Macro

Η Νέα Δημοκρατία ενάντια στη Δημοκρατία

Η ικανότητα της Αριστεράς να αντιμετωπίσει με επιτυχία τη συνεχιζόμενη πολιτική άνοδο της Ακροδεξιάς θα δοκιμαστεί στα σοβαρά το 2019 στη μοναδική χώρα του κόσμου όπου η δεκαετής κρίση του νεοφιλελεύθερου παγκόσμιου καπιταλισμού έφερε ένα ριζοσπαστικό αριστερό κόμμα στην κυβέρνηση: την Ελλάδα. Υπήρξε ένα πολύ γρήγορο πέρασμα από την ευφορία στην απογοήτευση στη διεθνή Αριστερά, όταν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που εκλέχθηκε τον Ιανουάριο του 2015, αναγκάστηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ να υποχωρήσει έξι μήνες αργότερα σε ένα νέο πακέτο διάσωσης και λιτότητας, παρά το δημοψήφισμα που απέρριπτε παρόμοια πρόταση των πιστωτών με περισσότερο από 60%.

Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επανεξελέγη αργότερα το 2015 και τώρα πλησιάζει στο τέλος της θητείας της. Έχοντας μόλις διασφαλίσει επιτέλους αυτό το χρόνο το τέλος μιας μακράς σειράς νεοφιλελεύθερων μνημονίων λιτότητας που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα από το 2010, τώρα αντιμετωπίζει, στην πορεία για τις επόμενες εκλογές, ένα κύριο αντιπολιτευόμενο κόμμα που έχει πλήρως υιοθετήσει τη σκληρή στροφή προς τα δεξιά, όπως έγινε και αλλού. Αν παραλείψουμε τη γνωστή ρητορική περί «απώλειας της εθνικής ταυτότητας λόγω της μετανάστευσης», η ΝΔ ενισχύει τώρα τις κοινωνικές εντάσεις εν μέσω ενός τοξικού μείγματος νεοφιλελεύθερων, αντιδραστικών πολιτικών και εξωφρενικών δηλώσεων περί συνωμοσίας – όπως πρόσφατα όπου υποστήριζε ότι οι κινήσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την εκκοσμίκευση του Συντάγματος θα οδηγούσε στην απαγόρευση των Χριστουγέννων.

Η ακροδεξιά στροφή της Νέας Δημοκρατίας απεικονίζει μια κατάσταση όπου, όσο και αν οι δημόσιες δαπάνες μειώθηκαν από τα μνημόνια λιτότητας, η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να εκδημοκρατίσει ορισμένες πτυχές της δημόσιας ζωής σε ένα κράτος με μακρά αντιδραστική ιστορία ήταν σημαντική. Αυτό περιελάμβανε το νόμο για την ιθαγένεια των μεταναστών, καθώς και για τα παιδιά τους που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, την εξασφάλιση του δικαιώματος σε σύμφωνο συμβίωσης και τεκνοθεσία για τα ζευγάρια LGBTQ και την εξασφάλιση πλήρους πρόσβασης σε νοσοκομεία για όλους, συμπεριλαμβανομένων των χωρίς χαρτιά εργαζομένων. Επιπλέον, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επανενεργοποίησε και στελέχωσε την κρατική υπηρεσία που ήταν υπεύθυνη για τον έλεγχο των εργασιακών σχέσεων και των συνθηκών εργασίας, που φυτοζωούσε την περίοδο πριν από τον ΣΥΡΙΖΑ κατά την οποία άνθιζαν διάφορες παράνομες πρακτικές απασχόλησης, καθώς και πολυάριθμες πολύ καινοτόμες συστηματικές πολιτικές για την ανακούφιση της ανθρωπιστικής κρίσης που προκλήθηκε από την πτώση κατά 25% του ΑΕΠ της χώρας.

Πιο πρόσφατα, έπειτα από ευρεία δημόσια διαβούλευση, σημειώθηκε πρόοδος στις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις για την εξασφάλιση αναλογικής εκπροσώπησης, νέων πρωτοβουλιών περί λαϊκών δημοψηφισμάτων, καθιστώντας υποχρεωτική την εκλογή του πρωθυπουργού από τα εκλεγμένα μέλη του κοινοβουλίου (προκειμένου να αποφευχθεί μία άλλη τεχνοκρατική κυβέρνηση στο μέλλον) και την εισαγωγή θητείας για τους βουλευτές, συμπεριλαμβανομένης και της άρσης της ασυλίας τους από την προστασία δίωξης για απάτη και διαφθορά.

