Macro

Ανοιξη στη Χώρα του Χιονιού

«Η γυναίκα σήκωσε ξαφνικά το κεφάλι της∙ το πρόσωπο, καλυμμένο απ’ το παχύ στρώμα λευκής πούδρας, είχε κοκκινίσει από το κάτω μέρος των ματιών μέχρι τη ρίζα της μύτης, εκεί που πιεζόταν στην παλάμη του Σιμάμουρα. Τον έκανε να σκεφτεί την παγωνιά της νύχτας στη Χώρα του Χιονιού ενώ την ίδια στιγμή το έντονο μαύρο των μαλλιών της έδινε μια αίσθηση θερμότητας. Στο πρόσωπό της διαγράφηκε ένα συγκρατημένο χαμόγελο σαν να είχε πέσει πάνω του ένα εκτυφλωτικό φως, και ίσως ενώ χαμογελούσε θυμήθηκε εκείνο το “τότε” και βαθμιαία οι λέξεις του Σιμάμουρα χρωμάτισαν ολόκληρο το κορμί της».
 
Γνωρίσαμε τον Γιασουνάρι Καουαμπάτα το 1994, όταν μεταφράστηκε για πρώτη φορά στη χώρα μας το «Κιότο», πριν ακόμα μάθουμε γι’ αυτόν πολλά, για την περιπετειώδη ζωή του, το Βραβείο Νόμπελ το 1968 και το τραγικό τέλος του τέσσερα χρόνια αργότερα. Είδαμε μόνο ένα πανέμορφο λογοτεχνικό κείμενο που μιλούσε για τον εξευρωπαϊσμό και τον επιταχυνόμενο εξαμερικανισμό της Ιαπωνίας μετά τη Χιροσίμα. Εκτοτε διαβάσαμε κι άλλα σπουδαία βιβλία του και γνωρίσαμε περισσότερα για τον νομπελίστα Ιάπωνα συγγραφέα που μετά την «επανάσταση» και τον «προοδευτισμό» της περιόδου Μέιτζι στη χώρα του αυτοκτόνησε, ακολουθώντας το ίδιο τέλος που διάλεξαν πολλοί συμπατριώτες διανοούμενοι και συγγραφείς της εποχής του. Ως τότε ήταν εξαιρετικά εξωστρεφής, προσπαθούσε να προβάλλει νέους συγγραφείς δημοσιεύοντας κείμενά τους στα λογοτεχνικά έντυπα που ίδρυσε. Ταξίδευε συχνά στο εξωτερικό προκειμένου να συναντήσει ομότεχνούς του και κατόρθωσε να γνωρίσει και να εμπνεύσει πολλούς, συμβάλλοντας στο να διαδοθεί και να μεταφραστεί περισσότερο η ιαπωνική λογοτεχνία.
 
Το βιβλίο «Η Χώρα του Χιονιού», που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αγρα, σε μετάφραση από τα ιαπωνικά και επίμετρο του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, άρχισε να γράφεται από τον συγγραφέα του το 1935 και ολοκληρώθηκε δέκα χρόνια αργότερα. Μεσολάβησαν και ακολούθησαν πολλά άλλα γνωστά του -και στη χώρα μας- μυθιστορήματα και διηγήματα όπως: «Ομορφιά και θλίψη», «Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών και άλλες ιστορίες», «Η λίμνη», το υπέροχο «Η χορεύτρια του Ιζου», «Οι ιστορίες της παλάμης».
 
Στη Χώρα του Χιονιού, μια περιοχή στον άγριο κόσμο των βουνών που τη φυσούν κρύοι άνεμοι από τη Σιβηρία, ένας αστός διανοούμενος περιηγητής από το Τόκιο συναντά μια νεαρή γκέισα. Ο Καουαμπάτα αποθεώνει τον έρωτα με περιγραφές λογοτεχνικού μεγαλείου που νιώθεις αρκετές φορές πως κοιτάς μαγεμένος έναν ολοζώντανο πίνακα ζωγραφικής. Η κάθε λεπτομέρεια του πίνακα, η κάθε μικρή και μεγάλη κίνηση των ηρώων του, της φύσης, των ζώων, δίνεται με έναν από τους πιο λυρικούς και ταυτόχρονα ρεαλιστικούς τρόπους που συναντάμε στην παγκόσμια λογοτεχνία. Ναι, είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο σαν πεζό ποίημα.
 
