Macro

Μαρία Καραμεσίνη: Ο όψιμος ελληνικός θατσερισμός

Η σφοδρή αντιπαράθεση γύρω από το εργασιακό νομοσχέδιο μας αναγκάζει να εκτιμήσουμε το μέγεθος της απειλής που αυτό αντιπροσωπεύει για τον κόσμο της εργασίας, με βάση το εντελώς νέο εργασιακό τοπίο που έχει διαμορφωθεί μέσα σε μία μόλις δεκαετία. Το εργασιακό νομοσχέδιο ολοκληρώνει πλέον το σχέδιο των Μνημονίων, πλήρους αποκαθήλωσης των εργασιακών δικαιωμάτων, των εργασιακών σχέσεων και του είδους συνδικαλισμού που διαμορφώθηκαν από τους αγώνες της Μεταπολίτευσης.

Είναι γνωστό ότι από τη δεκαετία του 1990 και κατά την προετοιμασία της χώρας για την ένταξη στην ΟΝΕ, ο ΣΕΒ προωθούσε διαρκώς τα αιτήματά του για μεγαλύτερη ευελιξία της αγοράς εργασίας και υπήρξαν θεσμικές αλλαγές προς αυτήν την κατεύθυνση. Παρ’ όλα αυτά, ουδέποτε υπήρξε στην Ελλάδα απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων μέχρι τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και η ευελιξία αναπτύχθηκε κυρίως ως παραβίαση της εργασιακής και ασφαλιστικής νομοθεσίας (μετανάστες, νέοι, γυναίκες), στις παρυφές του εργατικού δικαίου (μπλοκάκια) και στις πύλες εισόδου του δημόσιου τομέα.

Η κρίση δημόσιου χρέους και τα μνημόνια υπήρξαν και από αυτήν την άποψη τομή: πρώτη φορά σε χώρα της Ε.Ε., μετά τη Μεγ. Βρετανία της δεκαετίας του 1980, μπήκε σε εφαρμογή, με τη μέθοδο της «θεραπείας σοκ», ένα θατσερικού τύπου σχέδιο πλήρους απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, σε απόλυτη σύμπνοια των δανειστών με τους εκπρόσωπους των ισχυρότερων μερίδων του ελληνικού κεφαλαίου και τις ελληνικές κυβερνήσεις των πρώτων Μνημονίων, και με ρητό στόχο αρχικά τη δραστική μείωση και στη συνέχεια τον έλεγχο του εργατικού κόστους ως συστατικό στοιχείο ενός εξωστρεφούς αναπτυξιακού μοντέλου.

Ολες ανεξαιρέτως οι χώρες της ευρωζώνης που εφάρμοσαν Μνημόνια, ιδίως αυτές του ευρωπαϊκού Νότου, γνώρισαν ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις. Ομως, σε καμία από αυτές δεν υπήρξε σχέδιο διάλυσης των συνδικάτων και πλήρους εξατομίκευσης των εργασιακών σχέσεων, όπως στην Ελλάδα, όπου υιοθετήθηκε όψιμα το θατσερικό πρότυπο.

Το σχέδιο θα είχε προ πολλού επιτευχθεί εάν οι κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ δεν είχαν κάνει τα αδύνατα δυνατά για να ανακόψουν την εφαρμογή και να αντιστρέψουν την πορεία του, κυρίως με την επαναφορά του προηγούμενου συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Από τον Ιούλιο του 2019 μέχρι σήμερα η κυβέρνηση της Ν.Δ. συνεχίζει ακάθεκτη, έχοντας ξηλώσει ότι θετικό θεσμοθέτησαν οι κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ. Με τον αναπτυξιακό νόμο, περιόρισε ασφυκτικά τη δυνατότητα των συνδικάτων να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που καλύπτουν πλέον κάτω από 15% των μισθωτών της χώρας, από 84% το 2008. Στην Ισπανία και την Πορτογαλία, που εφάρμοσαν κι αυτές Μνημόνια, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 72%-73%.

