Macro

Όπου και να μας βρίσκει το Κακό…

Είχα έναν πολύτιμο φίλο που εδώ και λίγα χρόνια δεν βρίσκεται ανάμεσά μας, τον Θανάση Λαδά. Βαθύτατα αριστερός και βαθύτατα συγκινημένος. Τραγουδούσε πανέμορφα και τραγουδούσε κλείνοντας τα μάτια και δακρύζοντας. Το ίδιο κι ο φίλος και σύντροφός του στο τραγούδι (και όχι μόνο), ο Κώστας. Τους πείραζε ο έξοχος Σπύρος Σακκέτας (άλλος αυτός: όταν τον «κατέβασε», κάποτε, ο ΣΥΡΙΖΑ με το ψηφοδέλτιο Επικρατείας, το μόνο που ζήτησε ο Σπύρος ήταν η δέκατη θέση επειδή με το δέκα το καλό στην πλάτη έπαιζε στον ΠΑΟΚ ο μέγας Γιώργος Κούδας), τους πείραζε, λοιπόν, (το θυμόμαστε κάθε που ανταμώνουμε) μόλις άρχιζαν το τραγούδι: τώρα αρχίζει το duo lacrimae. Και γελούσανε εκεί που δακρύζανε και δακρύζανε εκεί που τραγουδούσαν, ωραίοι και γαλήνιοι «όπως εκείνος που ’χει κάνει πάντα το καθήκον του». Πολύτιμοι φίλοι, πολύτιμοι άνθρωποι, μα πάνω απ’ όλα πολύτιμοι δάσκαλοι. Χωρίς φανφάρες, χωρίς ανοηταίνουσες μεγαλοστομίες, χωρίς τα δειλά εκείνα των ορνεοκέφαλων όταν πιάνονται με τη γίδα στην πλάτη, «είναι γνωστοί οι αγώνες μου» και «είναι γνωστή η ιστορία μου».

Σε τέτοιους δασκάλους της ζωής μου καταφεύγω, μαζί φυσικά και με τους άξιους της διδαχής που είχα την τύχη να συναντήσω, κάθε φορά που ακούω τους ίδιους ορνεοκέφαλους (από το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη προέρχεται η λέξη), να ομιλούν για παιδεία. Και να κόπτονται για την «αριστεία» και να βραχνιάζουν ωρυόμενοι για το DNA του μόχθου, το οποίο -λέει- το φτιάχνει η παιδεία, που είναι -λέει- συνδεδεμένη με την παραγωγή και σου μαθαίνει -λέει- τον ανταγωνισμό, και άρα την επικράτηση. Στους πολύτιμους δασκάλους της ζωής μου καταφεύγω (ήταν κι ο πατέρας μου ένας από αυτούς), κάθε φορά που ακούω αντί για την ύψιστη λέξη «μαθητής» που από μόνη της εξυψώνει την έννοια του δασκάλου, τη φασίζουσα ταπείνωσή της (όταν μάλιστα ηλιθίως πλασάρεται ως μοντερνιτέ φιλελεύθερης παιδείας), με τη μετονομασία σε «πελάτη σχολείου». Το πόσο φρικώδης είναι ο όρος που αφρόνως εκστόμισε- και εκ των συμφραζομένων επιμένει σε αυτόν- ο τρίπτυχος (λόγω των τριών πτυχίων του, για τα οποία μαρμαίρει από εγκαύχηση, ενίοτε και στα αγγλικά) Κυριάκος Μητσοτάκης φάνηκε απαισιότατα τούτες τις μέρες: οι σχολάρχες της ιδιωτικής εκπαίδευσης δεν θέλουν στις επιχειρήσεις τους, που καταχρηστικώς ονομάζονται «σχολεία», πελατάκια (που τόσο ντεμοντέ και αντιπαραγωγικώς ονομάζονται μαθητές), παιδάκια, δηλαδή, με ειδικές ανάγκες. Φαίνεται ότι αυτά τα παιδιά, ως να μην έφτανε μια υστέρηση για την οποία πρέπει να υπάρξει άοκνη και άγρυπνη μέριμνα ώστε να έχουν όλα τους τα φυσικά και πολιτικά δικαιώματα, ως να μην έφτανε ότι σε όλη τους την ζωή πρέπει να παλεύουν με θεούς και δαίμονες, ως να μην έφτανε ο φυσικός, ψυχικός και πνευματικός τους πόνος, για τον οποίο χρειάζεται η επιστράτευση απίστευτων δυνάμεων από τα ίδια και τους οικείους τους, πρέπει να προστεθεί και το μαρτύριο του αποκλεισμού. Ακριβώς επειδή ως «πελάτες σχολείου» δεν αποτελούν συμφέρουσα επένδυση! Ούτε για τους σχολάρχες, αφού αποτελούν εμπόδιο στη μεγιστοποίηση του κέρδους τους, ούτε για τη φρίκη της νεοφιλελεύθερης οικονομίας των αρίστων, που επικρατούν έναντι των πάσης μορφής και υφής ασθενέστερων. Αυτοί είναι οι ορνεοκέφαλοι που αλυχτούν για τη σημαία και για τα κίνητρα και φρίττουν στην ιδέα ότι οι ξεβράκωτοι της Αριστεράς μπορεί να τραβήξουν καμιά κλωστή από το επί έτη και έτη υφασμένο ψεύδος (ακόμα και με κλεμμένα λεφτά υφασμένο, ακόμα και με κλεμμένες ζωές υφασμένο, ακόμα και με αίμα αθώων υφασμένο) και να σκιστεί το «παραπέτασμα του ναού» (τους) και να φανεί από πίσω το καταπέτασμα της τρυφηλότατης ελληνοχριστιανικής ζωής τους. Και της σάπιας τους αριστείας. Και της όζουσας ελευθερίας τους, που δεν υπάρχει αν δεν αποκεφαλίζει την ελευθερία των άλλων. Μήπως και φανεί η δική τους ανήκεστος αναπηρία, η πλήρης ανικανότητα της νεκρής ψυχής να αγαπήσει και να νιώσει. Και έρχονται αυτοί οι απόλυτα ασχεσιακοί (αφού η νεκρότητα είναι ασχεσιακή), να πουλήσουν στο πόπολο δημοκρατία και παιδεία, σαν να είναι τα ξεροκόμματα της φιλανθρωπίας τους που τα πετούν στους αναγκεμένους ώστε να ζήσουν τόσο όσο χρειάζεται (σωματικά, ψυχικά και πνευματικά), για να τους υπηρετούν και να τους κάνουν όλο και πιο «άριστους». Ας μη γελιόμαστε. Αυτό το ξεροκόμματο της κερδώας φιλανθρωπίας είναι που ονομάζουν δημοκρατία και επένδυση για την παιδεία. Γι’ αυτή την παρακρουστική παιδεία της υποταγής ουρλιάζουν. Γι’ αυτήν τη μαθητεία στην τραγική απουσία ονείρου, ο κοπετός και ο θρήνος τους και η λιτάνευση του ιερού ανταγωνισμού, ως μοναδικής θεόθεν διδακτέας ύλης, από δασκάλους τύπου Μητσοτάκη και της χορωδίας της Ιεράς Μητροπόλεως του αποχαλινωμένου καπιταλισμού.

