Macro

Όλγα Μπαλαούρα: Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Μνήμη, κατοίκηση και αποκατάσταση

Οι προσφυγικοί οικισμοί μετά το 1922 αποτελούν τόπους συλλογικής μνήμης, συνδεδεμένους με περίπου έναν αιώνα κοινωνικής ιστορίας. Η στέγαση των προσφύγων κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου συναρτήθηκε με νέες αντιλήψεις για την κατοικία, τη γειτονιά και τη συλλογική ζωή, με τις διεθνείς τάσεις της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας και με τη συγκρότηση του χωρικού σχεδιασμού στην Ελλάδα.

Τα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας είναι μία από τις χαρακτηριστικότερες και πιο αναγνωρίσιμες τοπικές εκδοχές αυτών των αναζητήσεων, που συνδέθηκαν με το μοντέρνο κίνημα και το Bauhaus, σχεδιασμένα από τους Δημήτρη Κυριακού και Κίμωνα Λάσκαρη. Η τυπολογία και η χωροθέτηση των οκτώ πολυκατοικιών, οι ενδιάμεσοι δημόσιοι χώροι, οι συλλογικές χρήσεις και οι παρεμβάσεις των κατοίκων με την πάροδο του χρόνου συγκρότησαν ένα χωρικό και κοινωνικό πρότυπο, όπου ο επίσημος σχεδιασμός συνυφάνθηκε με την αυτοοργάνωση και τη δημιουργικότητα. Η κοινή καθημερινότητα και η αλληλεγγύη διαμορφώθηκαν στις αντίξοες συνθήκες της προσφυγιάς και συνέχισαν να παράγονται μέσα από εμπειρίες πολιτικής διεκδίκησης, σύγκρουσης και βίας. Τα ίχνη των Δεκεμβριανών στα κτίρια της λεωφόρου Αλεξάνδρας, συνδέουν τον οικισμό με την ευρύτερη ιστορία των προσφυγικών συνοικιών της Αθήνας και του Πειραιά, από την Καισαριανή και τον Βύρωνα έως το Δουργούτι και την Κοκκινιά.

Ήδη από τη δεκαετία του 1990, η πολυετής κινητοποίηση κατοίκων, αρχιτεκτόνων και φορέων της Σχολής Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ, με καθοριστική τη συμβολή της Άννης Βρυχέα, οδήγησε στην αναγνώριση των Προσφυγικών της Λ. Αλεξάνδρας ως μνημείων της μοντέρνας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και συμβόλων της ιστορικής μνήμης της Αθήνας. Η ίδια η διαδικασία κήρυξής τους υπήρξε αποτέλεσμα μιας ευρύτερης συμμετοχικής διαδικασίας διεκδίκησης και εργαστήριο γνώσης γύρω από τον τόπο. Οι μελέτες που εγκρίθηκαν αργότερα από την «Ανάπλαση Αθήνας» Α.Ε., τo 2019, προέβλεπαν την αποκατάσταση ολόκληρου του συγκροτήματος και τη διατήρηση της κατοικίας ως βασικής του χρήσης.

Στα Προσφυγικά συνυπάρχουν παλαιοί κάτοικοι και ιδιοκτήτες, οργανωμένες συλλογικότητες, πρόσφυγες, μετανάστες και άνθρωποι που εγκαταστάθηκαν εκεί σε διαφορετικές περιόδους αναζητώντας στέγη. Οι κατηγορίες αυτές δεν αντιστοιχούν σε ενιαίες κοινότητες. Περιλαμβάνουν ανθρώπους με διαφορετικές αναφορές, ανάγκες, διαδρομές και καθημερινότητες, που συναντώνται στον ίδιο χώρο, χωρίς να ταυτίζονται μεταξύ τους.

