Γιάννης Αλμπάνης

03
11

Όταν ο Μητσοτάκης διαφωνεί με τον Ρούζβελτ και τον Τσώρτσιλ….

O πρωθυπουργός είπε στην τηλεδιάσκεψη με τους πρυτάνεις ότι "ο φασισμός μπορεί να αλλάζει χρώματα αλλά έχει πάντα την ίδια ουσία." Ωστόσο, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ και ο πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας την πιο κρίσιμη ώρα της νεότερης Ιστορίσς δεν αποδέχτηκαν την άποψη ότι οι φασισμοί ήταν πολλοί. Παρ' όλο που ήταν και παρέμειναν θανάσιμοι εχθροί της ΕΣΣΔ και του κομμουνισμού εν γένει, Ρούζβελτ και Τσώρτσιλ συμμάχησαν με τον Στάλιν, κρίνοντας ότι ο φασισμός ήταν ένας και συνιστούσε την πιο μεγάλη απειλή για τους ίδιους και την ανθρωπότητα, όπως την αντιλαμβάνονταν Γιατί ήταν ο φασισμός που απειλούσε να "βυθίσει την ανθρωπότητα σε έναν νέο Μεσαίωνα, πιο μοχθηρό και ίσως πιο παρατεταμένο, από τα φώτα μιας διεστραμμένης επιστήμης", όπως είχε πει Τσώρτσιλ. Και οι δύο ηγέτες παρέμειναν αντικομμουνιστές, αλλά θεώρησαν τον Χίτλερ το απόλυτο κακό, πέραν πάσης συγκρίσεως. Η αποκάλυψη του Άουσβιτς και του Ολοκαυτωματος τους δικαίωσε. Το Άουσβιτς και τα άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αυτά τα εργοστάσια θανάτου, υπήρξαν και παραμένουν οι τόποι του απόλυτου Κακού. Βαρβαρότητες έχουν γίνει άπειρες στην Ιστορία. Μονο όμως ο ναζισμός χρησιμοποίησε την τεχνολογική πρόοδο για να ακυρώσει τον ίδιο τον πυρήνα της αξίας της ανθρώπινης ζωής, κατά τρόπο ηθελημένο και λεπτομερειακά σχεδιασμένο. Τώρα ο Μητσοτάκης υπό το βάρος της αποτυχίας του στη διαχείριση της πανδημίας, επιχειρεί να επαναφέρει τη θεωρία των δύο άκρων, η οποία στη Γερμανία του Μεσοπολέμου χάρισε ζωτικό χώρο στους ναζί και στην Ελλάδα των προηγούμενων ετών ενίσχυσε την ασυλία της Χρυσής Αυγής από τον κρατικό μηχανισμό. Με το να μιλάει κανεις για δύο φασισμούς, το μόνο που κάνει, είναι να σχετικοποιεί το Άουσβιτς, παρέχοντας πολιτική νομιμοποίηση στον ένα και μοναδικό φασισμό.
14
07

Διαδηλώσεις: Οι τέσσερις στόχοι του νέου νόμου

Στον περιορισμό των διαδηλώσεων συμφωνούν τόσο οι κεντροδεξιοί όσο και οι ακροδεξιοί, που συγκροτούν την πολιτική συμμαχία γύρω από την κυβέρνηση. Από τον κρατικό αυταρχισμό έλκονται επίσης οι μερίδες εκείνες του Κέντρου που τείνουν ευήκοον ους στον Μητσοτάκη. Ο αυταρχισμός αποτελεί έτσι κι αλλιώς ταυτοτικό στοιχείο του λεγόμενου «ακραίου Κέντρου» -είναι χαρακτηριστική η βαναυσότητα με την οποία ο Μακρόν αντιμετώπισε τα «κίτρινα γιλέκα». Εν προκειμένω, η μακροχρόνια ιδεολογική προπαρασκευή που έχει προηγηθεί, παρέχει σε μέτρα όπως η κατάργηση του ασύλου και ο περιορισμός των διαδηλώσεων, ευρεία συναίνεση στις τάξεις του συντηρητικού μπλοκ. Παρά τις αφέλειες περί επανάληψης της περιόδου 2010-12, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πολιτική υπεροχή της Νέας Δημοκρατίας στηρίζεται σε μια πραγματική συντηρητική ιδεολογική μετατόπιση μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Γι’ αυτό και η νεοδημοκρατική υπεροχή δεν πρόκειται να ανατραπεί χωρίς αντίκρουση των ιδεολογημάτων που τη θεμελιώνουν. (...) Εν αντιθέσει με διάφορα εξ αριστερών κι εκ δεξιών ιδεολογήματα, οι πολιτικές ελευθερίες δεν είναι σύμφυτες με την αστική δημοκρατία και τον καπιταλισμό. Συνιστούν κατακτήσεις των αγώνων «των από κάτω» και ο συσχετισμός δύναμης που απορρέει από την εκάστοτε συγκυρία, καθορίζει κάθε φορά το ιδιαίτερο περιεχόμενό τους. Στην Ελλάδα στην πολύ ξεχωριστή συνθήκη της Μεταπολίτευσης όπου η άρχουσα τάξη είχε χρεωθεί τη σφαγή του Πολυτεχνείου και την εθνική ήττα στην Κύπρο, αναγνωρίστηκε τυπικά και πρακτικά ένας διευρυμένος χώρος ελευθερίας για τους πολίτες. Αποτελεί διαχρονικό στόχο για τους «από πάνω» ο περιορισμός αυτού του χώρου. Από το άσυλο έως τις διαδηλώσεις, η ελίτ βλέπει στα αναγνωρισμένα δικαιώματα των «από κάτω» ένα πεδίο ασυδοσίας των «μειοψηφιών» και μια εστία ανισορροπίας για τους θεσμούς. Τις απαρχές των κινήσεων για τη συρρίκνωση του «χώρου ελευθερίας της Μεταπολίτευσης» μπορούμε να τις ανιχνεύσουμε ήδη από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80. Τώρα, στη συγκυρία της «ηγεμονίας Μητσοτάκη», δόθηκε η ευκαιρία να το πετύχουν. Για μία ακόμα φορά πρέπει να πούμε ότι τα δικαιώματα όχι μόνο δεν χαρίζονται, αλλά αντιμετωπίζονται ως απειλές από «τους από πάνω».