Με το εργασιακό νομοσχέδιο, η κυβέρνηση καταφέρνει το τελειωτικό πλήγμα στα συνδικάτα, περιορίζοντας κυρίως τη δυνατότητά τους να προκηρύσσουν απεργίες και την επιτυχή έκβαση των τελευταίων σε όλους τους κρίσιμους τομείς όπου υπάρχουν ακόμα οργανωμένες συνδικαλιστικές δυνάμεις (ενέργεια, μεταφορές, επικοινωνίες, ύδρευση, λιμάνια κ.ά.).

Τούτων δεδομένων, αν τα συνδικάτα δεν θα μπορούν πλέον ούτε να διαπραγματεύονται με τους εργοδότες ούτε να προκηρύσσουν απεργίες τις οποίες να έχουν την πιθανότητα να κερδίσουν, για ποιο λόγο να συμμετέχουν οι εργαζόμενοι σε αυτά;

Ετσι γίνεται πραγματικότητα το καθαρό νεοφιλελεύθερο ιδεώδες, μια αγορά εργασίας χωρίς συνδικάτα, μόνο με «ελεύθερες» ατομικές διαπραγματεύσεις μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Με το μεγαλύτερο ποσοστό των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα να είναι ήδη εκτός συνδικάτων και ακάλυπτοι από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τους νέους να μην έχουν ζήσει την τελευταία δεκαετία παρά μόνο την ατομική διαπραγμάτευση με τους εργοδότες, το πρότυπο των εξατομικευμένων εργασιακών σχέσεων εδραιώνεται πλέον ως η νέα κανονικότητα.

Οι επιπτώσεις σε επίπεδο συνείδησης και χειραφέτησης των εργαζομένων είναι τεράστιες, ακόμα περισσότερο στις συνθήκες εργοδοτικής αυθαιρεσίας και ασυδοσίας που η ίδια η κυβέρνηση δημιούργησε κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Αν δεν ήταν διαδεδομένη η αντίληψη του «δεν βαριέσαι, έτσι κι αλλιώς συμβαίνει ήδη», δεν θα τολμούσαν ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Εργασίας να νομιμοποιούν τη γενικευμένη ανομία στους χώρους εργασίας και ταυτόχρονα να διατείνονται ότι η ατομική διαπραγμάτευση αποτελεί πραγματική ελευθερία του εργαζόμενου, που θα μπορεί πλέον «να μαζεύει ελιές», να έχει παραπάνω διακοπές ή τετραήμερη εργασία, ο φοιτητής να διαβάζει για τις εξετάσεις κ.ο.κ. Αν τα συνδικάτα ως απαραίτητος θεσμός συλλογικής διεκδίκησης είχαν διατηρήσει την αξιοπιστία τους και οι εργαζόμενοι είχαν επίγνωση, ότι σε συνθήκες μαζικής ανεργίας και επισφάλειας, χωρίς συνδικάτα, συλλογικές διαπραγματεύσεις και ελεγκτικούς μηχανισμούς κανένα ατομικό δικαίωμα δεν μπορεί να ασκηθεί πραγματικά στους χώρους εργασίας, δεν θα μπορούσε η κυβέρνηση εύκολα να ισχυρίζεται ότι η ευελιξία είναι ατομικό δικαίωμα, η ανεργία θέμα βιογραφικού, η μετανάστευση επιλογή των άξιων για να αδράξουν ευκαιρίες.

Η «μάχη για το οκτάωρο» είναι κάτι περισσότερο από μια κοινωνική και πολιτική αντιπαράθεση γύρω από ένα νομοσχέδιο. Αποτελεί πρωτίστως ιδεολογική διαμάχη γύρω από τις έννοιες, τις αξίες, τις στάσεις ζωής. Είναι σύγκρουση μεταξύ της ατομοκεντρικής και της συστημικής ερμηνείας των κοινωνικών προβλημάτων, είναι αγώνας κατάδειξης της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, είναι μάχη υπεράσπισης της αξίας της συνδικαλιστικής οργάνωσης και δράσης των εργαζομένων και μιας διαφορετικής μορφής συνδικαλισμού που να εμπνέει τη συμμετοχή και την ενότητα.

Η Μαρία Καραμεσίνη είναι Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου, πρώην πρόεδρος και διοικήτρια ΟΑΕΔ

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών