Macro

Σεβαστιανός Μοιρασγεντής: Ενεργειακή φτώχεια, περιβαλλοντική υποβάθμιση και δημόσια υγεία

Η ενεργειακή φτώχεια αποτελεί ένα από τα πλέον σημαντικά κοινωνικοοικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές χώρες, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών που πλήττονται περισσότερο. Ως ενεργειακή φτώχεια ορίζεται η αδυναμία πρόσβασης των νοικοκυριών σε απαραίτητες ενεργειακές υπηρεσίες που παρέχουν βασικά επίπεδα και αξιοπρεπή πρότυπα διαβίωσης και υγείας, συμπεριλαμβανομένης της επαρκούς θέρμανσης, ζεστού νερού χρήσης, ψύξης/δροσισμού, φωτισμού και ενέργειας για ηλεκτρικές συσκευές.

Ανάλογα με τον χρησιμοποιούμενο δείκτη μέτρησης, το 10-30% των ελληνικών νοικοκυριών αντιμετωπίζει προβλήματα ενεργειακής φτώχειας, τα οποία εκδηλώνονται είτε με τη δαπάνη ενός σημαντικού ποσοστού του εισοδήματός τους για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών, είτε με την υποκατανάλωση ενέργειας και τη διαβίωση σε σημαντικά υποβαθμισμένες συνθήκες εντός της κατοικίας τους. Βασικές αιτίες της ενεργειακής φτώχειας είναι τα χαμηλά εισοδήματα, οι υψηλές τιμές ενέργειας και η χαμηλή ενεργειακή επίδοση των κτιρίων, καθώς στην Ελλάδα περίπου το 50% των νοικοκυριών διαβιούν σε κατοικίες που δεν διαθέτουν κάποια θερμομόνωση.

Επίδραση στη δημόσια υγεία

Είναι πλέον ευρέως αποδεκτό, ότι το πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας επιδρά αρνητικά στη δημόσια υγεία μέσω διαφόρων μηχανισμών. Μάλιστα, οι επιπτώσεις αυτές είναι μακροπρόθεσμες και μπορεί να διαρκούν ακόμη και όταν ένα νοικοκυριό ξεφύγει από την ενεργειακή φτώχεια.

Ένας ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός ερευνών συσχετίζει την ενεργειακή φτώχεια και τις χαμηλές θερμοκρασίες εντός των κατοικιών με την αυξημένη θνησιμότητα κατά τη χειμερινή περίοδο. Είναι αξιοσημείωτο ότι το πρόβλημα είναι εντονότερο στις νότιες ευρωπαϊκές χώρες, παρά τον ηπιότερο χειμώνα, λόγω της χαμηλής ενεργειακής αποδοτικότητας του κτιριακού αποθέματος. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι περίπου το 30% της υπερβάλλουσας θνησιμότητας κατά τη χειμερινή περίοδο σχετίζεται με τις χαμηλές εσωτερικές θερμοκρασίες στις κατοικίες. Αναλύοντας στοιχεία για τη μηνιαία θνησιμότητα στην Ελλάδα την περίοδο 2010-2022 προέκυψε ότι περίπου 1.500-1.900 θάνατοι στην Ελλάδα, ετησίως, μπορούν να αποδοθούν στην ενεργειακή φτώχεια.

Το πρόβλημα είναι υπαρκτό, αν και λιγότερο μελετημένο, και κατά τη θερινή περίοδο. Εν γένει οι υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι σχετίζονται με αυξημένη θνησιμότητα, εν τούτοις δεν είναι σαφές τι ποσοστό αυτών των θανάτων μπορεί να αποδοθεί στην ενεργειακή φτώχεια. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το 19% των ευρωπαϊκών νοικοκυριών αδυνατούν να διατηρήσουν την κατοικία τους δροσερή κατά την καλοκαιρινή περίοδο. Οι υψηλές θερμοκρασίες εντός των κατοικιών δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο για την υγεία για περίπου 85 εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το θερμικό στρες είναι η σημαντικότερη αιτία θανάτων που σχετίζεται με τις καιρικές συνθήκες και μπορεί να επιδεινώσει υποκείμενες ψυχικές και σωματικές ασθένειες.

