Macro

Τα «παιδιά του Σαλό» – Η αναιμική απο-φασιστικοποίηση της Ιταλίας

Το 1996, ο τότε πρόεδρος της ιταλικής βουλής, Λουτσιάνο Βιολάντε, πρώην βουλευτής του ΚΚΙ, εξέχον δικαστικός και μέλλων πρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος της Αριστεράς, αναφέρθηκε στους φασίστες που είχαν συμμετάσχει στην Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία, το κράτος-μαριονέτα που είχε ιδρύσει ο Μουσολίνι σε ένα τμήμα της Βόρειας Ιταλίας, μετά την παύση του από τον βασιλιά, και την  απόδρασή του,  ως «τα παιδιά του Σαλό». Η αποστροφή του αυτή προκάλεσε την γενική κατακραυγή και θυελλώδεις αποδοκιμασίες από τις διάφορες ενώσεις αντιστασιακών. Ουδείς αριστερός, ως τότε, δεν είχε διανοηθεί να  δηλώσει την συμπάθειά του για το «δράμα αυτών των παραστρατημένων παιδιών». Γι’ αυτό το συναισθηματικό και ιδεολογικό ξέπλυμα  φρόντιζαν βέβαια, ήδη από τη δεκαετία του 1980, οι εφημερίδες, τα περιοδικά και τα κανάλια του Μπερλουσκόνι -αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Στα μέρη μας, είναι δύσκολο να κατανοήσει κάποιος το αδιανόητο της συγκεκριμένης πολιτικής κίνησης του Βιολάντε. Πέρα από έναν κύκλο ειδημόνων, το Σαλό είναι γνωστό από την ταινία του Παζολίνι, η οποία μπορεί να αποτελεί μια ιδιάζουσα σπουδή στη βιοπολιτική του θανάτου, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς τα ιστορικά δεδομένα.

Περίπου 60.000 στελέχη του ιταλικού στρατού έλαβαν μέρος στο Σαλό. Σε αυτούς, δινόταν ένας διόλου ευκαταφρόνητος μισθός, 15 ως 23000 λίρες τον μήνα για έναν στρατηγό, 8-16 για έναν συνταγματάρχη, 5-7 για έναν λοχαγό, τη στιγμή που ο μέσος μισθός για έναν υπάλληλο, την εποχή εκείνη, κυμαινόταν μεταξύ 1500 και 1800 λιρών. Όσον αφορά τους κληρωτούς, τον Δεκέμβρη του 1943 παρουσιάστηκαν στα στρατόπεδα περίπου 50.000 στρατιώτες. Οι περισσότεροι εξ αυτών παρέμειναν ανενεργοί ή λιποτάκτησαν μετά από κάποιους μήνες.

 

Οι μόνες νεοφασιστικές μονάδες που βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης ήταν οι 4 μεραρχίες που είχαν εκπαιδευθεί στη Γερμανία (San Marco, Monterosa, Littorio, Italia).  Κι αυτές, όμως, χρησιμοποιήθηκαν σε δευτερεύοντα καθήκοντα, και αποδεκατίστηκαν από τις λιποταξίες (οι παρτιζάνοι τις υπολόγιζαν σε ποσοστό 25%) . Υπήρξαν, βέβαια, και οι 20.000 εθελοντές που προτίμησαν να καταταχθούν απευθείας στα Waffen-SS.

Στην πράξη, ο θνήσκων φασισμός υποστηρίχθηκε στρατιωτικά από τις δυνάμεις εκείνες που είχαν δημιουργηθεί για να εκτελούν χρέη αστυνόμευσης. Ένοπλες ομάδες που χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για εκτελέσεις ανταρτών, επιθέσεις σε χωριά, λεηλασίες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτές οι συμμορίες έπαιρναν το όνομά τους από τον αρχηγό τους (Koch, Fenizio, Caritá). Οι πιο μεγάλες ήταν η Εθνική Δημοκρατική Φρουρά (150.000, στα τέλη του 1943) και οι Μαύρες Ταξιαρχίες. Ποιοτικά σημαντικότερη υπήρξε η X Mas, με διοικητή τον πρίγκηπα Ιούνιο Βαλέριο Μποργκέζε, πρωταγωνιστή ενός αποτυχημένου πραξικοπήματος, είκοσι χρόνια αργότερα.