Γι’ αυτό μίλησα από την αρχή για τους πολύτιμους φίλους και πολύτιμους δασκάλους μου. Πώς να μη θυμηθώ, μιλώντας για τους φρικώδεις σχολάρχες, τον αγαπημένο μου επιστήθιο φίλο Χρήστο Νεστορίδη. Γιατρός, επιστημονικός διευθυντής της ΕΛΕΠΑΠ, για τα παιδάκια με κινητικά προβλήματα. Γυρνούσε στο σπίτι του και έκλαιγε αδυνατώντας να γίνει απλός παρατηρητής του πόνου των άλλων. Πέθανε νεότατος, έχοντας όμως προλάβει να αγαπήσει για χίλιες ζωές. Τέτοια παιδεία αγάπης θέλουν να σπαταλήσουν ο Μητσοτάκης και οι σχολάρχες του (όχι μόνο οι ιδιοκτήτες σχολείων).

Να προσθέσω και τη θρυλική δασκάλα της Καβάλας την κυρία (γιατί για μένα ζει) Κορίνα Μπαρμπουνάκη. Στο καράβι που την πήγαινε εξορία στη χούντα (μαθημένα τα βουνά), έμαθε ότι στο ίδιο καράβι, για τον ίδιο λόγο, βρίσκεται και ο παλιός μαθητής της Θανάσης Λαδάς. Όπως μου διηγήθηκε ο ίδιος (δακρύζοντας βέβαια!), έστειλε να τον φωνάξουν για να δείξει την περηφάνια της στις άλλες εξόριστες: «Τέτοιους μαθητές έβγαλα εγώ». Κι εγώ για τέτοιους δασκάλους και τέτοια παιδεία στραμμένη στον καθ’ όλου Άλλον, μιλάω. Πιστεύοντας πως όπου και να μας βρίσκει το Κακό, όπου και να θολώνει ο νους μας, τέτοιους δασκάλους χρειάζεται να μνημονεύουμε. Αλλιώς…

Κώστας Καναβούρης

Πηγή: Η Αυγή