Ίσως ακόμα πιο σημαντική, πέρα από την ενίσχυση της συνταγματικής απαγόρευσης της ιδιωτικοποίησης της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, να είναι η συνταγματική εξασφάλιση των προσπαθειών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ να διαχωριστεί επιτέλους διαχωρισμός η Εκκλησία από το Κράτος στην Ελλάδα. Αυτή η εκκοσμίκευση των θεσμών του δημοσίου τομέα είναι ένα κρίσιμο πολιτικό καθήκον που μέχρι τώρα ήταν ένα όνειρο για τους προοδευτικούς στην Ελλάδα.

Αυτά τα βασικά αλλά αποφασιστικά βήματα προς τον εκδημοκρατισμό είναι σαφής ένδειξη ότι -παρά τις αδυναμίες του- ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η μόνη δύναμη στη χώρα με την πολιτική ικανότητα να ξεπεράσει την Ακροδεξιά που έχει έρθει στην εξουσία σε άλλες χώρες. Ήταν η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ, μπροστά στις αρχικές εκλογικές επιτυχίες του αδιαμφισβήτητα νεοναζιστικού κόμματος Χρυσή Αυγή, που συγκράτησε την άνοδο της εξτρεμιστικής Ακροδεξιάς στην Ελλάδα, τουλάχιστον σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες κατά τη διάρκεια της αντίστοιχης περιόδου.

Ωστόσο, τώρα, έπειτα από τρεις διαδοχικές ήττες από τον ΣΥΡΙΖΑ (σε δύο εκλογές και στο δημοψήφισμα), είναι η Νέα Δημοκρατία αυτή που ενδύθηκε το μανδύα της άκρας Δεξιάς. Οι ακραίες, αντιδραστικές απόψεις ήταν πάντα μέρος της Νέας Δημοκρατίας, παρόλο που πριν κατακτήσει την εξουσία το 2012 φαινόταν αρκετά μετριοπαθής σε κοινωνικά ζητήματα. Ο νέος της ηγέτης από το 2016, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, γιος πρώην πρωθυπουργού, θεωρήθηκε εκείνη τη στιγμή ως μια επιλογή που, παρόλο που ήταν νεποτιστική, θα σήμαινε στροφή προς μια πιο φιλελεύθερη ατζέντα στα κοινωνικά ζητήματα. Ωστόσο, υπό την ηγεσία του η Νέα Δημοκρατία έκανε σκληρή στροφή προς τα δεξιά σε κάθε επίπεδο.

Αντιδραστικές απόψεις διαδίδονται από την ηγεσία, είτε απευθείας μέσω του ίδιου του Μητσοτάκη είτε μέσω του Άδωνι Γεωργιάδη, ενός από τους αντιπροέδρους του κόμματος, ή μέσω του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου Μάκη Βορίδη. Αυτό το ντουέτο είναι περίφημο για το «ακτιβιστικό του παρελθόν», είτε ως τσεκουροφόρος «μαχητής ενάντια στην Αριστερά», στην περίπτωση του Βορίδη, είτε ως υποστηρικτής της βιβλιογραφίας που αρνείται το Ολοκαύτωμα, στην περίπτωση του Γεωργιάδη.

Με τον ξενοφοβικό εθνικισμό και τη ρητορική κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχουν μετατοπίσει την επικρατούσα τάση του κόμματος προς την Ακροδεξιά. Η ρητορική που διαδίδεται ολοένα και περισσότερο στα πρόσφατα συνέδρια του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας – που φέρει μια ανησυχητική ομοιότητα με εκείνη των ετών του Εμφυλίου Πολέμου – ακούστηκε επίσης στις αντισυγκεντρώσεις σε μια πρόσφατη αντιφασιστική ομιλία του Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη. Ίσως να μην προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι όλα αυτά έχουν ενθαρρύνει τη Χρυσή Αυγή να θέσει πραγματικά όρους για μια πιθανή κυβέρνηση συνασπισμού με τη Νέα Δημοκρατία.

