Macro

Κωστής Παπαϊωάννου: Κιβωτός του Κόσμου: Εγώ παιδί μου σε πιστεύω

Ένα από τα κέρδη του #MeToo είναι το “εγώ αδελφή μου σε πιστεύω”.
 
Όταν βρίσκει το θάρρος ένα θύμα να μιλήσει, πολλοί το υποστηρίζουν και ορθώνουν ανάχωμα στην απαξίωσή του. Αντιστέκονται στις φωνές του στιγματισμού που λένε «τώρα το θυμήθηκε;». Όμως, να είμαστε σοβαροί και ειλικρινείς: αδελφή μου κι αδελφέ μου, οφείλω να σε πιστεύω κάθε φορά.
 
Όταν μιλάς κατά του κακοποιητή δασκάλου, του παιδοβιαστή σκηνοθέτη, του προπονητή ή του ηθοποιού. Και σε πιστεύω και τώρα, που μιλάς για μια «υπεράνω υποψίας» φιλανθρωπική οργάνωση με τεράστια θεσμική και κοινωνική αναγνώριση.
 
Βλέπω φίλους, καλοπροαίρετους πλην καχύποπτους, να δείχνουν δισταγμό με τις αποκαλύψεις γιατί αυτές «βολεύουν» την κυβέρνηση που είναι στριμωγμένη στα σκοινιά με τις υποκλοπές. Όμως όταν μιλάμε για κακοποίηση παιδιών, αυτές οι σκέψεις περισσεύουν. Όταν καταγγέλλεται σταθερό μοτίβο κακοποίησης σε δομές παιδικής προστασίας, όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα, είναι εκ περισσού. Δεν έχει «ναι μεν αλλά».
 
Άνθρωποι που δικαίως αγανακτούσαν με την ενοχοποίηση θυμάτων στην περίπτωση Λιγνάδη, δείχνουν μια στενάχωρη επιφυλακτικότητα τώρα. Δεν τους αξίζει αυτή η επιλεκτικότητα, δεν μας αξίζει. Οι καταγγελίες για την Κιβωτό πρέπει να διερευνηθούν πλήρως. Ο χρόνος που δημοσιοποιούνται είναι αποτέλεσμα και της τεράστιας δυσκολίας που έχουν τα θύματα να μιλήσουν. Απέναντί τους οφείλουμε να στεκόμαστε πάντα με το «σε πιστεύω». Όχι με το «λέγε εσύ, εγώ δεν ακούω».
 
Δεν είναι φυσικά ίδιες όλες οι περιπτώσεις στις οποίες καταγγέλλεται κακοποίηση. Ούτε απομειώνεται η ηθική απαξία πράξεων βίας επειδή άλλες πράξεις έρχονται να προστεθούν. Δεν συγκρίνουμε και δεν εξομοιώνουμε τίποτα. Ούτε κάνουμε φυσικά αστυνομικό ρεπορτάζ. Τυχόν ευθύνες ποινικές άλλοι θα αποδώσουν. Ως τότε, ισχύει το τεκμήριο αθωότητας.
 
Με δυο επισημάνσεις όμως. Πρώτον, η αντίδραση της Κιβωτού δε δείχνει ενσυναίσθηση, συντριβή, ελάχιστο ίχνος αναστοχασμού. Ο τόνος του πατέρα Αντώνιου Παπανικολάου για τους ανήλικους που (υποτίθεται ότι) φρόντιζε εκπέμπει ενοχοποίηση και κοινωνικό στιγματισμό. Ωσάν τα παιδιά αυτά να μην αξίζουν δημόσιας προσοχής γιατί είναι καταδικασμένα εσαεί σε μια κληρονομημένη ανακυκλούμενη παραβατικότητα.
 
