Macro

Ορατές και αθέατες πλευρές της ευρωπαϊκής κρίσης

Οι ευρωεκλογές του Μαΐου είναι μια καλή ευκαιρία για να τεθούν τα ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι απαντήσεις χρήσιμο θα ήταν να αποφύγουν τόσο τον εξωραϊσμό όσο και τη δαιμονοποίηση, συνθήκη που γίνεται δυσκολότερη εξ αιτίας του προεκλογικού κύκλου.

Οι αριστεροί, άνδρες και γυναίκες, έχουν μια ακατάσχετη ροπή να παγιδεύονται είτε στον εξωραϊσμό είτε στη δαιμονοποίηση, μερικές φορές και στα δύο ταυτόχρονα. Βλέπετε οι αριστεροί ορκίζονται στη διαλεκτική χωρίς αυτό να σημαίνει ότι την υπηρετούν κιόλας, όπως συμβαίνει με τους χριστιανούς και τη Βίβλο.

Η ακροδεξιά απειλή

Τα πρωτεύον ερώτημα σε αυτή την ιστορική συγκυρία, συγκρινόμενη μάλιστα με όλη την μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία, έχει να κάνει με την άνοδο της Ακροδεξιάς. Πρόκειται για ιστορικό παράδοξο, αφού μετά τον πόλεμο ο φασισμός και ο πόλεμος ήταν εγγεγραμμένα αρνητικά στη συνείδηση του ευρωπαϊκού «λαού». Η δημιουργία της Ενωμένης Ευρώπης ήταν η απάντηση στους ευρωπαϊκούς πολέμους και το φασισμό.

Με αυτή την έννοια, αποτελεί δυσκολοεξήγητο ερώτημα η άνοδος της Ακροδεξιάς Η άνοδος των ποσοστών και της επιρροής της δεν αφορά μόνο στο ευρωκοινοβούλιο, όπου πολλοί φοβούνται ότι θα είναι η δεύτερη πολιτική δύναμη, κοντά μάλιστα στην πρώτη, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, ιδιαίτερα μετά το «δοκιμαστικό» διαζύγιο με τον Όρμπαν.

Πρόκειται για άνοδο και σε κάθε γωνιά της Ευρώπης, όπου η Ακροδεξιά δεν είναι πλέον ο παρίας του πολιτικού συστήματος, αλλά πρωτεύουσα πολιτική δύναμη που επιθυμεί -και πολλές φορές πετυχαίνει- τη συμμετοχή της στην κυβέρνηση, και αναμφισβήτητα επηρεάζει με την ρητορική της την πολιτική ατζέντα όλου του καθεστωτικού πολιτικού φάσματος. Η Ακροδεξιά επιχειρεί να κλέψει από την Αριστερά την αντισυστημική ταυτότητα και, με αυτή την έννοια, να προσεγγίσει τα λαϊκά στρώματα που υποφέρουν από το νεοφιλελευθερισμό. Σε πολλές περιοχές του κόσμου τα καταφέρνει, ιδιαίτερα στις περιοχές που η Αριστερά εγκαταλείπει τη δική της ταυτότητα. Όμως, η πολιτική πρακτική της διαψεύδει τις διακηρύξεις της, όταν για παράδειγμα στο ευρωκοινοβούλιο καταψηφίζει κάθε μέτρο υπέρ των εργαζομένων ή μέτρα για την κλιματική αλλαγή. Το ίδιο συμβαίνει και σε όσες χώρες συμμετέχει στην κυβέρνηση, με τον Όρμπαν να αποτελεί μία εμβληματική περίπτωση.

Η Ελλάδα αποτελεί την εξαίρεση και αυτό οφείλεται σίγουρα στον ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι τραβηγμένο να ισχυριστεί κάποιος ότι το φαινόμενο της ανόδου της Ακροδεξιάς είναι υποπροϊόν της κρίσης της Ε.Ε., γιατί τότε δεν θα μπορούσε να εξηγήσει την άνοδο του Μπολσονάρου στη Βραζιλία και -γιατί όχι;- το παράδοξο του Τραμπ στις ΗΠΑ.