Παρόλο που περιλαμβάνει μερικές ασαφείς φιλελεύθερες πλαισιώσεις στην πλατφόρμα της, η ΝΔ καταψήφισε κάθε νόμο περί ίσων δικαιωμάτων που εισηγήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτόχρονα, το κόμμα αγκάλιασε ολοένα και περισσότερο την σκληρή νεοφιλελεύθερη ατζέντα που επέβαλαν οι πιστωτές κατά τη διάρκεια των μνημονικών ετών. Πρόκειται για μια σημαντική διαφορά, δεδομένου ότι ακόμη και οι προηγούμενες κυβερνήσεις με επικεφαλής τη Νέα Δημοκρατία ποτέ δεν παρουσίασαν πλήρως την επιβληθείσα από την ΕΕ νεοφιλελεύθερη λιτότητα με θετικούς όρους, υποστηρίζοντας ότι μεγάλο μέρος των επιβαλλόμενων νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων δεν ήταν η προτιμώμενη πολιτική του κόμματος.

Τώρα όμως, με ένα τοξικό μείγμα νεοφιλελεύθερων και ακροδεξιών συντηρητικών πολιτικών, το κόμμα εισηγείται τα πιο σκληρά μέτρα, ακόμη και στην τρέχουσα νέα περίοδο, όπου τα προγράμματα διάσωσης της νεοφιλελεύθερης επιβολής έχουν λήξει. Η δυναμική υπόσχεση της Νέας Δημοκρατίας για μείωση της «παράνομης μετανάστευσης» σηματοδοτεί κατηγορηματικά την επιστροφή στις πρακτικές πριν από το 2015 περί μαζικής απέλασης και βύθισης των προσφυγικών σκαφών στο Αιγαίο.

Η προώθηση της ιδέας ενός ιδιωτικοποιημένου ασφαλιστικού όπως της Χιλής (το οποίο καλωσορίζει ανοιχτά η Νέα Δημοκρατία ως μέτρο που επιβλήθηκε από τον Pinochet) αποτελεί μέρος της εκστρατείας της για μια νεοφιλελεύθερη αποδυνάμωση του δημοσίου τομέα μέσω ιδιωτικοποιήσεων και περικοπών σε όλο το δημόσιο τομέα. Ιδιαίτερα ειρωνικός είναι ο εναγκαλισμός της πολιτικής λιτότητας της μίας μόνο πρόσληψης για κάθε πέντε απολύσεις στο δημόσιο τομέα – όπως ακριβώς την ίδια στιγμή η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εξασφάλιζε το «ένα προς ένα» – ενώ ταυτόχρονα δεσμεύθηκε να διατηρήσει το στάτους των περίπου οκτώ χιλιάδων ιερέων ως δημοσίων υπαλλήλων. Αυτό θα μπορούσε να αντιστρέψει μια πρόσφατη συμφωνία που είχε εξασφαλίσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με την ηγεσία της εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία οι ιερείς δεν θα έχουν το στάτους του δημοσίου υπαλλήλου, διαδικασία που συνιστά ένα μικρό αλλά σημαντικό βήμα προς ένα πιο κοσμικό κράτος.

Το ερώτημα για τις προοδευτικές δυνάμεις είναι αρκετά σαφές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η περίοδος του ΣΥΡΙΖΑ είχε αρκετές στιγμές απογοήτευσης. Όπως και με εκείνους που αναγνώρισαν τις αποτυχίες του ΡΤ στη Βραζιλία, αλλά επέστρεψαν υπό το φόβο του Bolsonaro, πολλοί άνθρωποι που επικρίνουν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, θα καταλήξουν να τον ξαναψηφίσουν. Και στην Ελλάδα, αυτή η εκλογική διάθεση είναι πολύ πιθανό να επιτύχει την αποτροπή της εκλογής της αντιδραστικής Δεξιάς. Το τέλος των μνημονίων επιτρέπει στο ΣΥΡΙΖΑ να διαμορφώσει έναν πιο καθαρό διάδρομο προοδευτικών μεταρρυθμίσεων (συμπεριλαμβανομένης μιας ελάχιστης αύξησης των μισθών, της επιστροφής στις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, καθώς και του συνταγματικού διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους), επιδεικνύοντας την έντονη αντίθεση του πολιτικού προγράμματός του με αυτό της ΝΔ, που ολοένα και περισσότερο απευθύνεται ή και αντιπροσωπεύει την άκρα Δεξιά στη χώρα.