Επίσης, η ενεργειακή φτώχεια, και ιδιαίτερα οι χαμηλές εσωτερικές θερμοκρασίες, καθώς και η ύπαρξη υγρασίας εντός των κατοικιών, συνδέεται με μια σειρά μη μεταδοτικών νοσημάτων, όπως λοιμώξεις του αναπνευστικού, άσθμα, καρδιαγγειακά νοσήματα, κλπ., με τους ηλικιωμένους να είναι ο πλέον ευπαθής πληθυσμός. Αναλύοντας τα λεπτομερή δεδομένα της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης του νοικοκυριών που διενεργεί η Ελληνική Στατιστική Αρχή, προκύπτει ότι τα νοικοκυριά με αδυναμία ικανοποιητικής θέρμανσης έχουν 32-82% αυξημένες πιθανότητες να βρεθούν σε κακή κατάσταση υγείας.

Πολύ συχνά, τα ενεργειακά φτωχά νοικοκυριά καταφεύγουν στη χρήση φτηνών, αλλά μη αποτελεσματικών συστημάτων θέρμανσης (ξυλόσομπες, τζάκια, σόμπες υγραερίου ή πετρελαίου, κλπ.). Ως αποτέλεσμα, επιβαρύνεται τόσο το εσωτερικό περιβάλλον των κατοικιών με ρυπαντές όπως σωματίδια, ραδόνιο, φορμαλδεΰδη, κλπ., που μπορεί να ευθύνονται ακόμη και για καρκίνους, όσο και το εξωτερικό περιβάλλον με διάφορους ρυπαντές, προκαλώντας ευρύτερη υποβάθμιση της δημόσιας υγείας. Σε μεγάλο βαθμό οι αυξημένες συγκεντρώσεις σωματιδίων που παρατηρούνται σε πολλές ελληνικές πόλεις κατά τη χειμερινή περίοδο, επιβαρύνοντας τη δημόσια υγεία, οφείλεται στα προβλήματα ενεργειακής φτώχειας και στη χρήση φθηνών, αλλά ιδιαίτερα ρυπογόνων μέσων θέρμανσης.

Επιπτώσεις στην ψυχική υγεία

Τέλος, τα υπάρχοντα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η συσχέτιση μεταξύ ενεργειακής φτώχειας και ψυχικής υγείας είναι ιδιαίτερα έντονη. Η ενεργειακή φτώχεια συνδέεται ειδικά με την κατάθλιψη, το άγχος και τη δυσκολία διαχείρισης συναισθημάτων. Η ανησυχία για την κάλυψη των ενεργειακών εξόδων, καθώς και η σωματική ταλαιπωρία από την έκθεση σε χαμηλές θερμοκρασίες, αποτελούν τις βασικές παραμέτρους που επιδεινώνουν την ψυχική υγεία στα ενεργειακά φτωχά νοικοκυριά. Επιπλέον, η ενεργειακή φτώχεια συνδέεται με αυξημένα ποσοστά κοινωνικής απομόνωσης, καθώς υπάρχει μικρότερη επιθυμία κοινωνικών συναναστροφών σε κατοικίες με ακατάλληλες εσωτερικές συνθήκες.

Πέρα από την αύξηση των εισοδημάτων και τον έλεγχο των τιμών ενέργειας, απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική και μακροχρόνια αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας των νοικοκυριών, είναι η ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών σε συνδυασμό με τη χρήση σύγχρονων συστημάτων θέρμανσης και ψύξης. Προχωρώντας προς την κατεύθυνση αυτή, δεν επιτυγχάνεται μόνο η άμβλυνση ενός σημαντικού κοινωνικού προβλήματος, αλλά βελτιώνονται σημαντικά οι περιβαλλοντικές συνθήκες εντός και εκτός των κτιρίων, καθώς και η δημόσια υγεία του πληθυσμού, μειώνοντας κατ’ επέκταση τις πιέσεις που αντιμετωπίζει το σύστημα υγείας.

Σημείωση:

Οι ποσοτικές εκτιμήσεις που παρουσιάζονται στο παρόν άρθρο βασίζονται σε ευρήματα του ερευνητικού έργου «Κλιματική αλλαγή, υγεία και ενέργεια: Επιπτώσεις και αλληλεπιδράσεις» – ENACT.

Η ΕΠΟΧΗ