Στο επίμετρό του ο μεταφραστής Παναγιώτης Ευαγγελίδης εξηγεί τη δυσκολία της μετάφρασής του: «Είναι ένα δυσμετάφραστο κείμενο παρά τη φαινομενική του απλότητα. Οι λέξεις κυλάνε η μία μετά την άλλη όπως στην ιαπωνική ποίηση, χωρίς σύνδεση, βυθισμένες στην αοριστία και την ασάφεια, όχι μόνο συχνά του νοήματος του ίδιου αλλά και των γεγονότων που περιγράφονται. Ολα είναι θαμμένα στη λευκότητα του χιονιού, μικρά φώτα λάμπουν και μετά εξαφανίζονται στο σκοτάδι, τζάμια αντανακλούν την κόρη ενός ματιού, καθρέφτες αιχμαλωτίζουν στην επιφάνειά τους τις φευγαλέες απαλές νιφάδες. Ακόμα και η βία είναι απλώς μέρος ενός κόσμου αντιθέσεων και υπάρχει κι αυτή για μερικές μόνο στιγμές πριν ο γαλαξίας τα καταπιεί όλα μέσα του».
 
Ο Καουαμπάτα επισκέφτηκε πολλές φορές το πανδοχείο που περιγράφει στο μυθιστόρημά του. Βρίσκεται στο χωριό Γιουζάουα και σήμερα είναι μουσείο. Το επισκέπτονται μελετητές του έργου του από όλο τον κόσμο. Ο χαρακτήρας της γκέισας Κόμακο, της πρωταγωνίστριας του βιβλίου, είναι πραγματικό πρόσωπο, μια όνσεν-γκέισα που ζει κοντά σε θερμές πηγές με το όνομα Ματσουέι.
 
Ο Καουαμπάτα -όπως και ο Τανιζάκι στο «Εγκώμιο της σκιάς»- νοσταλγεί τον αρχαίο ιαπωνικό πολιτισμό και την κουλτούρα του που χάνεται, αλλά ταυτόχρονα παρατηρεί με δέος τα επιτεύγματα του νέου πολιτισμού που έρχεται. Πολύ εύστοχα σημειώνεται από τον μεταφραστή πως είναι σαν «η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων να συναντάει το ζεν των στιγμών ενώνοντάς τες σε ένα τώρα που έχει καταπιεί παρελθόν και μέλλον και παραπαίει ανάμεσα σε θάμπωμα και μελαγχολία».
 
Μπορεί να έχει γραφτεί πως «Η Χώρα του Χιονιού» είναι το μυθιστόρημα της παγωνιάς, λόγω της σκληρής καρδιάς του ήρωα Σιμάμουρα, αλλά πίσω απ’ όλα και πάνω απ’ όλα κυριαρχεί η φλεγόμενη λογοτεχνία του σπουδαίου Ιάπωνα συγγραφέα. Ανοίγει ολάνθιστους λογοτεχνικούς κήπους για να μπούμε και να νιώσουμε καλά εκεί, ασφαλείς στον μαγικό ρεαλισμό του, που μας υπενθυμίζει πως πίσω από αυτά που βλέπουμε υπάρχει ένας ολόκληρος αόρατος κόσμος που αναπνέει μαζί μας. Μια άνοιξη στην καρδιά του χειμώνα. Οι βουδιστές συνηθίζεται να αποκτούν ένα μεταθανάτιο όνομα και για τον Γιασουνάρι Καουαμπάτα επελέγη μια επωνυμία που αποδίδεται ως «καθρέφτης της λογοτεχνίας πάνω σε μοναχικό βουνό». Διαβάζοντας τη «Χώρα του Χιονιού» ο αναγνώστης καταλαβαίνει απόλυτα γιατί ο μεγάλος στοχαστικός Ιάπωνας συγγραφέας θα συναινούσε στο νέο παράξενο όνομά του.
 
Κυριακή Μπεϊόγλου