς της Apple- υποτίθεται ότι θα επέφερε τον εκδημοκρατισμό του καπιταλισμού, γίνεται ο μοχλός της πιο ολοκληρωτικής εκδοχής του. Πάρτε τα δύο πιο λαμπρά αστέρια του γενναίου νέου κόσμου, την Apple και την Tesla. Τα προϊόντα της πρώτης, παρά τη δημοφιλία τους, απευθύνονται σε λιγότερο από το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού. Οι τιμές του iPhone 12 κυμαίνονται από 700 έως 1.200 ευρώ, τα Mac Pro πάνε από 6.000 ευρώ και πάνω. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα της Tesla απευθύνονται σε ακόμα λιγότερους, προς το παρόν στο πλουσιότερο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Οι μετοχές των δύο εταιρειών απογειώνονται ακριβώς γιατί σε συνθήκες πρωτοφανούς κρίσης, που έχει οδηγήσει ένα τεράστιο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού σε φτωχοποίηση, σε απώλεια της δουλειάς και του εισοδήματός του, υπάρχουν αρκετοί πλούσιοι για να εκτινάσσουν τις πωλήσεις της Tesla και της Apple. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για παράλληλο σύμπαν. Το ένα προϋποθέτει το άλλο. Ο μαζικός αποκλεισμός πληθυσμού από στοιχειώδεις όρους επιβίωσης -μια θέση εργασίας, ένα εισόδημα αξιοπρεπούς διαβίωσης, πρόσβαση σε ένα επαρκές δημόσιο σύστημα υγείας, εκπαίδευση και διαρκής κατάρτιση στις ιλιγγιωδώς αναπτυσσόμενες νέες τεχνολογίες- είναι και προϋπόθεση και αποτέλεσμα της συσσώρευσης τεράστιου πλούτου σε όλο και μικρότερες ομάδες πληθυσμού μέσω του δαιμόνιου αλγοριθμικού καζίνου.
11
08

Πολιτική οικονομία της μαρμελάδας

Υπάρχει πράγματι μια αυθεντική πολιτική οικονομία της μαρμελάδας, όπως υπάρχει η πολιτική οικονομία του μελιού, μια αυθεντική οικονομία κλοπής, υπεξαίρεσης και απαλλοτρίωσης, που δεν είναι της παρούσης. Η πολιτική οικονομία της μαρμελάδας, διατυπωμένη τον 19ο αιώνα από τον Λιούις Κάρολ, στο σίκουελ της «Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων», συνίσταται στον απλούστατο κανόνα της Βασίλισσας: «Μαρμελάδα χθες, μαρμελάδα αύριο, αλλά ποτέ μαρμελάδα σήμερα». Οι μεσήλικες και άνω πιθανότατα κατανοούν την ευρύτατη χρήση του κανόνα της μαρμελάδας, που τριχοτομεί τον πολιτικό χρόνο σε ένα αμαρτωλό και ενοχικό παρελθόν, σε ένα οραματικό μέλλον και σε ένα εφικτό και -συνήθως- οδυνηρό παρόν. Το πρόβλημα αυτής της τριχοτόμησης είναι ότι οι κοινοί θνητοί, αποδέκτες των προϊόντων της πολιτικής οικονομίας της μαρμελάδας, είναι αδύνατο να τραφούν μόνο με μνήμες και ενοχές για το παρελθόν ή με μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον. Τρέφονται αποκλειστικά με «παρόν». Από τις τρεις εκδοχές μαρμελάδας της Βασίλισσας μόνο η «μαρμελάδα σήμερα» είναι βρώσιμη. Οι άλλες δύο μαρμελάδες είτε απλώς οξύνουν το αίσθημα της ανικανοποίητης πείνας είτε, αντιθέτως, προκαλούν τη μέχρι αηδίας αίσθηση κορεσμού. Ο πονηρός συλλογισμός του κανόνα της μαρμελάδας είναι ότι ο λόγος που στερείστε τη μαρμελάδα σήμερα είναι πως καταναλώσατε υπερβολική μαρμελάδα στο παρελθόν, πιθανότατα φτάνοντας με επικίνδυνους ακροβατισμούς το φυλαγμένο στα ψηλά ράφια βάζο. Προϋπόθεση, λοιπόν, για να έχετε επαρκή μαρμελάδα στο μέλλον είναι να τη στερηθείτε σήμερα. Αυτό, άλλωστε, παραμένει ώς σήμερα η κυρίαρχη ερμηνεία για ό,τι υπέστη η οικονομία και η κοινωνία τη δεκαετία των μνημονίων. Είναι ο απόηχος του παγκάλειου «μαζί τα φάγαμε», του οποίου ποικίλες εκδοχές, λίγο πιο περίτεχνες και επιστημονικοφανείς, ακούμε και σήμερα. Οι ψηλές συντάξεις, άρα οι συνταξιούχοι φταίνε για τα ελλείμματα του ασφαλιστικού συστήματος. Ο εφησυχασμός των ανέργων στα ανεπαρκή προσόντα τους φταίει για την ανεργία τους. Η διοχέτευση των δημόσιων πόρων σε καταναλωτικές δαπάνες φταίει για το παραγωγικό και επενδυτικό έλλειμμα της χώρας. Κι είναι αληθινά εντυπωσιακή η ευκολία με την οποία η έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη επαναλαμβάνει τον κανόνα της μαρμελάδας, αποτελώντας υπόδειγμα επιστημονικοφανούς λαϊκισμού: αυτά που περιγράφει ως «πληγές» της ελληνικής οικονομίας -οι χαμηλές επενδύσεις, το αποταμιευτικό κενό, η τεράστια πιστωτική επέκταση, τα ελλείμματα, η χαμηλή παραγωγικότητα, η υψηλή εξάρτηση από τον τουρισμό- παρουσιάζονται όχι ως το αποτύπωμα των επιλογών των κυβερνήσεων των τελευταίων δεκαετιών, των κυρίαρχων επιχειρηματικών καρτέλ και του πελατειακού καπιταλισμού α λα ελληνικά, αλλά ως προϊόντα «αυθόρμητων» επιλογών της κοινωνίας, των μικροεπιχειρηματιών, των καταναλωτών, των εργαζόμενων και των κηφήνων. Ητοι, ως προϊόν μιας απληστίας για υπερβολική, μέχρι διαβητικού κώματος, κατανάλωση μαρμελάδας που τώρα υποχρεούμαστε να τη στερηθούμε προκειμένου να ξανάχουμε μαρμελάδα αύριο, στο εγγύς ή στο απώτατο μέλλον.