Η Κοινότητα Κατειλημμένων Προσφυγικών αποτελεί μέρος αυτής της σύνθετης πραγματικότητας και χαρακτηρίζεται και η ίδια από εσωτερική πολλαπλότητα. Έχει επαναφέρει ζωή σε εγκαταλελειμμένους χώρους και αναπτύξει συλλογικές υποδομές, όπως κουζίνα, αρτοποιείο και χώρους φιλοξενίας για συνοδούς ασθενών των γειτονικών νοσοκομείων. Η λειτουργία της στηρίζεται σε πρακτικές αυτοοργάνωσης, αλληλοβοήθειας, φιλοξενίας και συλλογικής φροντίδας. Η παρουσία της κατέστησε επίσης ορατή την αμφισβήτηση της ιδιοκτησίας ως μοναδικού τρόπου πρόσβασης στη στέγη. Το πρόσφατο κάλεσμα για τη στέγαση ανθρώπων που έμειναν άστεγοι μετά την κατάρρευση της πολυκατοικίας στην οδό Αλκμήνης 22, αποτελεί πράξη αλληλεγγύης με ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς επιβεβαιώνει τη διαχρονική λειτουργία ενός προσφυγικού τόπου κατοίκησης και συλλογικής μνήμης ως χώρου υποδοχής για ανθρώπους που έχασαν το σπίτι τους.

Ποια αποκατάσταση για ένα κατοικημένο μνημείο;

Η συγκυρία είναι κρίσιμη για τα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Η σχεδιαζόμενη παρέμβαση της Περιφέρειας περιορίζεται στις τέσσερις από τις οκτώ πολυκατοικίες που βρίσκονται στην ιδιοκτησία της. Ο περιορισμός αυτός έχει διπλή συνέπεια. Κατακερματίζει την αποκατάσταση ενός ενιαίου πολεοδομικού και κοινωνικού συνόλου, αφήνοντας εκτός τα υπόλοιπα κτίρια και τους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτά, ενώ ταυτόχρονα δεν διασφαλίζει την παραμονή ή την επιστροφή των σημερινών κατοίκων στις πολυκατοικίες που θα αποκατασταθούν. Οι κοινότητες των Προσφυγικών αποτελούν μέρος της σημερινής ταυτότητας του τόπου και φορείς γνώσης για τις χρήσεις, τις ανάγκες και τις δυνατότητες φροντίδας του. Η απουσία τους από τον σχεδιασμό θα απομάκρυνε την αποκατάσταση από την κοινωνική διάσταση του συγκροτήματος, η οποία συνέβαλε και στην αναγνώρισή του ως μνημείο.

Μια σταδιακή παρέμβαση για το σύνολο του μνημείου θα ήταν περισσότερο χρονοβόρα και σύνθετη. Θα μπορούσε, όμως, να διατηρήσει τη συνέχεια της κατοίκησης, επιτρέποντας προσωρινές μετακινήσεις στο εσωτερικό του συγκροτήματος και επιστροφή στις κατοικίες μετά την ολοκλήρωση των εργασιών. Παράλληλα, θα δημιουργούσε τον αναγκαίο χρόνο για τη συμμετοχή των κατοίκων στη διαμόρφωση των χρήσεων και των κοινόχρηστων χώρων και στη συντήρηση των κτιρίων, μέσα από φορείς και εργαλεία που οικοδομούν σχέσεις εμπιστοσύνης. Η προοπτική αυτή θα μπορούσε να συνδυαστεί με την υποδοχή νέων κατοίκων, μέσα από δημόσια προγράμματα κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, συνδέοντας την αποκατάσταση με τις σύγχρονες στεγαστικές ανάγκες της πόλης.

Την ίδια στιγμή, η αναβάθμιση της ευρύτερης περιοχής, η μεταβολή των αξιών γης, το επενδυτικό ενδιαφέρον και οι νέοι χώροι που θα προκύψουν από παρεμβάσεις μητροπολιτικής κλίμακας, όπως η Διπλή Ανάπλαση, δημιουργούν νέες πιέσεις γύρω από το συγκρότημα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αποκατάσταση ενδέχεται να αποσυνδεθεί από την κοινωνική λειτουργία των Προσφυγικών και να μετατοπιστεί προς μια λογική επιλεκτικής ανάδειξης και αξιοποίησης.

Η περίπτωση των Προσφυγικών της Λεωφόρου Αλεξάνδρας αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα για την προστασία των προσφυγικών γειτονιών, που αφορά την ολοκληρωμένη αντιμετώπισή τους, τη διατήρηση της αξίας χρήσης και τη συμμετοχή των ανθρώπων στη διαμόρφωση της γειτονιάς τους. Η μνήμη του τόπου δεν βρίσκεται μόνο στις όψεις του. Κατοικεί στις σχέσεις, στις χρήσεις και στις διαφορετικές κοινότητες που εξακολουθούν να τον κρατούν ζωντανό.

Η ΕΠΟΧΗ