Καμιά από όλες αυτές τις συμμορίες δεν πολέμησε εναντίον των Συμμαχικών Δυνάμεων. Μόνος και αποκλειστικός εχθρός ήταν οι ιταλοί αντάρτες.

Δικαιοσύνη αποδόθηκε – αλλά μόνο για λίγους μήνες.  Και δεν αναφέρομαι μόνο στα φαινόμενα λαϊκής  δικαιοσύνης. Στις απελευθερωμένες περιοχές, συστάθηκαν, μετά τις 8 Σεπτεμβρίου 1943, Έκτακτα Κακουργιοδικεία, τα οποία απαρτίζονταν από δύο δικαστικούς και έξι ενόρκους, ορισμένους από τις τοπικές Επιτροπές Εθνικής Απελευθέρωσης. Από τα μέσα Μαΐου μέχρι τα μέσα Αυγούστου του 1945, στη Βόρεια Ιταλία έγιναν 10.028 δίκες, κι άλλες 4.000 ήταν ακόμα εν εξελίξει. Στο Πεδεμόντιο (περιφέρεια με πολύ μεγάλο αριθμό εκτελεσμένων ανταρτών), σε σύνολο 3.634 υποδίκων υπήρξαν 203 θανατικές καταδίκες (εκτελέστηκαν μόνο οι 18), 23 καταδίκες σε ισόβια, 319 καταδίκες σε ποινές άνω των 20 ετών, 853 από 5 ως 20 χρόνια. Στο Μιλάνο εκτελέστηκαν 2 από τους 36 καταδίκους σε θάνατο, στην Πάντοβα 4 από τους 27, στη Βενετία 4 από τους 11, στο Ροβίγκο 5 από τους 15, στη Βερόνα 5 από τους 18, στο Τρεβίζο 6 από τους 22.   Κι ύστερα, ήρθε το καλοκαίρι του ’46.

Στις 22 Ιουνίου 1946 ο υπουργός Δικαιοσύνης (και γραμματέας του ΚΚΙ) Παλμίρο Τολιάτι υπογράφει το Νομοθετικό Διάταγμα περί Αμνηστίας, που έμεινε στην ιστορία με το όνομά του. Την εποχή εκείνη, στις ιταλικές φυλακές βρίσκονταν περίπου 40.000 στρατιώτες του Σαλό. Στο τέλος του ίδιου έτους, είχαν μειωθεί στους 4.000.

Στις 25 Ιανουαρίου του 1952, έξι χρόνια μετά την ανακήρυξη της Ιταλικής Δημοκρατίας, ο χριστιανοδημοκράτης υπουργός Εσωτερικών, Μάριο Σέλμπα (επί των ημερών του οποίου, δεκάδες διαδηλωτές εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από την αστυνομία), δήλωνε, ενώπιον της Βουλής: «ο νεοφασιστικός τύπος κάνει λόγο, ακόμα και σήμερα, για 150 χιλιάδες ηρωικούς μαχητές της Ιταλικής Κοινωνικής  Δημοκρατίας που σαπίζουν στις φυλακές. Ξέρετε πόσοι είναι αυτοί οι ηρωικοί μαχητές; Είναι 442. […] Τί παραπάνω ζητούν από εμάς οι φασίστες; Πόση ακόμα ειρήνευση ζητάνε;».

