Συνεντεύξεις

Αννέτα Καββαδία: Άλλο παράδειγμα, άλλη προοπτική

Δεν είναι κάποιο αυθαίρετο συμπέρασμα. Επιβεβαιώνεται τόσο από έρευνες – πιο πρόσφατη αυτή του ινστιτούτου ΕΝΑ – όσο και από τα στοιχεία της Eurostat. Είναι ωστόσο εμφανές και σε όσα έχουμε απλώς επαφή με την κοινωνία, κυκλοφορούμε στον δρόμο, συνομιλούμε με κόσμο. Στην Ελλάδα της μόνιμης και συνεχούς κρίσης, οι γυναίκες και οι νέοι είναι τα δύο δημογραφικά στρώματα που αντιμετωπίζουν τα μεγαλύτερα προβλήματα στην προσωπική τους εξέλιξη και την επαγγελματική τους σταδιοδρομία.
 
Μια κατάσταση που έχει επιδεινωθεί σημαντικά κατά την περίοδο της διακυβέρνησης της ΝΔ και που έχει οδηγήσει τις δύο αυτές κατηγορίες του πληθυσμού – που βιώνουν έντονα τη ματαίωση και τα αδιέξοδα – να δηλώνουν ως κυρίαρχα συναισθήματα την απογοήτευση, το άγχος και το θυμό.
 
Έχουν τους λόγους τους
 
Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι άλλωστε, όταν η ανεργία, οι χαμηλοί μισθοί, οι συνθήκες εργασίας, η ένταση του αυταρχισμού, η οπισθοχώρηση στα δικαιώματα, η περιβαλλοντική κρίση, ακυρώνουν όποια αισιόδοξη προοπτική δικαιούνται, και πρέπει να έχουν, για το μέλλον. Όταν οι λέξεις οκτάωρο, άδεια, υπερωρίες, ασφάλιση, τους είναι άγνωστες στο εργασιακό τους περιβάλλον, το οποίο πάρα πολύ συχνά δεν έχει καν σχέση με το αντικείμενο που σπούδασαν – αν κατάφεραν δηλαδή να σπουδάσουν καθώς βασικός στόχος αυτής της κυβέρνησης είναι να μειωθεί κατακόρυφα το ποσοστό νέων με πανεπιστημιακή μόρφωση, ακυρώνοντας έτσι έναν βασικό μηχανισμό κοινωνικής κινητικότητας. Το Περιστέρι, άλλωστε, είναι για να βγάζει ψυκτικούς, όπως μας ξεκαθάρισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης…
 
Πώς αλλιώς θα μπορούσε να αισθάνεται η νεολαία όταν αντί να αξιοποιεί τον δυναμισμό και τη φρεσκάδα της, συνειδητοποιεί σε όλο και μεγαλύτερα ποσοστά ότι, ακόμα κι αν εργάζεται, είναι εγκλωβισμένη – στην κυριολεξία – στο εφηβικό της δωμάτιο.
 
Όταν η φοιτητική ζωή – πόσο μάλλον η ξέγνοιαστη – είναι άπιαστο όνειρο για όσ@ δεν έχουν περάσει σε σχολή κοντά στην οικογενειακή εστία και δεν έχουν την τύχη να στηρίζονται οικονομικά από τους γονείς τους. Όταν – εκτός από την ανεργία και την υποαπασχόληση – έχουν να αντιμετωπίσουν και τις θηριώδεις αυξήσεις τόσο στα ενοίκια όσο και στο κόστος ζωής, γεγονός που καθιστά όνειρο απατηλό τη δυνατότητα διατήρησης του δικού τους, αυτόνομου νοικοκυριού. Για αγορά κατοικίας, φυσικά, ούτε λόγος.
 
Κι εδώ φαίνεται πόσο κούφιες είναι οι κυβερνητικές αερολογίες περί δήθεν στήριξης του δικαιώματος των νέων στη στέγη. Η συντριπτική πλειονότητα απλώς δεν θα μπορέσει ποτέ να περάσει από τα πολλαπλά φίλτρα που έχει βάλει μια νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση, της οποίας η προτεραιότητα δεν είναι να βοηθήσει, αλλά να ανοίξει άλλη μια ευκαιρία για επικερδείς δουλειές σε εργολάβους. Όσο για το ότι αυτή η κυβέρνηση κόπτεται για το δημογραφικό πρόβλημα; Ουδέν αναληθέστερον. Αφού αποδεικνύει στην πράξη ότι στραγγαλίζει τους νέους ανθρώπους αφαιρώντας τους κάθε σκέψη για δημιουργία οικογένειας, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον.
 
Και όμως τους νοιάζει
 
Υπό αυτό το πρίσμα, αποκτά άλλο νόημα η διαβόητη ρήση του Κυριάκου Μητσοτάκη «και τι τον νοιάζει τον νέο τι έγινε το ’63;» (σσ. δολοφονία Γρηγόρη Λαμπράκη). Είναι αυτό ακριβώς που θα ήθελε ο συγκεκριμένος πολιτικός και η πολιτική κουλτούρα που ενσαρκώνει: η άγνοια, η λήθη και η αδιαφορία. Εκεί ποντάρουν.
 