Η δεύτερη επισήμανση σχετίζεται με το έργο της Κιβωτού. Δεν θα ακυρώσουμε το έργο που μπορεί να έχουν προσφέρει κάποιες οργανώσεις πρόνοιας. Όσοι όμως σπεύδουν να το κάνουν τώρα ασπίδα προστασίας του επικεφαλής superstar, δεν ανησυχούν μήπως αυτό το έργο χωρούσε και γεννούσε λεηλατημένα σώματα, ψυχικά τραύματα, σακατεμένους ανθρώπους;
 
Θυμάστε πώς μας μάλωναν κάποιοι ότι προσβάλλαμε το ιερό τέμενος του Εθνικού Θεάτρου ή του Αρσακείου όταν ζητούσαμε να διερευνηθούν οι καταγγελίες; Ε λοιπόν, ούτε η Κιβωτός είναι ιερό τέμενος. Δεν είναι αντιστάθμισμα κανένα φιλανθρωπικό έργο στα καταγγελλόμενα μοτίβα κακοποίησης. Όπως ακριβώς δεν ήταν το σκηνοθετικό ταλέντο αντιστάθμισμα για βιασμούς ανηλίκων. Κι ας το εξήραν τότε μερικοί, για λόγους φτηνής μικροπολιτικής.
 
Εν ολίγοις, τα θύματα δε θα δώσουν λογαριασμό σε κανέναν που ρωτάει «γιατί τώρα;». Γιατί έτσι. Γιατί είναι παιδιά, έφηβοι, νέοι που μεγάλωσαν. Έχουν μια ανοιχτή πληγή και γυρεύουν τρόπο να πουν ότι κακοποιήθηκαν, να αντέξουν τη βουβή μομφή. Γιατί τώρα μπόρεσαν να μιλήσουν τα θύματα, τώρα θέλησαν. Αυτή είναι η απάντηση.
 
Η πολιτεία έχει εκχωρήσει την πρόνοια ανηλίκων σε ιδιωτικούς φορείς και δεν νιώθει καν την υποχρέωση να τους ελέγχει. Αυτό ισχύει ιδίως για δομές που σχετίζονται με την Εκκλησία. Εκεί συχνά το βασίλειο της ενοχής, ο νόμος της σιωπής και το ιερό πέπλο της φιλανθρωπίας σκεπάζουν τα πάντα. Εκεί ελεγκτικός μηχανισμός ακόμα πιο δύσκολα έχει το ανάστημα να ρίξει φως. Έχουμε λόγο να πιστεύουμε πως ο ζόφος της παιδικής κακοποίησης που επικρατούσε σε εκκλησιαστικά ιδρύματα ήταν μονοπώλιο της Καθολικής Εκκλησίας; Όχι βέβαια. Κάθε άλλο.
 
Σε ό,τι αφορά την κυβέρνηση, η δήλωση της κ. Δόμνας Μιχαηλίδου “δεν είχε φτάσει κάτι στα αυτιά μας, αν είχε φτάσει θα είχαμε κινηθεί άμεσα” είναι ντροπιαστική. Ειδικά για μια κυβέρνηση που έβαζε παντού τα αυτιά της. Η κ. Μιχαηλίδου δεν είναι τροχονόμος πληροφοριών να περιμένει να φτάσει κάτι στα αυτιά της. Δουλειά της είναι να έχει ελεγκτικούς μηχανισμούς, να προλαβαίνει την κακοποίηση ή να τη σταματάει. Σε πολλές δομές και ιδρύματα ενδημεί η κακοποίηση και ο εκφοβισμός. Εκεί ανθούν οι ιεραρχικές σχέσεις, η ψυχική εξάρτηση, η άσκηση εξουσίας.
 
Άρα, τα δικαιώματα των παιδιών που κακοποιούνται δεν προσφέρονται ούτε για κυβερνητικά επικοινωνιακά παιχνίδια με «συσκέψεις υπό τον πρωθυπουργό» ούτε για αντιπολιτευτικές ασκήσεις. Υπάρχουν άλλα πεδία για τέτοια παιχνίδια. Κι εμείς, άναυδοι από τη μια φρίκη που διαδέχεται την άλλη, ας κρατήσουμε τουλάχιστον ακέραιη την ευαισθησία μας, μακριά από επιλεκτικότητες. Το οφείλουμε στα θύματα.

Κωστής Παπαϊωάννου