Macro

Nathan Sperber: Πέρα από τον νεοφιλελευθερισμό

Κάθε προσπάθεια απάντησης στο ερώτημα αν ο νεοφιλελευθερισμός εξακολουθεί να είναι κυρίαρχος σήμερα προϋποθέτει την αποσαφήνιση αυτού του όρου. Στην ιστορία των ιδεών υπάρχει μια πλούσια βιβλιογραφία που εξετάζει τις διαφορετικές εκδοχές της νεοφιλελεύθερης θεωρίας των αρχών του 20ού αιώνα στη Γερμανία και την Αυστρία, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αυτές αναδιατυπώθηκαν και διαδόθηκαν σε άλλες χώρες, μέχρι τις «επαναστάσεις» του Ρήγκαν και της Θάτσερ τη δεκαετία του 1980.

Ένα σημαντικό συμπέρασμα που αναδύεται από αυτό το ευρύ πεδίο είναι ότι –σε αντίθεση με πιο κλασικά ρεύματα του φιλελευθερισμού και παρά τη διαδεδομένη αντίληψη– το νεοφιλελεύθερο δόγμα δεν αποσκοπούσε τόσο στην αποδυνάμωση ή την υποχώρηση του κράτους όσο στον μετασχηματισμό του σε αποτελεσματικό θεματοφύλακα της αγοραίας τάξης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα λιγότερο την απορρύθμιση και περισσότερο την «επαναρρύθμιση» της οικονομικής ζωής σύμφωνα με τις επιταγές του.

Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για την παρουσίαση των επιμέρους ιδεολογικών συνιστωσών του νεοφιλελευθερισμού, όπως αυτές αναλύονται στη σχετική βιβλιογραφία. Αρκεί να σημειωθεί ότι είναι πολυάριθμες και εκτείνονται σε πολλά πεδία: από την πολιτική φιλοσοφία (για παράδειγμα, η θεμελίωση της ανθρώπινης ελευθερίας στις ελευθερίες της αγοράς) έως τον συνταγματικό σχεδιασμό (όπως η θωράκιση των κεντρικών τραπεζών από πολιτικές παρεμβάσεις), τη διοικητική επιστήμη (η ρύθμιση των αγορών ώστε να εξασφαλίζονται «ίσοι όροι ανταγωνισμού»), τις προωθούμενες πολιτικές επιλογές (όπως οι ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων περιουσιακών στοιχείων ή η μείωση των εμπορικών φραγμών), την ταξική πολιτική (αντίθεση στον συνδικαλισμό και συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας), τα μακροοικονομικά φαινόμενα (χρηματιστικοποίηση και παγκοσμιοποίηση), καθώς και τις μικροκοινωνικές μορφές υποκειμενικότητας που καλλιεργούνται από τις κουλτούρες της επιχειρηματικότητας και του καταναλωτισμού.

Τα συστατικά στοιχεία του νεοφιλελευθερισμού συνδέονται μεταξύ τους με βάση την έννοια της «οικογενειακής ομοιότητας» που εισήγαγε ο Βίτγκενσταϊν. Κανένα στοιχείο δεν συνιστά, από μόνο του, επαρκές κριτήριο για τη διαπίστωση της παρουσίας του νεοφιλελευθερισμού. Όμως, ο συνδυασμός αρκετών από αυτά σε έναν συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό ενισχύει την πιθανότητα ύπαρξής του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι εκδοχές του νεοφιλελευθερισμού, στον χρόνο και στον χώρο κατά το τελευταίο μισό αιώνα, υπήρξαν άνισες και ποικιλόμορφες.

Ταυτόχρονα, το κριτήριο της «οικογενειακής ομοιότητας» σημαίνει ότι, κάτω από ένα ορισμένο όριο, διάσπαρτα υπολείμματα νεοφιλελευθερισμού που δεν σχηματίζουν ένα αναγνωρίσιμο σύνολο δεν πρέπει να συγχέονται με τον ίδιο τον νεοφιλελευθερισμό. Ο νεοφιλελευθερισμός μπορεί να είναι «μεταλλαγμένος» από τη φύση του, και αξίζει να έχουμε κατά νου ότι «οι μεταλλάξεις είναι νέες μορφές ζωής που προσπαθούν να επιβιώσουν σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον». Ωστόσο, καθώς οι μεταλλάξεις συσσωρεύονται, τα είδη μεταβάλλονται.

