Macro

Βασίλης Ρόγγας: Όταν η Δεξιά νικά, χάνουν όλοι οι άλλοι

Η προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας για συντηρητική ιδεολογική ηγεμονία στην ελληνική κοινωνία έχει μια εκδοχή που συχνά την παραβλέπουμε. Η Δεξιά δεν διαλέγει απλώς από το καλάθι των αντιδραστικών αξιών ιεραρχημένα όσες τη συμφέρουν, αυτές που θεωρεί ώριμες κοινωνικές αναμονές ή εκείνες που για την παράταξη φαντάζουν αυτονόητες. Τις παλεύει, φυσικά, στα φόρα, στη Bουλή, στην κοινωνία, αλλά ταυτόχρονα το δικό τους αναπαραστασιακό σύμπαν γίνεται υλικότητα με αποτελέσματα που έχουν διαρκή χαρακτηριστικά. Είναι τομές τόσο σημαντικές που ανακόπτουν αντιστάσεις ενώ θα μπορούσαν να υφίστανται. Σε αυτό όμως θα επανέλθω.
 
Από το 2019 και έπειτα η κυβέρνηση μεθοδικά, στοχευμένα και συχνά στον κατάλληλο χρονισμό προβαίνει σε διάλυση μερίδας των κινηματικών υποδομών που δημιουργήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, ιδιαιτέρως στις καταλήψεις όλων των ειδών (στέγης, προσφύγων, πολιτικές). Δεν υπάρχει κανένα συνολικό ρεπορτάζ που να καλύπτει όσα έχουν συμβεί, αλλά η βάσιμη εικασία είναι πως πάνω από 30 κατειλημμένοι χώροι έχουν κλείσει τα τελευταία τρεισήμισι χρόνια πανελλαδικά. Αν προστεθούν σε αυτά η διαρκής στρατοπέδευση στα Εξάρχεια και για κάποιο καιρό στα κεντρικά πανεπιστήμια, οι «μπούκες» σε καταλήψεις και στέκια εντός των πανεπιστημίων, η εξαιρετικά αυστηρή και συχνά άδικη δίωξη πολλών που παρεμβαίνουν πολιτικά σε τέτοιους χώρους, τότε μπορούμε να πούμε πως στα χρόνια της μητσοτακικής διακυβέρνησης η καταστολή ήταν ενδελεχής και εξαντλητική.
 
 
 
Και τι μας νοιάζει;
 
 
 
Τα παραπάνω ερμηνεύουν εν μέρει την κινηματική ύφεση αυτής της περιόδου. Στο ίδιο πεδίο χρειάζεται να προσθέσουμε το κλείσιμο εμβληματικών στεκιών και λόγω των παρατεταμένων λοκντάουν (δεν είχαν ΚΑΔ…), την διαρκή απειλή καταστολής σε νομιμοποιημένες κοινωνικά καταλήψεις (Βοξ, Εμπρός, Βοτανικός Κήπος κ.ο.κ.), την εξασθένιση συνεταιρισμών, κοινωνικών παντοπωλείων – ιατρείων – φαρμακείων και το κλείσιμο ή την εξαιρετικά μειωμένη κυκλοφορία και θέαση εφημερίδων και sites που λειτούργησαν ως κόμβοι κινηματικής πληροφόρησης και δικτύωσης τα προηγούμενα χρόνια.
 
Η συγκεκριμένη συνθήκη αποθαρρύνει δρώντες που θα θέλαν να δοκιμάσουν αντιστάσεις και πολιτική δημιουργία στη χωρική τους διάσταση. Κι αυτό είναι εντελώς κρίσιμο. Από το 2008 έως τουλάχιστον το 2015, πολλοί και πολλές που δραστηριοποιήθηκαν ενάντια στη λιτότητα χρησιμοποίησαν τόπους (καταλήψεις, στέκια, λέσχες, καφενεία κοκ), όπου αντιεραρχικά και προεικονιστικά, ως άτυπη κοινωνία των πολιτών που δεν καταγράφονταν πουθενά, δημιουργούσαν ευρύτατους ομόκεντρους κοινωνικούς κύκλους δεσμευμένων σε άμεση δράση. Δικτυώσεις, οργανωτικές κεφαλαιοποιήσεις, πολιτισμική δημιουργία και συμμαχίες ήταν θετικές λειτουργίες που επιτελούνταν και συσπείρωναν πολλούς προοδευτικούς πολίτες κι όχι μόνο τους ριζοσπάστες. Με άλλα λόγια, πολλοί και πολλές πήγαν πέρα από την οργανωτική εμμονή της Αριστεράς για συνδικαλισμό, με ελευθεριακές ιδεολογικές προκείμενες που αναπλαισιώθηκαν κι ως εκ τούτου έγιναν κατανοητές, σε δραστηριότητες εντοπισμένες τοπικά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, κι εφόσον δεν εγκαταλείφθηκαν οι παραδοσιακές μορφές οργάνωσης και δράσης (συνδικάτα, κόμματα, διαδηλώσεις), εκδηλώθηκε ο συγκρουσιακός κύκλος της αντιμνημονιακής καμπάνιας. Δηλαδή, ο κύκλος εργασιών των διεκδικητών εντατικοποιήθηκε και λόγω της χωρικής αντίστασης.
 
 
 
Το δημοκρατικό παράδοξο
 
 
 
Τούτων λεχθέντων, ισχυρίζομαι πως βρισκόμαστε μπροστά σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη διαδικασία για τη δημοκρατία. Αν στον καμβά επικρατήσει σε τέτοιο βαθμό το άχρωμο χρώμα της κοινωνικής συναίνεσης και, ταυτόχρονα, οι δυνάμει δυναμικές αντιστάσεις κόβονται από τη ρίζα ενώ ήταν ριζωμένες, τότε αναλαμβάνουμε την συνευθύνη για την ιδεολογική επικράτηση καθεστώτων αλήθειας που μόνο τη Δεξιά συμφέρουν.
 
Αλλιώς. Αν η πολιτική σύγκρουση ολοένα κι απονομιμοποιείται εμπράγματα, τότε όλες οι υποβαστάζουσες προϋποθέσεις για την ιδεολογική ηγεμονία των αντιπάλων ενεργοποιούνται ή αυξάνουν τη δυναμική τους∙ ατομική ευθύνη, τοξική θετικότητα, υπεραπόδοση κι αυτοεκμετάλλευση, τεχνοκρατική αποθέωση, υγειονολογική λατρεία είναι τεράστιες επενδύσεις του ύστερου καπιταλισμού. Μπορεί να παράγουν κατάθλιψη ή burn out, αλλά τουλάχιστον ταυτίζονται με το zeitgeist της επιμέλειας εαυτού και κυρίως της συναίνεση, μέρος του δημοκρατικού παράδοξου, όπως το όρισε η Chantal Mouffe. Αυτή η αποϊδεολογικοποίηση ως συναίνεση, κουκουλωμένη, λόγου χάρη παλαιότερα στα καθ’ ημάς ως εκσυγχρονισμός, είναι η πιο στιβαρή εκδοχή ιδεολογίας των αντιπάλων.
 
 
 
Το δημοκρατικό πεπρωμένο
 
 
 
Χρειάζεται να πιστέψουμε ξανά σε αυτό που έγραψε ο Alex Honneth: «Η ζωτικότητα της πολιτικής δημοκρατίας εξαρτάται ουσιωδώς από τη στράτευση των πολιτών, οι οποίοι είναι σε θέση να λάβουν μέρος σε συζητήσεις με αντιμαχόμενες θέσεις, να συμβάλλουν στη μεστή συγκρούσεων διαδικασία σχηματισμού της κοινής γνώμης»1. Για να τα καταφέρουν, για να βρουν πεδίο έστω να το προσπαθήσουν, χρειάζονται κινηματικές υποδομές, οργανωτικούς αστερισμούς και ιδεολογικές πλαισιώσεις που να τους αφορούν στο τώρα και που να είναι σε αντιστοίχιση με το σχηματισμό της υποκειμενικότητάς τους.
 
Δεν χρειάζεται η καταφυγή σε δοξασμένες επιτελέσεις του παρελθόντος. Χωρικές αντιστάσεις και σύγχρονος συνδικαλισμός με καλές πρακτικές, ψηφιακή και ενσώματη προσπάθεια, λόγια από καρδιάς και στιβαρή θεωρία δεν είναι αντινομίες, δίπολα για να διαλέξουμε αναλόγως την πολιτική μας προδιάθεση. Είναι η ώρα να τα ενεργοποιήσουμε όλα και αλλιώς. Αλλιώς η Δεξιά θα μας νικά όλους και όλες και μάλιστα στο μάκρο χρόνο, πέρα από τη συγκυρία της εκλογικής χρονιάς.
 
 
 
Σημείωση:
 
1. Α. Honneth, πρόλογος στο Alain Ehrenberg (2013), Η κούραση να είσαι ο εαυτός σου, Αθήνα: Εκδόσεις του 21ου, σελ. 9

Βασίλης Ρόγγας