Ατιμωρησία είναι η σωστή λέξη, κι όχι ειρήνευση. Ατιμωρησία στο πλαίσιο της «συνέχειας του κράτους», της κοινωνικής και πολιτικής ειρήνης, του αντικομουνιστικού αγώνα, λίγο αργότερα. Εικοσιένα χρόνια φασισμού, ένας παγκόσμιος πόλεμος, το Ολοκαύτωμα, η συνεργασία με τους γερμανούς, τα εγκλήματα της «Δημοκρατίας του Σαλό»,  οι φυλακίσεις, οι εξορίες, τα βασανιστήρια, οι ομαδικές εκτελέσεις αμάχων, έμειναν, εν πολλοίς, ατιμώρητες, σε ποινικό επίπεδο. Αν παραμείνουμε στο θεσμικό επίπεδο, στην ατιμωρησία συνέβαλαν τόσο ο νόμος όσο και το δικαστικό σώμα. Η ίδια η νομοθετική πράξη του Τολιάτι, παρόλο που αμνήστευε αδικήματα που επέσειαν ποινή κάθειρξης μέχρι πέντε ετών, και τα οποία δεν περιλάμβαναν «ιδιαίτερα σκληρή κακομεταχείριση», άφηνε, στην πράξη, ευρύτατα περιθώρια κρίσης στον δικαστή. Δικαστής, ο οποίος ήταν, στις περισσότερες περιπτώσεις, διόλου εχθρικός απέναντι σε υπόδικους φασίστες,  μιας που η αποφασιστικοποίηση του δικαστικού σώματος άγγιξε μόλις λίγες εκατοντάδες περιπτώσεις.

Από το 1947 ως το 1949, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο εξέδωσε μια σειρά αποφάσεων με τις οποίες μετατράπηκαν αδικήματα ιδιαίτερα σκληρής κακομεταχείρισης» σε «δυστυχήματα χωρίς πρόθεση». Για παράδειγμα, στην υπόθεση Καρρέρα, υποστηρίχθηκε ότι δεν αποτελεί βάναυση κακομεταχείριση το κρέμασμα ανάποδα  ενός αντάρτη, ούτε οι κλωτσιές στο κεφάλι του. Αυτές είναι απλώς «φυσιολογικές μορφές βίας». Στην υπόθεση Φαλάνγκα, δόθηκε αμνηστία σε έναν συμμορίτη του Σαλό που είχε δολοφονήσει έναν αντάρτη, διότι αυτός «ήταν ετοιμοθάνατος, χωρίς ελπίδα επιβίωσης. Ένας άνδρας που βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση είναι ένα ον που δεν μπορεί να βλάψει τον αντίπαλο. Άλλωστε, η θανάτωσή του μπορεί να αποτελεί έκφραση πολιτικού μίσους, αλλά δεν συντελεί στην στρατιωτική αποδυνάμωση του αντιπάλου». Για να αμνηστεύσει έναν ομαδάρχη των Μαύρων Ταξιαρχιών ο οποίος, αφού ανέκρινε μια αντάρτισσα, την παρέδωσε στους στρατιώτες του να την βιάσουν ομαδικά, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε ότι «το συγκεκριμένο συμβάν δεν συνιστά κακομεταχείριση, αλλά απλώς την ύψιστη προσβολή της τιμής και της υπόληψης μιας γυναίκας».

Κατόπιν αυτών, δεν αποτελεί έκπληξη ότι, σε πολλές περιπτώσεις, οι πρώην καταδικασμένοι ζήτησαν και αποζημίωση, για την περίοδο της «άδικης» φυλάκισής τους – κι ότι κάποιοι την έλαβαν. Ούτε φυσικά η αποκατάστασή τους στο δημόσιο ή τον στρατό.

 

Πέραν της υλικής, βέβαια, οι συμμορίτες του Σαλό μερίμνησαν και για την ηθική τους αποκατάσταση. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950,  τα απομνημονεύματα των πρωταγωνιστών της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας είναι τόσα πολλά και δημοφιλή, που θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για εκδοτική μόδα.  Πλήρως ενταγμένοι στο κύκλωμα της επικοινωνίας, επανενταγμένοι στους θεσμούς, ανέγγιχτοι από οποιασδήποτε μορφής κάθαρση, αμνηστευμένοι, είχαν άφθονο χρόνο και διάθεση να αυτο-υμνηθούν,παιανίζοντας τον αγώνα τους για τα ιδανικά του Θεού, της Πατρίδας και της Οικογένειας. Χρήσιμοι άνθρωποι και χρήσιμα ιδανικά, για τον νέο μεγάλο αγώνα του Δυτικού, Πολιτισμένου κόσμου, κατά των βάρβαρων κομμουνιστών…

Πέτρος Ιωσήφ Στανγκανέλλης

Πηγή: Αυγή-Αναγνώσεις