Επιπλέον, ο νεοφιλελευθερισμός δεν ταυτίζεται με τον καπιταλισμό. Οι δύο εννοιολογικές κατηγορίες λειτουργούν σε διαφορετικές χρονικές, χωρικές και οντολογικές κλίμακες: ο καπιταλισμός είναι ένας τρόπος παραγωγής που εκτείνεται σε αιώνες και καλύπτει ολόκληρο τον πλανήτη, ενώ ο νεοφιλελευθερισμός, στην καλύτερη περίπτωση, προσδιορίζει μια «περίοδο» αυτού του τρόπου παραγωγής που καλύπτει μερικές δεκαετίες και μόνο κάποιες περιοχές του κόσμου.

Με βάση αυτό το εννοιολογικό υπόβαθρο, και προκειμένου να διερευνηθεί τι είναι ζωντανό και τι νεκρό στον σημερινό νεοφιλελευθερισμό στη Δύση, οι διαστάσεις του φαινομένου είναι τρεις: πρώτον, ο πολιτικός λόγος (discourse) και η ιδεολογία· δεύτερον, οι οικονομικές πολιτικές και παρεμβάσεις· και τρίτον, οι μακρο-θεσμικές ρυθμίσεις που διαμορφώνουν τα ευρύτερα πρότυπα καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αυτές οι διαστάσεις εξετάζονται διαδοχικά στις επόμενες ενότητες.

Πολιτικός λόγος

Συχνά επισημαίνεται ότι οι κυρίαρχες θεματικές του δυτικού πολιτικού λόγου έχουν μεταβληθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς εξασθενεί η επιρροή των ιδεολογικών ευαισθησιών που χαρακτήρισαν τη «χρυσή εποχή» του νεοφιλελευθερισμού κατά τις δεκαετίες 1980-2000. Βέβαια, οι εκφάνσεις του νεοφιλελεύθερου λόγου δεν υπήρξαν ποτέ στατικές και συνήθως διαμορφώνονταν από κομματικούς προσανατολισμούς, εθνικές ιδιαιτερότητες και βραχυπρόθεσμες συγκυρίες. Ωστόσο, μπορούν να εντοπιστούν ορισμένα χαρακτηριστικά μοτίβα του νεοφιλελευθερισμού: η προβολή των απελευθερωτικών επιδράσεων των αγορών στο άτομο· η εξύμνηση του πνεύματος της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας· η θετική αποτίμηση της διεθνούς ανοικτότητας και η παρουσίαση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης ως ευκαιρίας· η αντιμετώπιση της οικονομικής ορθολογικότητας ως πεδίου που βρίσκεται πέρα από την πολιτική αντιπαράθεση· και η εφαρμογή ενός χρηματικού μέτρου αξιολόγησης σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης εμπειρίας.

Καμία από αυτές τις θεματικές δεν έχει εξαφανιστεί πλήρως από το ιδεολογικό τοπίο της Δύσης· ωστόσο, κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια δεν κατέχουν πλέον την ίδια κεντρική θέση ούτε την ίδια πολιτική βαρύτητα που είχαν στο παρελθόν. Αν και οι θεματικές αυτές εξακολουθούν κατά καιρούς να προβάλλονται στον δημόσιο διάλογο, έχουν αποκτήσει σαφέστερη παραταξιακή ταυτότητα, γεγονός που δείχνει ότι δεν είναι πλέον αποδεκτές ως η αυτονόητη κοινή λογική ή το αυτονόητο υπόβαθρο της σημερινής εποχής. Από το 2008 και μετά, οι διαδοχικές εμπειρίες της χρηματοπιστωτικής κρίσης, της ύφεσης, της λιτότητας, της πανδημίας και της αναζωπύρωσης του πληθωρισμού, σε συνδυασμό με τη φαινομενικά αδιάκοπη όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων, έχουν επαναφέρει στον δημόσιο λόγο της Δύσης θεματικές που βρίσκονται σε έντονη δυσαρμονία με τον νεοφιλελευθερισμό, αναδεικνύοντας έννοιες όπως η κυριαρχία, η ανθεκτικότητα, η προστασία και η άμυνα, καθώς και –εμμέσως, και συχνά χωρίς να βιώνεται άμεσα από τις περισσότερες κοινωνίες– ο πόλεμος.