Οι κοινότητες και ο βιοπολιτικός έλεγχος

Πολλοί αριστεροί διανοούμενοι πιστεύουν, δικαίως, ότι η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και το δόγμα της Θάτσερ «δεν υπάρχει κοινωνία παρά μόνο άνθρωποι» αποδόμησε τις ταυτότητες των πληθυσμών (ο καθένας μόνος του στη «ζούγκλα»). Υποστηρίζουν με διορατικότητα ότι η αποδόμηση συνετελέσθη με την δυσφήμηση της ταυτότητας των εργατών, την κατάργηση της έννοιας της εργατικής τάξης και της αλληλεγγύης μεταξύ των εργαζομένων, η οποία διαμορφωνόταν μέσα από τους αγώνες ενάντια στα αφεντικά, τους δεσμούς τους με τα συνδικάτα, τους θεσμούς της εργατικής αλληλεγγύης, τις δικές τους εφημερίδες και τα δικά τους βιβλία, που όλα μαζί δημιουργούσαν την έννοια του συνανήκειν. Το ίδιο συνέβη και με τις άλλες, τις πολλαπλές ταυτότητες, οι οποίες όλες περιείχαν το σπέρμα της αμφισβήτησης ενός απάνθρωπου καπιταλισμού, ο οποίος απειλεί κάθε ανθρώπινη διάσταση, κάθε ταυτότητα που εν δυνάμει δημιουργεί τον κίνδυνο του μετασχηματισμού του υπάρχοντος. Η δυσφήμηση του φεμινιστικού και του οικολογικού κινήματος είναι από αυτή την άποψη παραδειγματικές.

Η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση στο όνομα των ανοικτών αγορών, της λατρείας του ιδιωτικού και της ατομικής επιτυχίας, μέσω της αποδιάρθρωσης της εργασίας, της μερικής και ελαστικής εργασίας, της επισφάλειας, της δομικής ανεργίας που θρυμματίζει κάθε κοινωνική ταυτότητα, της απονομιμοποίησης των συνδικάτων, της φτωχής εργασίας, των εξαντλητικών ωραρίων για την επιβίωση, του κοινωνικού αποκλεισμό και της φτώχειας μεγάλων μερίδων του πληθυσμού, αφαίρεσε κάθε έννοια κοινότητας. Το κενό το κάλυψε η Ακροδεξιά και ο Τραμπ, στο έδαφος όμως που δημιούργησε ο εκσυγχρονισμός, ο τριτοδρομικός μπλερισμός και η συμμαχία των σοσιαλδημοκρατών με τους νεοφιλελεύθερους δεξιούς. Ο Μάρκο Ρεβέλι έγραψε για τις πολιτικές που εφάρμοσαν νεοφιλελεύθεροι Σοσιαλδημοκράτες από κοινού με τους Χριστιανοδημοκράτες ότι με τις αντικοινωνικές πολιτικές τους εκτίναξαν τις ανισότητες και οδήγησαν στην έκρηξη της μοναξιάς, της επιθετικότητας, του θυμού, της απογοήτευσης, του μοριακού ανταγωνισμού.,

Η Ακροδεξιά παρέχει ταυτότητα δια μέσου του εθνικισμού, του μισάνθρωπου ρατσισμού, της εκκλησίας, του στρατού και της αστυνομίας, που επιβάλουν την ασφάλεια, το νόμο και την τάξη. Και, όπου το τελευταίο δεν αποδίδει, υπάρχει η «αυτοδικία», τα όπλα, η εκτέλεση των «άλλων», αυτών που απειλούν τη φαντασιακή ταυτότητα, αυτών που είναι εμπόδιο. Αυτά συμβαίνουν όταν η βούληση για βιοπολιτικό έλεγχο δεν κρατά ούτε τα προσχήματα της αστικής δημοκρατίας. Από αυτή τη σκοπιά τίθεται το εξής ερώτημα: πόσο απέχει το πρόγραμμα της ΝΔ για το «νόμο και την τάξη», το οποίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης εκφωνεί σε κάθε ευκαιρία, από την βιοπολιτική διαχείριση του φόβου;

Δεν είναι άμοιρη ευθυνών η Αριστερά. Σε πολλές, παρα-πολλές περιπτώσεις παρακολουθούσε αμήχανη τις αλλαγές, τις μεταμορφώσεις του κοινωνικού σώματος που οφείλει να εκπροσωπεί σε κάθε συνθήκη. Λάθος μάχες, λάθος συμμαχίες με τη νεοφιλελεύθερη Σοσιαλδημοκρατία, λάθος διασπάσεις, λάθος κατακερματισμός των πιο μαχητικών τμημάτων των από κάτω της κοινωνικής πυραμίδας, ιδιαίτερα σε περιόδους σαν τη σημερινή συγκυρία όπου το κοινωνικό ασανσέρ δεν λειτουργεί. Η πιθανότητα οικονομικής και κοινωνικής ανόδου δεν πείθει κανένα, ούτε καν τους πολίτες των ΗΠΑ που γαλουχήθηκαν με την ψευδαίσθηση των ίσων ευκαιριών, ότι δεν υπήρχε ταβάνι στην προοπτική της προσωπικής τους ανέλιξης.

Οι ενδοκαπιταλιστικές συγκρούσεις για την ηγεμονία

Η Αριστερά, από την άλλη, επιδόθηκε με επιτυχία στην ανάλυση των αναδιαρθρώσεων του κεφαλαίου, άσκησε με συνέπεια τα καθήκοντα της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, παρακολουθεί με σύστημα τη μεγάλη εικόνα της παγκόσμιας οικονομίας, τους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς και τις ενδοκαπιταλιστικές συγκρούσεις, όλα εκείνα δηλαδή που συσκοτίζονται στη mainstream δημοσιογραφία και αναλύονται μεροληπτικά στα πανεπιστήμια από τους οπαδούς της νεοκλασικής, δηλαδή της νεοφιλελεύθερης θεωρίας.

Η μεγάλη εικόνα δείχνει ότι ο πολεμικός ανταγωνισμός των μεγάλων οικονομιών κορυφώνεται και δεν είναι μόνο ο εμπορικός και νομισματικός ανταγωνισμός μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας. Στον «καυγά» εμπλέκονται η Ε.Ε., η Ρωσία, ο Καναδάς, αλλά και οι αναδυόμενες οικονομίες του παλιού «τρίτου κόσμου». Ζούμε σε ένα πολυπολικό κόσμο και οι παίκτες είναι περισσότεροι από δύο. Σε αυτό τον κόσμο η μάχη για την υπεροχή είναι αδυσώπητη, το ίδιο και οι προοπτικές. Σύμφωνα με την ανάλυση της τράπεζας HSBC, το 2030 η οικονομία της Κίνας θα είναι πρώτη με ΑΕΠ 26 τρις δολάρια, των ΗΠΑ δεύτερη με 25,2 και της Ινδίας τρίτη με 5,9 τρις δολάρια. Στην ίδια έκθεση η πρόβλεψη για το 2050 είναι ότι στην κατάταξη θα προηγείται η Ινδία, με δεύτερη την Κίνα και τις ΗΠΑ να ακολουθούν. Η Ευρώπη στις προβλέψεις είναι πολύ πίσω. Όταν μάλιστα συνυπολογιστούν οι συνέπειες του Brexit, τότε το μέλλον της Ευρώπης στον οικονομικό ανταγωνισμό θα επιδεινωθεί έτι περαιτέρω. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει και η μελέτη της Χαράς Σερέτη για λογαριασμό του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Μετά το Brexit, ανάλογα με το πως θα κλείσει η συμφωνία με την Ε.Ε., το βέβαιο είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πάψει να έχει παγκοσμίως το μεγαλύτερο ΑΕΠ, όπως και ότι δεν θα είναι πλέον η μεγαλύτερη εμπορική δύναμη. Καταλήγει δε ότι το σπουδαιότερο είναι πως, με την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε., επαναπροσδιορίζονται οι συμμαχίες εντός την Ένωσης, αλλά και σε όλο τον κόσμο. Από αυτή τη σκοπιά είναι κρίσιμες οι συνέπειες για την Ευρώπη από τον εμπορικό πόλεμο.

