Macro

Μπέττυ Χατζηνικολάου: Πότε η διάγνωση είναι υπερτουρισμός;

Με αφορμή σχετική έρευνα του Eteron – Ινστιτούτου για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή

Ο υπερτουρισμός άρχισε να συζητείται στη χώρα μας κυρίως τις χρονιές μετά την πανδημία, χρονιές που φάνηκε ότι ο τουρισμός έχει ανθεκτικότητα και επανέρχεται με γρήγορους ρυθμούς και σε μεγάλα μεγέθη, μεγαλύτερα από το άμεσο παρελθόν.

Από την έρευνα του Eteron [eteron.org/projects/staycation-nation] φαίνεται ότι μόνο σε θέματα περιβάλλοντος – ρύπανσης, ενοικίων και ακρίβειας κυριαρχεί η αρνητική εκτίμηση για τον τουρισμό, γεγονός που δείχνει ότι οι συμπατριώτες μας γνωρίζουν τη συμβολή του στην εθνική οικονομία και δεν θα ήθελαν να τη διακινδυνεύσουν, ακόμη κι αν κάποιοι από αυτούς ασφαλώς έχουν συνείδηση ότι η εξάρτηση μιας οικονομίας από τον τουρισμό είναι επικίνδυνη, λόγω των διακυμάνσεων, που είναι δυνατόν να υφίσταται από εσωτερικές και εξωτερικές συγκυρίες.

Ο υπερτουρισμός είναι πλέον μια λέξη που συχνά συνοδεύει κάθε αναφορά στον τουρισμό. Υπάρχει, όμως, πράγματι μεγάλο πρόβλημα υπερτουρισμού στη χώρα μας; Και με ποια κριτήρια διαπιστώνεται; Με ποιες προσεγγίσεις γίνεται η διάγνωση του υπερτουρισμού;

Η πιο συνηθισμένη αναφορά σε υπερτουρισμό είναι όταν υπάρχουν υπερβολικές συναθροίσεις ατόμων, σε βαθμό, που να επιδεινώνεται η καθημερινότητα των κατοίκων και να μειώνεται η ικανοποίηση του τουρίστα. Είναι αυτονόητο ότι οι υπερβολικές συναθροίσεις συνεπάγονται υπερκατανάλωση νερού, υπερπαραγωγή λυμάτων και απορριμμάτων και μια εξαιρετικά δύσκολη κυκλοφορία, συχνά ακόμη και με τα πόδια. Γι’ αυτό πολλοί συσχετίζουν τον υπερτουρισμό με την ελλειψη υποδομών, υποστηρίζοντας ότι αρκεί η ολοκλήρωση των υποδομών που λείπουν, για να επανέλθει η κανονικότητα στον προορισμό, ενώ άλλοι θεωρούν ότι είναι απλά και μόνο θέμα διαχείρισης προορισμού.

Υπερ-δόμηση

Μια άλλη προσέγγιση είναι η υπερβολική δόμηση, που αλλοιώνει το ιστορικά διαμορφωμένο τοπίο και την ταυτότητα των προορισμών και που είναι ιδιαίτερα αισθητή στα νησιά. Μάλιστα την περίοδο αυτή έχει βάλει στο στόχαστρο τα Κυκλαδονήσια! Υπάρχουν στη χώρα μας τέτοιοι προορισμοί; Προφανώς υπάρχουν σε μικρά και μεγάλα νησιά.

Όμως η χώρα ως σύνολο δεν κυριαρχείται από υπερτουρισμό, διότι αυτός επικεντρώνεται και τοπικά και χρονικά. Καταλαμβάνει δηλαδή συγκεκριμένα τμήματα προορισμών (η Αθήνα είναι καλό παράδειγμα, αφού υπερτουρισμός υπάρχει ορισμένους μήνες στο κέντρο και στις περιοχές κοντά στην Ακρόπολη: Πλάκα, Μοναστηράκι κ.λπ.) ή εκδηλώνεται ορισμένους μήνες, τους μήνες της τουριστικής περιόδου κάθε προορισμού ή ακόμη και ορισμένες ώρες (ηλιοβασίλεμα στην Οία ή στην Πορτάρα της Νάξου κ.ο.κ). Όμως, δεν θα θεωρούσα υπερτουρισμό τις συγκεντρωσεις του Αυγούστου σε μια σειρά μη ιδιαίτερα τουριστικά νησιά, όταν οι διακοπές των τουριστων συμπίπτουν με τις διακοπές των Ελλήνων. Δεν είναι όλες οι μεγάλες συγκεντρώσεις ατόμων υπερτουρισμός, ιδίως αν είναι περιστασιακές ή διαρκούν ελάχιστα.