Το ακούσαμε και πολύ πρόσφατα, με αφορμή την απόπειρα της Δεξιάς να κρύψει κάτω από το χαλί το μείζον πρόβλημα των υποκλοπών και των προεκτάσεών του στην αποσάθρωση των θεσμών και των δημοκρατικών εγγυήσεων.
Τι τον νοιάζουν τον πολίτη που έχει τα βάσανά του – αποσιωπώντας τεχνηέντως ότι αυτά τα «βάσανα» είναι το αποτέλεσμα και το προϊόν επιλογών και πολιτικών αυτής ακριβώς της κυβέρνησης – οι υποκλοπές, η χειραγώγηση της δικαιοσύνης, η καθυπόταξη του Τύπου και η μετατροπή του σε φερέφωνο της κυβερνητικής προπαγάνδας, η υποβάθμιση της Βουλής;
 
 
Τι τον νοιάζει αν η Ελλάδα εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς σε παράδειγμα «ανελεύθερης δημοκρατίας»;
 
Τι τον νοιάζει αν η αστυνομία – και ειδικότερα οι ειδικοί φρουροί που διορίζονται σωρηδόν και χωρίς καμία αξιολόγηση σε διάφορες μονάδες κρούσης, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα κομματικά ρουσφέτια του καθεστώτος – ξεσπά με μένος κατά των νέων στις πλατείες, κατά των φοιτητών, κατά όλων όσοι τολμούν ακόμα να αντιστέκονται και να διεκδικούν;
 
Τι τον νοιάζει αν γίνονται παράνομα pushbacks προσφύγων και μεταναστών, αν βασανίζονται «παραβατικοί» και αν βιάζονται γυναίκες στα κρατητήρια;
 
Τον νοιάζει, όμως. Ή τουλάχιστον θα έπρεπε να τον νοιάζει.
 
Γιατί σε μια χώρα όπου οι λέξεις νομιμότητα, σύνταγμα, κράτος δικαίου, δημοκρατία, θεσμοί, δικαιοσύνη έχουν χάσει το νόημα και την ουσία τους, είναι μια χώρα όπου αυτός ο πολίτης, ιδίως ο νέος και η νέα, ως ατομικότητα και ως μέρος ενός κοινωνικού συνόλου, δεν έχει καμία ελπίδα να ορθοποδήσει.
 
Και αυτή είναι η Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Μια δημοκρατία που μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει καχεκτική, μερική – υπό όρους – ή απλά ανελεύθερη. Ο όρος «ανελεύθερη δημοκρατία», καίτοι αδόκιμος από μια άποψη, χρησιμοποιείται χάριν ευκολίας για να περιγράψει αυταρχικά καθεστώτα σε κράτη, όπου διεξάγονται μεν εκλογές, αλλά το κράτος δικαίου αποδυναμώνεται. Μια ανελεύθερη δημοκρατία έχει σύνταγμα, βουλή, θεσμούς, όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά μιας «κανονικής» δημοκρατίας, το ουσιαστικό περιεχόμενο της οποίας, όμως, έχει συρρικνωθεί δραματικά, συνήθως με την επίκληση κάποιας «έκτακτης ανάγκης», η οποία στην πράξη αποδεικνύεται μόνιμη και μετατρέπεται σε νέα κανονικότητα. Ποιοι είναι οι τρεις βασικοί πυλώνες μιας ανελεύθερης δημοκρατίας; Η δυσανάλογη περιστολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των συνταγματικών ελευθεριών από ένα αυταρχικό κράτος καταστολής, ο ασφυκτικός έλεγχος του Τύπου και των ΜΜΕ και η χειραγώγηση της Δικαιοσύνης.
 
Υπάρχει άραγε καμιά αμφιβολία σε οποιονδήποτε δημοκρατικό πολίτη – ακόμα και φιλελεύθερο – ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη διαπρέπει με ξεχωριστή «αριστεία» και στα τρία αυτά πεδία;
 
Αυτό, όμως, επιδιώκει η συγκεκριμένη κυβέρνηση: μια κοινωνία και μια νεολαία που θα βουλιάξει είτε στην παραίτηση και τη λήθη, ή στην παράλυση της ματαίωσης, ή σε έναν θυμό που δεν βρίσκει διέξοδο. Όμως, αν δεν είναι η παραίτηση λύση, ούτε ο θυμός αρκεί – τουλάχιστον όχι από μόνος του, όσο κι αν αποτελεί κινητήρια δύναμη στην κατεύθυνση του αγώνα και της ανατροπής. Χρειάζεται να υπάρχει μια ρεαλιστική – άρα και πειστική – ελπιδοφόρα προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον, καθώς και ένα στιβαρό ιδεολογικό πλαίσιο.
 
Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση και η μεγάλη ευκαιρία της Αριστεράς.