Μετά την Κίνα, η Ευρώπη και ο Καναδάς δέχονται πρώτοι τον εκβιασμό της επιβολής δασμών από τις ΗΠΑ, με τις βιομηχανικές τάξεις να σηκώνουν πρώτες τη σημαία της συνθηκολόγησης. Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, έντρομη, διαπραγματεύτηκε μόνη της με τον Τραμπ, χωρίς δηλαδή τη μεσολάβηση του γερμανικού κράτους, προκειμένου να αποφύγει τα χειρότερα. Το ίδιο συνέβη και με την κινέζικη εταιρεία τηλεπικοινωνιών Huawei, η οποία επιχειρεί να συνάψει βιομηχανικές και εμπορικές σχέσεις με τις ομόλογες γερμανικές εταιρείες παρά την απαγόρευση της κυβέρνησης, ώστε η Κίνα να μην αποκτήσει συγκριτικό πλεονέκτημα στους τομείς της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών, τη ρομποτική και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η κρίση είναι εδώ

Η καπιταλιστική κρίση δεν είναι μια υπόθεση του παρελθόντος, παρά τις ενέσεις ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες και τους κρατικούς προϋπολογισμούς υπέρ των τραπεζών και των πολύ μεγάλων επιχειρήσεων. Παρόλα αυτά οι προβλέψεις για την παγκόσμια οικονομία είναι κατώτερες του αναμενομένου, η όποια ανάκαμψη είναι αναιμική, και αυτό οφείλεται στο ότι οι επενδύσεις στο πάγιο κεφάλαιο είναι ελάχιστες, παρά την αύξηση τις ρευστότητας από τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Τα κεφάλαια διοχετεύονται στη χρηματιστική σφαίρα, σε ομόλογα -ακόμα και σε ασφαλή ομόλογα μηδενικής αξίας- και επαναγορά μετοχών, αντί να επενδύονται στην πραγματική οικονομία. Την όποια αύξηση της ζήτησης οι επιχειρήσεις την αντιμετωπίζουν με πρόσληψη χαμηλόμισθου εργατικού δυναμικού, συνήθως με ελαστικές εργασιακές σχέσεις.

Πως θα μπορούσε να ξεπεραστεί εξ άλλου η κρίση χωρίς καταστροφή κεφαλαίου, όταν η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου δημιουργεί πολλαπλασιασμό της χρηματοπιστωτικής σφαίρας, με τα κεφάλαια παρκαρισμένα -δηλαδή χωρίς επενδυτικό ενδιαφέρον για την πραγματική οικονομία- σε ασφαλείς τοποθετήσεις. Τα αδιάθετα κεφάλαια και τα χαμηλά επιτόκια, μεταξύ των οποίων και τα κεφάλαια ασφαλιστικών οργανισμών, δημιουργούν την πίεση για αύξηση των επιτοκίων με ό,τι αυτό σημαίνει για την παγκόσμια οικονομία (επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης) και τα χρέη των κρατών. Η Fed ανεβάζει τα επιτόκια και στην ΕΚΤ έληξε το πρόγραμμα πιστωτικής χαλάρωσης QE, αν και η τελευταία επινοεί νέους τρόπους έμμεσης παράτασης του. Για να πούμε όμως όλη την αλήθεια, το πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης δεν ήταν αμερόληπτο. Αντίθετα, ήταν μεροληπτικό υπέρ των ισχυρών χωρών του Βορρά, που απορρόφησαν το μεγαλύτερο ποσοστό, ιδιαίτερα αν το συγκρίνουμε με εκείνο του Νότου, πόσο μάλλον με την Ελλάδα που το είχε περισσότερη ανάγκη από κάθε άλλο και η οποία εξαιρέθηκε από το πρόγραμμα. Αλλά και στην εσωτερική κατανομή ωφέλησε τους πλούσιους, αφού εκείνοι είχαν τη δυνατότητα επένδυσης στη χρηματοοικονομική σφαίρα, σε μετοχές και ομόλογα. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, το QE ήταν μια προσπάθεια παρέμβασης στην οικονομική κρίση και στην ύφεση, συγκρινόμενη μάλιστα με την «ανεμελιά» των άλλων ευρωπαϊκών θεσμών και ιδιαίτερα της γερμανικής ελίτ, η οποία για άλλη μια φορά έμεινε δογματικά προσηλωμένη στην αντιπληθωριστική πολιτική.

Η μόνη σταθερά είναι η λιτότητα

Η μόνη «σταθερά», σε μια διαταραγμένη παγκοσμίως συνθήκη, είναι οι πολιτικές λιτότητας. Η αμφισβήτηση της λιτότητας επιφέρει την οργή των νεοφιλελεύθερων κέντρων και την απειλή οικονομικών μέτρων πειθάρχησης. Στην περίπτωση της Ιταλίας, της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας στην Ευρώπη, η άρνηση να υπακούσει στους περιορισμούς του Συμφώνου Σταθερότητας και του «χρυσού κανόνα» των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών δημιούργησε μια ακραία επιθετικότητα όχι μόνο από τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε., αλλά και από τις χρηματαγορές. Βλέπετε, θεματοφύλακες του νεοφιλελευθερισμού δεν είναι μόνο «οι κανόνες» της Ε.Ε. και η Κομισιόν, αλλά και οι χρηματαγορές και οι παγκόσμιοι οργανισμοί.

