Macro

Γιώργος Σταμπουλής: Για φθηνότερη ενέργεια

Το Τρίπτυχο των Ενεργειακών Στόχων και η Έννοια της «Φθηνής Ενέργειας»

Το ζητούμενο της εποχής μας στον ενεργειακό τομέα είναι φαινομενικά απλό: χρειαζόμαστε φθηνή, άφθονη ενέργεια με μηδενικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Ωστόσο, για να προσεγγίσουμε σωστά αυτή τη συζήτηση, οφείλουμε πρώτα να ορίσουμε τι ακριβώς σημαίνει «φθηνή ενέργεια», καθώς η τιμή αποτελεί μέγεθος σχετικό. Το πραγματικό κόστος δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την ονομαστική τιμή της ενέργειας, αλλά εξαρτάται άμεσα από τη συνολική ποσότητα που καταναλώνουμε, καθώς και από το ποσοστό συμμετοχής της στο κόστος διαβίωσης των νοικοκυριών ή στο κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων.
Στα οικονομικά της ενέργειας χρησιμοποιείται ένας κρίσιμος δείκτης: η ενεργειακή ένταση. Πρόκειται για ένα κλάσμα που στον αριθμητή του περιλαμβάνει τη συνολική ενέργεια που απαιτείται για μια δραστηριότητα (σε κιλοβατώρες ή Terajoules) και στον παρονομαστή του το παραγόμενο προϊόν. Στόχος κάθε σύγχρονης χώρας —μέσα από την τεχνολογική εξέλιξη, τη θεσμική θωράκιση και τον εξορθολογισμό των δικτύων και της παραγωγής— είναι η σταδιακή μείωση αυτού του δείκτη.

Η Ελληνική Πραγματικότητα σε Σύγκριση με την Ευρώπη

Από το 1990 έως το 2021, η Ελλάδα κατάφερε να μειώσει την ενεργειακή της ένταση κατά σχεδόν 25%. Αν και εκ πρώτης όψεως το ποσοστό αυτό ακούγεται θετικό, η σύγκριση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα αποκαλύπτει μια σημαντική υστέρηση:
• Νότια Ευρώπη: Οι μόνες χώρες με μικρότερη μείωση (κοντά στο 20%) ήταν εκείνες του Νότου, οι οποίες όμως ιστορικά ξεκίνησαν με χαμηλότερη ενεργειακή ένταση από την Ελλάδα.
• Δανία: Κατέγραψε μείωση 42%, παρά το γεγονός ότι ήδη από το 1990 αποτελούσε πρωτοπόρο χώρα στον τομέα αυτό.
• Ιρλανδία: Πέτυχε την εντυπωσιακή μείωση του 75%.
• Δυτική & Βόρεια Ευρώπη: Οι αντίστοιχοι περιφερειακοί μέσοι όροι κινήθηκαν στο 39% και 54%.
Τα στοιχεία αυτά μαρτυρούν ένα βαθύ δομικό πρόβλημα στην ελληνική οικονομία, το οποίο μας αναγκάζει να επανεξετάσουμε το εγχώριο παραγωγικό μοντέλο, αναλύοντας τόσο τον αριθμητή όσο και τον παρονομαστή του κλάσματος.

Το Δομικό Έλλειμμα Προστιθέμενης Αξίας και το Ελληνικό Κεφάλαιο

Εστιάζοντας στον παρονομαστή, δηλαδή στο τι αξία παράγουμε, διαπιστώνεται ότι η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από χαμηλή προστιθέμενη αξία και χαμηλές αμοιβές. Η αδυναμία αυτή δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: η ενέργεια παραμένει δυσανάλογα ακριβή για την παραγωγή —λειτουργώντας ως ανταγωνιστικό μειονέκτημα— αλλά και για τη διαβίωση, εξαιτίας της έλλειψης αποτελεσματικών υποδομών στα σπίτια, στις πόλεις και στις μεταφορές.
Για να αναστραφεί αυτή η κατάσταση και να βελτιωθεί η ενεργειακή αποδοτικότητα, πρέπει να εξετάσουμε τις δυνατότητες του βασικού οικονομικού υποκειμένου στη χώρα, που σήμερα είναι το εγχώριο κεφάλαιο. Δυστυχώς, η συμπεριφορά του ελληνικού κεφαλαίου αποδεικνύεται όχι μόνο παρασιτική, αλλά και αναποτελεσματική.
Το φαινόμενο αυτό γίνεται εύκολα κατανοητό μέσα από τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού:
Αν ένας απόφοιτος του Δημόσιου Πανεπιστημίου —ενός θεσμού που συστηματικά απαξιώνεται στον εγχώριο δημόσιο διάλογο— προσληφθεί σε μια ελληνική εταιρεία, αντιμετωπίζεται συχνά με καχυποψία. Οι εξειδικευμένες γνώσεις του θεωρούνται «άχρηστες» ή μη κατανοητές, με αποτέλεσμα να αμείβεται με καθηλωμένους μισθούς (της τάξεως των χιλίων ευρώ) για να εκτελεί εργασίες περασμένων δεκαετιών.
Αντίθετα, αν ο ίδιος επιστήμονας βρεθεί σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπως η Ελβετία, η Ολλανδία ή το Βέλγιο, οι εκεί επιχειρήσεις επενδύουν πάνω του, του προσφέρουν πολλαπλάσιες αποδοχές και αξιοποιούν το αντικείμενο των σπουδών του. Με τον τρόπο αυτό, το ξένο παραγωγικό σύστημα καταφέρνει να παράγει υψηλή προστιθέμενη αξία, την οποία το ελληνικό σύστημα αδυνατεί να καρπωθεί.