Ο Πάολο Γκερμπάουντο έχει χαρακτηρίσει τη ρητορική της υποτιθέμενης μετα-νεοφιλελεύθερης εποχής ως «νεο-κρατισμό». Στη δική του προσέγγιση, οι τρεις βασικοί άξονες αυτού του νέου λογοθετικού (discursive) τοπίου είναι η «κυριαρχία», η «προστασία» και ο «έλεγχος». Ο νεοκρατισμός, γράφει, «έχει γίνει η νέα πολιτική κανονικότητα, μια μετα-ιδεολογία που διαπερνά σχεδόν όλους τους πολιτικούς δρώντες, αλλά και ένα νέο πεδίο σύγκρουσης στο οποίο αντιπαρατίθενται ριζικά διαφορετικά οράματα για το πολιτικό μας μέλλον». Με άλλα λόγια, συγκροτείται ως νέο υπόστρωμα του πολιτικού λόγου σε όλο το κομματικό φάσμα, με διακριτές αριστερές και δεξιές, προοδευτικές και αντιδραστικές, συμπεριληπτικές και ξενοφοβικές εκδοχές.

Κατά τον Γκερμπάουντο, αυτή η νέα πολιτική φυσιογνωμία, η οποία διαμορφώθηκε εν μέρει από την εμπειρία της πανδημίας Covid-19, προέκυψε από μια σύζευξη αντιθέσεων: «η νεοφιλελεύθερη θέση και η λαϊκιστική αντίθεση παράγουν μια κρατικιστική σύνθεση, επισκιάζοντας πολλές από τις κεντρικές ιδεολογικές παραδοχές της ανοδικής φάσης του νεοφιλελευθερισμού». Ο ίδιος ενδέχεται να υπερτονίζει τη θεωρητική συνοχή αυτής της ιδεολογικής σύζευξης, ωστόσο εύστοχα επισημαίνει ότι η έντονη αντιπαράθεση της δεκαετίας του 2010 ανάμεσα στο νεοφιλελεύθερο κατεστημένο των δυτικών κρατών και στους λαϊκιστικούς του αντιπάλους έχει υποχωρήσει στη δεκαετία του 2020. Αν εξετάσει κανείς τις περιπτώσεις των Τραμπ, Μπάιντεν, Μακρόν και Μελόνι, δεν είναι καθόλου προφανές ότι οι δύο λεγόμενοι «λαϊκιστές» (Τραμπ και Μελόνι) είναι περισσότερο ή λιγότερο νεοφιλελεύθεροι στην άσκηση της εξουσίας από τους δύο «θεσμικούς» εκπροσώπους του πολιτικού συστήματος (Μπάιντεν και Μακρόν).

Χαρακτηριστική ένδειξη της υπέρβασης του νεοφιλελευθερισμού ως κυρίαρχης ιδεολογίας των δυτικών χωρών είναι ο μετασχηματισμός των άλλοτε βασικών υποστηρικτών του. Ο Μπάιντεν, ο οποίος ως γερουσιαστής των Ηνωμένων Πολιτειών από τη δεκαετία του 1970 έως τη δεκαετία του 2000 στήριζε σταθερά νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, μετά την είσοδό του στον Λευκό Οίκο έπαψε σε μεγάλο βαθμό να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του νεοφιλελευθερισμού. Όπως έχει υποστηρίξει ο Άνταμ Τουζ, οι σημαντικότερες νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης Μπάιντεν (ο Νόμος για τις Επενδύσεις στις Υποδομές και τις Θέσεις Εργασίας, ο Νόμος CHIPS και Επιστήμης, και ο Νόμος για τη Μείωση του Πληθωρισμού) βασίστηκαν σε μια συγκεκριμένη βιομηχανική στρατηγική και στην επιδίωξη ανάσχεσης της Κίνας, με τον «εθνικό παραγωγισμό» να αποτελεί, από το 2016, τον «κοινό παρονομαστή της πολιτικής τόσο των Ρεπουμπλικανών όσο και των Δημοκρατικών.