Να σημειωθεί ότι στη συζήτηση που διεξήχθη για τη Συνταγματική αναθεώρηση οι εκπρόσωποι της ΝΔ και του ΚΙΝΑΛ ζήτησαν να συμπεριληφθεί ο «χρυσούς κανόνας» του Συμφώνου Σταθερότητας στα υπό αναθεώρηση άρθρα, να συνταγματοποιηθεί δηλαδή ο νεοφιλελευθερισμός.

Υπάρχει στρατηγική για το μετασχηματισμό της Ευρώπης;

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες διαπιστώνουμε ανατροπές στο κομματικό σύστημα. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που δεν μπορούν να σπάσουν τους δεσμούς τους με τον νεοφιλελευθερισμό, βυθίζονται στην ασημαντότητα, γιατί δεν αναγνωρίζουν τα σημεία των καιρών. Αλλά «η ζωή τιμωρεί όποιον φτάνει πολύ αργά», όπως είπε και ο Βάλτερ Μπάγερ.

Σήμερα η Αριστερά της Ευρώπης βρίσκεται αντιμέτωπη αφενός με το ακροδεξιό μπλοκ και αφετέρου με τον επιθετικό νεοφιλελευθερισμό του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, στην οικογένεια του οποίου ανήκει η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη, η οποία αντιγράφει με ιδιαίτερη θέρμη τις προτάσεις του.

Στο εκβιαστικό πολιτικό δίλημμα -στην πραγματικότητα ιστορικό δίλημμα για την επιβίωση της Ευρώπης- καλούνται να απαντήσουν οι άνθρωποι της Αριστεράς από κοινού με εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις που κατανοούν την κρισιμότητα των καιρών.

Πρόσφατα, στα τέλη του 2018, οικονομολόγοι και διανοούμενοι ευρέως φάσματος, μεταξύ των οποίων και ο Τομά Πικετί, συγγραφέας του εμβληματικού βιβλίου Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα επιχείρησαν να διατυπώσουν ρεαλιστικές προτάσεις για την αντιμετώπιση της ευρωπαϊκής κρίσης με το «Μανιφέστο για τον εκδημοκρατισμό της Ευρώπης». Η σύνοψη του Μανιφέστου με τα ίδια τα λόγια των συγγραφέων είναι η εξής:

«Σήμερα, η Ε.Ε. συνθλίβεται ανάμεσα από τη μια σε πολιτικές κινήσεις, το πρόγραμμα των οποίων περιορίζεται στο να εκδιώκουν ξένους και πρόσφυγες από τις χώρες τους, και από την άλλη σε κόμματα που συνεχίζουν σε μια άνευ όρων διαλυτική φιλελευθεροποίηση της Ε.Ε. Να σπάσουμε αυτό το φαύλο κύκλο προς τη κατεύθυνση μιας πολιτικής, κοινωνικής και οικολογικής επανίδρυσης της Ευρώπης».

Βεβαίως, είναι μια πρόταση που απαιτεί πολιτικές πλειοψηφίες, εξαιρετικά δύσκολες να δημιουργηθούν. Σε αυτή την πρόκληση επιχειρούν να απαντήσουν ο ΣΥΡΙΖΑ και η ευρωπαϊκή Ριζοσπαστική Αριστερά με την Κόκκινο-Κοκκινο-Πράσινη συμμαχία, δηλαδή τη δημιουργία ενός συνασπισμού κομμάτων, πολιτικών κινήσεων και κοινωνικών αντιστάσεων, οι οποίες συνίστανται στην Ριζοσπαστική Αριστερά, τους Οικολόγους και εκείνα τα τμήματα της Σοσιαλδημοκρατίας που απεγκλωβίζονται από το νεοφιλελευθερισμό.

* Βουλευτής Β’ Αθήνας με τον ΣΥΡΙΖΑ

πηγή: Η Αυγή