Η Ανάγκη για Νέα Παραγωγικά Υποκείμενα και η Κοινωνική Οικονομία

Πέρα από τις γενικότερες δομικές αντιφάσεις του καπιταλισμού, η χώρα αντιμετωπίζει ένα βαθύ πρόβλημα με το κυρίαρχο παραγωγικό της υποκείμενο. Η υπέρβαση αυτού του οικονομικού μοντέλου με τους υφιστάμενους όρους φαντάζει εξαιρετικά δύσκολη. Μέσα σε αυτή την κρίση, ωστόσο, διαμορφώνεται ένα παράθυρο ευκαιρίας για τη συγκρότηση νέων συλλογικών μορφών παραγωγής, με κεντρικό πυλώνα τους συνεταιρισμούς (cooperatives) και την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία.
Σήμερα διαθέτουμε μια εξαιρετικά μορφωμένη νέα γενιά η οποία, επωφελούμενη από τη μείωση του κόστους των σύγχρονων μέσων παραγωγής, μπορεί να αναλάβει πρωτοβουλίες σε ένα ευρύ φάσμα κλάδων. Μέσα από ευρύτερες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συμμαχίες, αυτός ο εναλλακτικός τομέας μπορεί να αποκτήσει κεντρικό ρόλο στην εγχώρια παραγωγή. Η ανάγκη αυτή είναι επιτακτική, αν αναλογιστεί κανείς ότι η ελληνική οικονομία παρουσιάζει σοβαρή υστέρηση στον τομέα της αλληλέγγυας οικονομίας, τη στιγμή που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αυτή αντιπροσωπεύει το 25% με 30% της συνολικής παραγωγής.

Μειώνοντας τον Αριθμητή: Εξοικονόμηση, Βιοκλιματικός Σχεδιασμός και Κυκλική Οικονομία

Η δεύτερη μεγάλη πρόκληση αφορά τη μείωση του αριθμητή του ενεργειακού κλάσματος, δηλαδή τον περιορισμό της συνολικής ποσότητας ενέργειας που απαιτείται για τη διαβίωση και την παραγωγική διαδικασία. Στο πλαίσιο αυτό, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι ο εξηλεκτρισμός δεν αποτελεί τη μοναδική λύση για το κτιριακό απόθεμα της χώρας. Δεν υπάρχει λόγος να καταναλώνουμε πολύτιμη ηλεκτρική ενέργεια για τη λειτουργία ενεργοβόρων κλιματιστικών, όταν η ανάγκη για ψύξη και θέρμανση μπορεί να καλυφθεί μέσω:
• του βιοκλιματικού σχεδιασμού,
• της ενεργειακής αναβάθμισης και μόνωσης,
• της ηλιοθερμίας και της αβαθούς γεωθερμίας.
Ένας τέτοιος ριζικός εξορθολογισμός θα ανακουφίσει τα νοικοκυριά και θα θωρακίσει τη βιομηχανία, με άμεσο θετικό αντίκτυπο στον κλάδο της επεξεργασίας τροφίμων, ο οποίος αποτελεί το 40% των παραγωγικών μονάδων της χώρας.
Η στρατηγική αυτή πρέπει να περιλαμβάνει και την αναβίωση των συστημάτων τηλεθέρμανσης —όπως αυτά της Δυτικής Μακεδονίας, τα οποία απαξιώθηκαν— αλλά και την εισαγωγή υποχρεωτικών συνεργειών κυκλικής οικονομίας. Για παράδειγμα, κατά τη χωροθέτηση νέων ενεργοβόρων υποδομών, όπως τα data centers, θα πρέπει να επιβάλλεται θεσμικά στους επενδυτές να διοχετεύουν την πλεονάζουσα θερμότητα που παράγουν στα τοπικά δίκτυα τηλεθέρμανσης με δικά τους έξοδα, αντί να καταναλώνουν επιπλέον ρεύμα για την ψύξη των εγκαταστάσεών τους. Μια τέτοια παρέμβαση μπορεί να επιφέρει μείωση του ενεργειακού κόστους ψύξης έως και 60%.