Η ρήξη με τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη της οικονομικής ζωής κατέστη ιδιαίτερα εμφανής τον Απρίλιο του 2020, όταν ο Μπράιαν Ντις, διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου του Λευκού Οίκου, δήλωσε ότι «οι στρατηγικές δημόσιες επενδύσεις πρέπει να αποτελούν τη ραχοκοκαλιά μιας ισχυρής βιομηχανικής βάσης». Τρία χρόνια αργότερα, ο Τζέικ Σάλιβαν, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Μπάιντεν, υποστήριξε ότι «η παραδοχή πως η εκτεταμένη απελευθέρωση του εμπορίου θα βοηθούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες να εξάγουν προϊόντα, χωρίς να χάνουν θέσεις εργασίας και παραγωγική ικανότητα, αποδείχθηκε μια υπόσχεση που δεν τηρήθηκε. Οι κραδασμοί της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και της πανδημίας ανέδειξαν τα όρια αυτών των κυρίαρχων παραδοχών».

Παρά τις συνεχείς αποσταθεροποιητικές οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στη Δύση από το 2008 και μετά, ένας ακόμη παράγοντας της ιδεολογικής υποχώρησης του νεοφιλελευθερισμού που δεν αναφέρεται συχνά είναι η γενεακή μεταβολή στο εσωτερικό των ελίτ, από τους πολιτικούς και κρατικούς λειτουργούς έως τους δημοσιογράφους, τους ακαδημαϊκούς και τους επιχειρηματίες. Όχι μόνο έχει εκλείψει πλέον η αρχική «νεοφιλελεύθερη συλλογική διανόηση», αλλά και οι άμεσοι μαθητές των πιο εμβληματικών της μορφών, του Φρίντριχ Χάγιεκ, του Βίλχελμ Ρέπκε, του Μίλτον Φρίντμαν, του Τζέιμς Μπιουκάναν και του Γκάρι Μπέκερ, έχουν σε μεγάλο βαθμό αποσυρθεί από την ενεργό δράση.

Οι κυρίαρχες μορφές της πολιτικής, της οικονομίας και του πολιτισμού στην κορύφωση του νεοφιλελευθερισμού, τη δεκαετία του 1990, κατά κανόνα δεν αποτελούν πλέον φορείς λήψης αποφάσεων. Τα χρόνια, όμως, που διαμόρφωσαν τις απόψεις των σημερινών κορυφαίων πολιτικών, επιχειρηματικών στελεχών και «διαμορφωτών της κοινής γνώμης» συμπίπτουν περισσότερο με τις κρίσεις του νεοφιλελευθερισμού παρά με τις περιόδους θριάμβου του. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει πλέον η «συλλογική διανόηση» που συνέβαλε αποφασιστικά στη διάχυση και εδραίωση των νεοφιλελεύθερων ιδεών στους μηχανισμούς εξουσίας κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι, από τις αρχές του νέου αιώνα έως σήμερα, ο νεοφιλελευθερισμός έχει υποστεί σταδιακή ιδεολογική αποδυνάμωση, εξαιτίας διαδοχικών συστημικών κρίσεων.

Οικονομική πολιτική

Στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής, τα νεοφιλελεύθερα μέτρα εξακολουθούν να περιλαμβάνονται στην ατζέντα πολλών δυτικών κυβερνήσεων, αλλά παίζουν πλέον δευτερεύοντα ρόλο, με την επανεμφάνιση του κρατικού παρεμβατισμού που έχει τον πρώτο λόγο. Αυτός ο νέος παρεμβατισμός περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα στόχων και εργαλείων, αλλά σε γενικές γραμμές διακρίνεται σε πέντε βασικές κατηγορίες, που σε ορισμένες περιπτώσεις αλληλεπικαλύπτονται.

Μέτρα έκτακτης ανάγκης:

Πρόκειται για μεμονωμένες ή περιορισμένης διάρκειας κρατικές παρεμβάσεις που έχουν ως στόχο να περιορίσουν τις συνέπειες διάφορων κρίσιμων γεγονότων, όπως η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η κρίση της Ευρωζώνης, η πανδημία Covid-19 και η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, καθώς και να αποτρέψουν τη χρεοκοπία μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε περιόδους μεταξύ τέτοιων «ακραίων» γεγονότων.