Παρά το γεγονός ότι δεν ανταποκρίθηκε στις υψηλές προσδοκίες που είχαν συσσωρευτεί το 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει όχι μόνο η μόνη βιώσιμη επιλογή για την εξασφάλιση ακόμη και των ελάχιστων κοινωνικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και για να σταματήσει η άνοδος του νεοφασισμού σε μια ακόμη ευρωπαϊκή χώρα. Ενώ η εκλογή της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας θα ήταν μεγάλο πλήγμα για τη δημοκρατία στην Ελλάδα, υπάρχει ακόμη ένας μεγαλύτερος κίνδυνος: η μετατόπιση της κλίμακας του «αποδεκτού» δημοσίου λόγου ακόμη πιο δεξιά, με την αναπόφευκτη υποχώρηση σε μια ακόμα πιο ισχυρή και νομιμοποιημένη παρουσία της Χρυσής Αυγής και άλλων ανοιχτά φασιστικών πολιτικών παραγόντων, και την παράλληλη αναπαραγωγή της φασιστικής πρακτικής σε κοινωνικό επίπεδο.

Βεβαίως, για να είναι κάτι περισσότερο από μια προσωρινή αμυντική νίκη ενάντια στις δυνάμεις της αντίδρασης που αναδύονται πλέον σε όλες τις καπιταλιστικές κοινωνίες, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει ακόμα να γίνει το κόμμα που πολλοί από τους ακτιβιστές και υποστηρικτές του κάποτε είχαν την ελπίδα ότι θα είναι, ενώ ποτέ δεν ήταν αρκετά, ακόμη και στα καλύτερά του. Πράγματι, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του, η δημοκρατία και η εξωκοινοβουλευτική ζωή του κόμματος μειώθηκαν, ενώ οι προηγούμενες προσπάθειες του ΣΥΡΙΖΑ για τη συγκρότηση οργανικών σχέσεων μεταξύ κοινωνικών κινημάτων και κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης άρχισαν να απονεκρώνονται. Πρέπει να επανεφεύρει την ικανότητά του, ως κόμμα, να σκέφτεται, να εκπαιδεύει, να κινητοποιεί και να ενεργεί ως μια ριζοσπαστική προοδευτική δύναμη στην κοινωνία, καθώς και ως ενεργός παράγοντας που ενεργεί για να εξασφαλίσει και να υποστηρίξει μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Πάνω απ’ όλα, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ξανασυνδέσει και να επενδύσει στην περαιτέρω ανάπτυξη των κοινωνικών κινημάτων, με τρόπους που δεν συνέβησαν όταν πήρε για πρώτη φορά την εξουσία το 2015. Τα ίδια τα κινήματα πρέπει επίσης να διαδραματίσουν έναν αποφασιστικό μετασχηματιστικό ρόλο τόσο των δικών τους δυνατοτήτων και στόχων, καθώς και της σχέσης τους με την πολιτική και την κυβέρνηση. Αυτό είναι απαραίτητο για τη διατήρηση της κοινωνικής πίεσης και διαμαρτυρίας, ενώ παράλληλα ανοίγει νέους δρόμους για προοδευτική νομοθεσία και μεταρρυθμίσεις.

Αυτός είναι ο μόνος σίγουρος τρόπος για τον ΣΥΡΙΖΑ να επανεφεύρει τον εαυτό του, έτσι ώστε να αποφύγει την πλήρη ένταξη του στον κρατικό μηχανισμό ως ένα τυπικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, και να μετατρέψει τα κρατικά θεσμικά όργανα, έτσι ώστε να γίνουν παράγοντες οικονομικού και κοινωνικού μετασχηματισμού.

Aris – George – Baldur Spourdalakis, Dionysia Pitsili- Chatzi, Leo Panitch, Hilary Wainwright, Jodi Dean

Μετάφραση: Βασίλης Ρόγγας

Πηγή: Η Αυγή από Jacobin