Έξυπνα Δίκτυα, Αποθήκευση και Δυναμική της Τεχνολογίας

Ο εξορθολογισμός της κατανάλωσης συνδέεται άρρηκτα με τον εκσυγχρονισμό των δικτύων μεταφοράς. Η μετάβαση σε έξυπνα δίκτυα (smart grids) είναι αναγκαία για τη διαχείριση της στοχαστικότητας (της μεταβλητότητας, δηλαδή) των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, καθώς και για την ενσωμάτωση της νέας αποκεντρωμένης τοπολογίας, όπου χιλιάδες μικροί παραγωγοί ΑΠΕ είναι διάσπαρτοι σε όλη την επικράτεια.
Παράλληλα, το ζήτημα της αποθήκευσης ενέργειας δεν πρέπει να προσεγγίζεται με όρους τεχνολογικής στασιμότητας. Αν και οι σημερινές μπαταρίες λιθίου συνεπάγονται βαρύ περιβαλλοντικό αποτύπωμα, η τεχνολογική εξέλιξη τρέχει με ταχείς ρυθμούς, όπως αποδεικνύει η πρόσφατη εμπορική διάθεση ηλεκτρικών οχημάτων με μπαταρίες ιόντων νατρίου. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου οι αλυκές αποτελούν δημόσια περιουσία, τέτοιες εξελίξεις υπογραμμίζουν ότι η πρώτη ύλη για την ενέργεια του μέλλοντος μπορεί να βρίσκεται σε πόρους που σήμερα θεωρούμε δευτερεύοντες. Οι ΑΠΕ λύνουν το πρόβλημα της ενεργειακής εξάρτησης, αλλά αν δεν αναπτύξουμε εγχώρια τεχνογνωσία, θα παραμείνουμε τεχνολογικά εξαρτημένοι.

Η Στρατηγική της Διπλής Μετάβασης και το Μοντέλο των Μεταφορών

Η προσπάθεια για μια ενεργειακά αποδοτική οικονομία περνά μέσα από τη στρατηγική της διπλής μετάβασης, δηλαδή την ταυτόχρονη και συνδυαστική υλοποίηση της ενεργειακής και της ψηφιακής μετάβασης. Το μετασχηματιστικό δυναμικό αυτών των δύο τάσεων πρέπει να λειτουργήσει συμπληρωματικά, τόσο στην κατοικία και τη βιομηχανία, όσο και στον κρίσιμο τομέα των μεταφορών.
Τα μοντέλα προσομοίωσης για μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Αθήνα αποδεικνύουν ότι η απλή αντικατάσταση του υφιστάμενου στόλου με ηλεκτρικά οχήματα δεν επαρκεί για την επίτευξη των κλιματικών στόχων και τη μείωση της ρύπανσης. Η πραγματική βιωσιμότητα απαιτεί τη ριζική αναδιάρθρωση του μοντέλου μετακίνησης: τη σταδιακή απομάκρυνση από την κουλτούρα του ατομικού Ι.Χ. και τη μετάβαση σε ένα μοντέλο συνδυασμένων μεταφορών και διαμοιρασμού οχημάτων (car-sharing), με παράλληλη, βέβαια, καθολική ενίσχυση των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς.