Οι περισσότερες από αυτές τις παρεμβάσεις αφορούν τη χορήγηση κεφαλαίων ή εγγυήσεων σε ιδιωτικές επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα. Παραδείγματα αποτελούν η διάσωση των τραπεζών «Northern Rock» και «Royal Bank of Scotland», το 2008, από τη βρετανική κυβέρνηση, καθώς και η παροχή έκτακτης ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα της Ελβετίας, το 2023, για να διευκολυνθεί η εξαγορά της υπό κατάρρευση «Credit Suisse» από την «UBS». Σε ορισμένες περιπτώσεις, η κρατική παρέμβαση επεκτάθηκε και στη διάσωση βιομηχανικών επιχειρήσεων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη διάσωση της «General Motors», το 2009, για την οποία το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών διέθεσε περισσότερα από 50 δισεκατομμύρια δολάρια. Άλλες μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις είχαν στόχο τη διασφάλιση των μισθών των εργαζομένων σε περιόδους ύφεσης, όπως το γερμανικό σύστημα «Kurzarbeit» ή το πρόγραμμα αναστολής εργασίας (furlough scheme), που εφάρμοσε ο Ρίσι Σούνακ στη Βρετανία. Μερικές φορές, μάλιστα, ο στόχος ήταν η στήριξη της αγοραστικής δύναμης του συνόλου του πληθυσμού, όπως στις τρεις φάσεις χορήγησης επιταγών οικονομικής ενίσχυσης από την αμερικανική κυβέρνηση, το 2020 και το 2021.

Δεδομένου ότι δεν παράγουν διαρκή θεσμική αλλαγή και αποσκοπούν κυρίως στη διατήρηση του προϋπάρχοντος καθεστώτος, οι παρεμβάσεις αυτής της κατηγορίας είναι οι λιγότερο σημαντικές. Ωστόσο, υπάρχει σαφής τάση κλιμάκωσής τους με την πάροδο του χρόνου –όπως φαίνεται από την αντίθεση μεταξύ των διορθωτικών μέτρων του 2008 και εκείνων του 2020– καθώς με κάθε νέο γύρο παρέμβασης μειώνονται περαιτέρω οι νεοφιλελεύθεροι ενδοιασμοί των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Νομισματική στήριξη:

Πρόκειται κυρίως για την απόκτηση τεράστιων ποσοτήτων ομολόγων και άλλων τίτλων στις δευτερογενείς αγορές από τις μεγάλες δυτικές κεντρικές τράπεζες –την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ)– με τη δημιουργία νέου χρήματος. Το πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» της Fed τέθηκε σε εφαρμογή στα τέλη του 2008 με στόχο τη σταθεροποίηση των κεφαλαιαγορών. Σε αντίστοιχη κατεύθυνση και με στόχο τη στήριξη του τραπεζικού συστήματος, η ΕΚΤ άρχισε μετά το 2009 να αγοράζει τραπεζικούς χρεωστικούς τίτλους και κρατικά ομόλογα, ενώ από το 2015 και μετά επιτάχυνε αυτές τις αγορές μέσω του Προγράμματος Αγοράς Τίτλων του Δημόσιου Τομέα. Η πανδημία οδήγησε στη συνέχεια τις κεντρικές τράπεζες σε έναν νέο γύρο αγορών τίτλων.

Πολιτική ενίσχυσης της βιομηχανίας:

Παραδοσιακά, η πολιτική αυτή ήταν γνωστή ως «βιομηχανική πολιτική», σήμερα όμως οι δυτικές πολιτικές ελίτ φαίνεται να προτιμούν τον όρο «βιομηχανική στρατηγική». Περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα παρεμβάσεων για την ενίσχυση της ανάπτυξης συγκεκριμένων κλάδων, τεχνολογιών, αλυσίδων εφοδιασμού και επιχειρήσεων, στο όνομα ενός εξίσου ευρέως φάσματος στρατηγικών επιδιώξεων, όπως, μεταξύ άλλων, η «εθνική ασφάλεια», η «ανθεκτικότητα των αλυσίδων εφοδιασμού», η «πράσινη μετάβαση», η «ψηφιακή κυριαρχία» και η «ενεργειακή υπεροχή.