Προφανώς, η υπερβολική δόμηση είτε μαρτυρά είτε προοιωνίζεται υπερτουρισμό, αλλά όχι πάντα. Για παράδειγμα μπορεί η Μύκονος και η Σαντορίνη να είναι πράγματι προορισμοί υπερτουρισμού, αλλά η ραγδαία και συχνά ανεξέλεγκτη δόμηση -και μάλιστα διάσπαρτη εκτός σχεδίου- κάθε λογής τουριστικών εγκαταστάσεων (ξενοδοχείων, ενοικιαζομένων δωματίων, επαύλεων και καταλυμάτων βραχυπρόθεσμης μίσθωσης) σε όλα σχεδόν τα Κυκλαδονήσια, για να περιοριστώ σ’ αυτά, τα καταστρέφει πριν καν, ορισμένα από αυτά, να καταστούν καθιερωμένοι και ισχυροί προορισμοί. Ανεξάρτητα από το είδος τουρισμού που προσελκύουν, τέτοια παραδείγματα υπερβολικών συγκεντρώσεων δόμησης είναι η Πάρος, η Ίος, όπου ένας επενδυτής κατέχει το ¼ του νησιού και χτίζει μεγάλες μονάδες, και σιγά – σιγά η Νάξος, η Μήλος, η Σίφνος, η Σέριφος κ.ο.κ. Συχνά βλέπουμε πρωτόγνωρες για το κάθε νησί «εμπνεύσεις» των επενδυτών: ξενοδοχεία με μία πισίνα σε κάθε χωριστό κατάλυμα (στούντιο ή διαμέρισμα), υποσκαφα σε νησιά που, στην παράδοσή τους, δεν είχαν ποτέ υπόσκαφα, προκειμένου να αυξηθεί η εκμετάλλευση της γης, τεράστιες επαύλεις εκατοντάδων τμ, ακόμη και 900 τμ, σε μικρά νησιά, εκτός κλίμακας και των κτισμάτων των οικισμών τους, αλλά και εκτός κλίμακας των ίδιων των νησιών. Υποτίθεται ότι προορίζονται για πλούσιους ξένους αγοραστές, κυρίως, όμως, χρησιμοποιούνται στην πράξη για τουριστική εκμετάλλευση, είτε μέσω των γνωστών πλατφορμών είτε και μέσω γνωριμιών και ξένων μεσιτών, ώστε να μη μείνουν ούτε τα τέλη και ο φόρος στη χώρα αυτή…

«Στρατηγικές» επενδύσεις

Όμως το πιο καταστροφικό, λόγω μεγέθους και όχι μόνο, είναι οι λεγόμενες στρατηγικές επενδύσεις, που οδηγούν ουσιαστικά σε ιδιωτική πολεοδόμηση χιλιάδων στρεμμάτων, που συνήθως ο ιδιώτης αγοράζει φθηνά και στη συνέχεια μετατρέπει σε… οικισμό, με δικό του σχεδιασμό, που κυρώνεται με ΠΔ. Έτσι, εκτός από ένα ξενοδοχείο, το νησί καταλαμβάνεται από τις βίλες (τουριστικές επιπλωμένες κατοικίες στη νομοθεσία) που το συνοδεύουν. Τέτοιες επενδύσεις έγιναν ή πρόκειται να γίνουν σε Μύκονο, Σαντορίνη, Ίο, Τζια κ.α., ενώ απειλήθηκε μια μεγάλη στην Αστυπάλαια, μεγαλύτερη σε αριθμό κατοίκων από τη Χώρα, αλλά προς το παρόν φαίνεται ότι δεν προωθείται…

Συχνά αυτή η δόμηση είναι νόμιμη ή «νόμιμη», αφού σχεδιασμός δεν υπάρχει (καθυστερεί ή κρύβεται σε κυβερνητικά συρτάρια) ή δεν τηρείται και το κράτος κλείνει το μάτι στην παραβίαση του άρθρ. 24 του Συντάγματος, όπως αυτό ερμηνεύεται από το ΣτΕ. Τί πιο απλό από το να δοθεί η ερμηνεία του ΣτΕ για θέματα εκτός σχεδίου δόμησης με εγκύκλιο υποχρεωτικής εφαρμογής στις Πολεοδομίες; Η ασφάλεια δικαίου υποτίθεται ότι είναι το ζητούμενο των επενδυτών. Αντίθετα, όμως, ζητούμενο φαίνεται να είναι η μετατροπή των προορισμών σε ένα τεράστιο πεδίο real estate, στο πλαίσιο του οποίου η γη πουλιέται από τους ντόπιους για γρήγορο χρήμα, πράγμα κατανοητό σε κάποιο βαθμό, τα νησιά πουλιούνται, η χώρα πουλιέται… Και δυστυχώς αυτό το επιτρέπει η τουριστική νομοθεσία, από την οικονομική κρίση και μετά, που δίνει έμφαση σε ξενοδοχεία με real estate.

Η ΕΠΟΧΗ