Αν και η βιομηχανική πολιτική δεν εξαφανίστηκε ποτέ εντελώς από το οπλοστάσιο των δυτικών κρατών, ακόμη και στην ακμή του νεοφιλελευθερισμού των τελευταίων ετών του 20ού αιώνα, σήμερα βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής τόσο των ΗΠΑ όσο και της ΕΕ. Πέρα από τη δέσμη μέτρων που υιοθέτησε η κυβέρνηση Μπάιντεν, κατά τη δεύτερη θητεία του Τραμπ εκπονήθηκαν επίσης το Σχέδιο Δράσης για την Τεχνητή Νοημοσύνη και το Σχέδιο Δράσης για τη Ναυτιλία.

Ομοίως, στις Βρυξέλλες τα σχέδια ανάπτυξης της βιομηχανίας έχουν πολλαπλασιαστεί από τότε που η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανέλαβε την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στα τέλη του 2019. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, το επενδυτικό πρόγραμμα «NextGenerationEU», ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός για τους Ημιαγωγούς, το Βιομηχανικό Σχέδιο της Πράσινης Συμφωνίας, ο Κανονισμός για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες, ο Κανονισμός για τη Βιομηχανία Μηδενικών Εκπομπών, η Καθαρή Βιομηχανική Συμφωνία, ενώ είναι υπό επεξεργασία ο Κανονισμός για την Επιτάχυνση της Βιομηχανίας.

Κρατική συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο:

Ο όρος αυτός αναφέρεται στη συμμετοχή του κράτους στο μετοχικό κεφάλαιο επιχειρήσεων, είτε με τη μορφή πλήρους ιδιοκτησίας (όπως στο παραδοσιακό μοντέλο των εθνικοποιημένων βιομηχανιών), είτε υπό τη μορφή μερικής ιδιοκτησίας (όπως, για παράδειγμα, στην «Deutsche Telekom» και την «Commerzbank» στη Γερμανία, την «Enel» και την «Eni» στην Ιταλία, την «Orange» και τη «Renault» στη Γαλλία) είτε –στην πιο ακραία περίπτωση– με τη μορφή «χρυσής μετοχής». Όλες αυτές οι μορφές παρέχουν στο κράτος ειδικά δικαιώματα ψήφου ή δικαίωμα βέτο.

Συνολικά, η αξία της κρατικής συμμετοχής ως ποσοστό του ΑΕΠ σε εταιρείες των χωρών του ΟΟΣΑ αυξάνεται από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Στη Δυτική Ευρώπη, η κρατική συμμετοχή συγκεντρώνεται κυρίως στους τομείς της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών, του τραπεζικού συστήματος και της άμυνας. Αν και λιγότερο διαδεδομένη στο αμερικανικό καπιταλιστικό μοντέλο, μόνο τον τελευταίο χρόνο η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε την κρατική συμμετοχή στις εταιρείες «Intel», «MP Materials», «Lithium Americas», «Trilogy Metals», «Vulcan Elements», «xLight», «Atlantic Alumina» και «U.S. Steel», καθώς και την απόκτηση «χρυσής μετοχής» στην «U.S. Steel».

Εξωτερικά στοχευμένες δράσεις:

Ο όρος αυτός αναφέρεται σε παρεμβάσεις, συνήθως περιοριστικού ή επιβαρυντικού χαρακτήρα, οι οποίες αποσκοπούν να επηρεάσουν άμεσα δρώντες που βρίσκονται στο εξωτερικό ή ελέγχονται από το εξωτερικό. Περιλαμβάνει μέτρα που σχετίζονται με το εμπόριο, όπως δασμούς, ποσοστώσεις και άλλους φόρους ή εμπόδια στις εισαγωγές, καθώς και ελέγχους εξαγωγών, όπως οι πολυεπίπεδοι περιορισμοί στις τεχνολογίες ημιαγωγών που έχουν υιοθετηθεί από τις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει επίσης μέτρα που στοχεύουν στις άμεσες ξένες επενδύσεις –για παράδειγμα μηχανισμούς ελέγχου για λόγους εθνικής ασφάλειας–, στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές ροές και στις διασυνοριακές δημόσιες συμβάσεις. Εδώ υπάγεται και η επιβολή οικονομικών κυρώσεων, καθώς και άλλες περιπτώσεις της λεγόμενης στρατηγικής εργαλειοποίησης της αλληλεξάρτησης, όπως η αξιοποίηση παγκόσμιων δικτύων πληροφοριακών και χρηματοπιστωτικών ανταλλαγών για την απόκτηση στρατηγικού πλεονεκτήματος.

Τι έχει οδηγήσει τα δυτικά κράτη στην τάση να εμπλέκονται σε κατά περίπτωση οικονομικές παρεμβάσεις, όλο και συχνότερα και σε όλο και μεγαλύτερη κλίμακα, με αποτέλεσμα να επιστρατεύονται συχνά γραφειοκρατικοί μηχανισμοί που δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν ζητήματα που αφορούν το χρηματοπιστωτικό και το παραγωγικό σύστημα, εγκαταλείποντας κάθε προσχηματική δέσμευση για τη διασφάλιση «ελεύθερου και δίκαιου ανταγωνισμού» ή «ίσων όρων ανταγωνισμού»;

Οι αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις απρόβλεπτων κραδασμών έχουν ήδη αναφερθεί. Αντιμέτωπες με τον κίνδυνο ενός καταστροφικού χρηματοπιστωτικού ντόμινο –είτε το 2008-2009, κατά τη διάρκεια της κρίσης της Ευρωζώνης, είτε με το ξέσπασμα της πανδημίας Covid-19, είτε σε μεταγενέστερες περιπτώσεις προβληματικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων όπως η «Silicon Valley Bank» στις ΗΠΑ και η «Credit Suisse» στην Ελβετία– οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες εγκατέλειψαν τις νεοφιλελεύθερες αρχές ακριβώς για να διατηρήσουν τα πλεονεκτήματα των επιχειρηματικών ομίλων που αναδείχθηκαν «νικητές» κατά τη νεοφιλελεύθερη εποχή. Μακροπρόθεσμα, είναι εξίσου λόγω των περιβαλλοντικών προκλήσεων και της πιθανότητας να βρεθεί στο επίκεντρο η ανάγκη μετριασμού των επιπτώσεων της κλιματικής απορρύθμισης και προσαρμογής στις συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη, διευρύνοντας ακόμη περισσότερο τη νέα μορφή κρατικού παρεμβατισμού.

Ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας του νέου κρατικού παρεμβατισμού είναι η πίεση της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης στη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής των δυτικών κρατών. Το φαινόμενο αυτό συχνά αποκαλείται «γεωοικονομία», ένας όρος που εισήγαγε πριν από τριάντα έξι χρόνια ο Έντουαρντ Λούτβακ ως «τη λογική του πολέμου στη γραμματική του εμπορίου». Η διεύρυνση της ισχύος της Κίνας είναι μια διαδικασία πολλών δεκαετιών, αλλά μόνο στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2010 έφτασε σε τέτοιο υψηλό σημείο, που το σύνολο του αμερικανικού συστήματος εξωτερικής πολιτικής άρχισε να συνειδητοποιεί τις υπαρξιακές συνέπειες που αυτή συνεπάγεται για την παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ.

Η διαδικασία αυτού του επώδυνου αναστοχασμού στην Ουάσιγκτον δεν υπήρξε καθόλου ομαλή. Ένα από τα πιο σημαντικά αποτελέσματά της είναι η μερική, ασύμμετρη και, σε μεγάλο βαθμό μη αντιληπτή, αντιγραφή από τις ΗΠΑ στοιχείων του κινεζικού αναπτυξιακού σχεδιασμού στη βιομηχανική πολιτική των κυβερνήσεων Μπάιντεν και Τραμπ.

Τα στοιχεία της κινεζικής βιομηχανικής κρατικής πολιτικής φαίνονται στις λεπτομέρειες των βιομηχανικών σχεδίων που εκδίδονται από την Ουάσιγκτον και, όλο και περισσότερο, από τις Βρυξέλλες. Όμως, όταν αποσυνδέονται από τον τρόπο λειτουργίας του κινεζικού κομματικού-κρατικού μηχανισμού, αυτή η αντιγραφή συναντά πολλά εμπόδια και κάποιες φορές αποτυγχάνει. Η δυναμική αυτής της προβληματικής αντιγραφής, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ανταγωνιστικός ισομορφισμός», είναι καθοριστικής σημασίας για την ερμηνεία του νέου παρεμβατισμού της Δύσης.

Η διεύρυνση των πολλαπλών παρεμβάσεων των δυτικών κρατών στην οικονομική ζωή είχε ως αποτέλεσμα ο φιλελευθερισμός να μην αποτελεί πλέον το κυρίαρχο πλαίσιο προσανατολισμού της οικονομικής πολιτικής. Ωστόσο, διατυπώνονται επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσον η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί το τέλος του νεοφιλελευθερισμού που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες. Πρώτον, αυτή η εξέλιξη είναι πιο έντονη σε ορισμένους τομείς πολιτικής από ό,τι σε άλλους. Για παράδειγμα, ενώ η πολιτική που αφορά τις κρίσιμες εφοδιαστικές αλυσίδες έχει γίνει σαφώς παρεμβατική, τα ζητήματα της αναδιανομής και του κράτους πρόνοιας εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο κομματικών αντιπαραθέσεων, οι οποίες παραμένουν ουσιαστικά ίδιες με εκείνες του περασμένου αιώνα. Τα περισσότερα κράτη πρόνοιας της Δυτικής Ευρώπης εξακολουθούν να πιέζονται από το διαρθρωτικά αυξανόμενο κόστος των συντάξεων και της παροχής δημόσιων υπηρεσιών υγείας, καθώς και από την εμμονή των τεχνοκρατών στον περιορισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Ο «Μεγάλος Όμορφος Νόμος» του Τραμπ, το 2025, εγκατέλειψε τις αποτυχημένες προσπάθειες του Μπάιντεν να επεκτείνει το δίχτυ κοινωνικής προστασίας και διατήρησε την αμερικανική παράδοση της ταυτόχρονης μείωσης της φορολογίας των πλουσίων και των κοινωνικών παροχών στους φτωχούς, η οποία κυριάρχησε στις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα. Διαμορφώνεται ένα υβριδικό σχήμα που συνδυάζει άλλοτε αντίθετες λογικές, καθώς οι κυβερνητικοί τεχνοκράτες θέτουν νεοφιλελεύθερα μέσα στην υπηρεσία παρεμβατικών στόχων.

Δεύτερον, οι θεσμικές μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται ο σημερινός παρεμβατισμός φέρουν το αποτύπωμα της νεοφιλελεύθερης εμπειρίας, ακόμη και όταν υπονομεύουν τις νεοφιλελεύθερες αρχές. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στη σχέση του κράτους με τον χρηματοπιστωτικό τομέα, δεδομένου ότι τα κράτη έχουν υιοθετήσει για τη διαχείριση των δικών τους κεφαλαίων πρακτικές, όπως η μεγιστοποίηση της αξίας του μετοχικού κεφαλαίου προς όφελος των μετόχων, η τιτλοποίηση περιουσιακών στοιχείων και οι επενδύσεις επιχειρηματικού κεφαλαίου (venture capital). Αυτές οι πρακτικές συνδέονται περισσότερο με τον χρηματιστικοποιημένο ιδιωτικό τομέα παρά με οποιοδήποτε ιστορικό πρότυπο του γαλλικού μοντέλου κρατικής διεύθυνσης της οικονομίας (dirigisme).

Οι δημόσιες αναπτυξιακές τράπεζες φαίνεται να κερδίζουν έδαφος στην Ευρώπη, όπως δείχνει το αυξανόμενο ειδικό βάρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, του γερμανικού χρηματοπιστωτικού οργανισμού KfW και της γαλλικής δημόσιας επενδυτικής τράπεζας Bpifrance. Ωστόσο, οι θεσμοί αυτοί λειτουργούν συχνά σε στενή σύμπραξη με το ιδιωτικό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, παρέχοντας εγγυήσεις δανείων ώστε να προσελκύουν τους ιδιώτες επενδυτές και να μειώνουν το επενδυτικό ρίσκο. Και εδώ, λοιπόν, τα στελέχη της κρατικής γραφειοκρατίας αξιοποιούν νεοφιλελεύθερα εργαλεία προκειμένου να εξυπηρετήσουν παρεμβατικούς σκοπούς.

Μετάφραση: Χάρης Γολέμης

Η ΕΠΟΧΗ από NEW LEFT REVIEW