Αποκέντρωση και Περιφερειακή Ανάπτυξη ως Ενεργειακή Στρατηγική

Η συζήτηση για τις αστικές μεταφορές δεν μπορεί να αποκοπεί από τη συνολική γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού. Πολιτικές εξαγγελίες που υπόσχονται, για παράδειγμα, δωρεάν μετακινήσεις αποκλειστικά στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, εντείνουν άθελά τους τον υδροκεφαλισμό της χώρας, λειτουργώντας ως πόλος έλξης προς τα ήδη κορεσμένα αστικά κέντρα.
Την ίδια στιγμή, οι κοινωνιολογικές έρευνες από το 2005 έως σήμερα αποκαλύπτουν μια σημαντική τάση: το ένα τρίτο έως και το ένα δεύτερο των κατοίκων της πρωτεύουσας —δηλαδή περίπου 1,2 με 1,8 εκατομμύρια άνθρωποι— εκφράζει την επιθυμία να αποχωρήσει από την Αθήνα.
Συνεπώς, μια ουσιαστική οικολογική μετάβαση οφείλει να ξεκινά από την περιφερειακή ανασυγκρότηση. Δημιουργώντας ποιοτικές θέσεις εργασίας στην επαρχία και συνδυάζοντάς τις με ολοκληρωμένες δημόσιες πολιτικές για τη στεγαστική πρόνοια, την υγεία και την εκπαίδευση, δίνεται ένα ισχυρό κίνητρο για αποκέντρωση. Η μεταφορά πληθυσμού και δραστηριοτήτων στην περιφέρεια μειώνει αυτόματα το ενεργειακό αποτύπωμα ολόκληρης της χώρας.
Η διαφορά στην ποιότητα ζωής και στις μετακινήσεις είναι χαοτική: ενώ στην Αθήνα η διάνυση μιας μικρής απόστασης ακόμη και εκτός ωρών αιχμής μπορεί να απαιτήσει μισή ώρα, στην περιφέρεια (όπως στον άξονα Βόλου – Λάρισας στη Θεσσαλία) ο χρόνος αυτός επαρκεί για τη μετακίνηση μεταξύ δύο διαφορετικών πόλεων. Η ανάπτυξη σύγχρονων δικτύων σταθερής τροχιάς θα αναδείξει ακόμη περισσότερο αυτά τα πλεονεκτήματα, όμως μια τέτοια πολιτική απαιτεί ορθό κεντρικό σχεδιασμό.

Η Ριζική Αναδιάρθρωση των Αστικών Μεταφορών και οι Επιπτώσεις της

Η επιτυχημένη αποθάρρυνση του ιδιωτικού αυτοκινήτου προϋποθέτει την ύπαρξη ενός αξιόπιστου, καθολικού δικτύου δημόσιων συγκοινωνιών. Δεν είναι νοητό να ζητάμε από τους πολίτες να περιορίσουν το Ι.Χ. όταν τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (ΜΜΜ) δεν λειτουργούν σε 24ωρη βάση ή παρουσιάζουν εικόνα συνωστισμού. Η βελτίωση των υπηρεσιών και η πιθανή θέσπιση δωρεάν κομίστρου θα αυξήσουν κατακόρυφα την επιβατική κίνηση, πράγμα που σημαίνει ότι απαιτούνται γενναίες, προκαταρκτικές επενδύσεις σε υποδομές και στόλο, ώστε το σύστημα να μην καταρρεύσει.
Παρά τις προκλήσεις, τα οφέλη από τον περιορισμό της χρήσης των Ι.Χ. στις πόλεις είναι πολυδιάστατα:
• Απελευθέρωση Δημόσιου Χώρου: Σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η απομάκρυνση των αυτοκινήτων απελευθερώνει τουλάχιστον το 50% των δημόσιων χώρων της πόλης —ποσοστό που στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη εκτιμάται ότι είναι ακόμη μεγαλύτερο.
• Βελτίωση Εμπορικού Ισοζυγίου: Μειώνονται δραστικά οι εισαγωγές οχημάτων, ανταλλακτικών και, κυρίως, ορυκτών καυσίμων.
• Μείωση Θερμικής Ρύπανσης: Ο περιορισμός των ρύπων και της θερμότητας των κινητήρων βελτιώνει το μικροκλίμα και την ενεργειακή αποδοτικότητα του αστικού ιστού.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Παρίσι, όπου η πολιτική αποθάρρυνσης των αυτοκινήτων άφησε κενά πολλά υπόγεια πάρκινγκ, τα οποία ανακαινίστηκαν και αξιοποιήθηκαν για εναλλακτικές αστικές χρήσεις, όπως η εσωτερική καλλιέργεια μανιταριών, συνδυάζοντας την αστική γεωργία με την εστίαση.

Το Δημοσιονομικό Ζήτημα και η Αναδιανεμητική Φορολογία

Η υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου συνεπάγεται υψηλό οικονομικό κόστος. Πέρα από τις αρχικές κεφαλαιουχικές επενδύσεις, μια 24ωρη λειτουργία των ΜΜΜ με πυκνά δρομολόγια αυξάνει κατακόρυφα τις λειτουργικές δαπάνες, οι οποίες πρέπει να καλυφθούν πλήρως ώστε να μην απαξιωθεί το μέτρο στην πράξη.
Παράλληλα, η μετάβαση αυτή δημιουργεί ένα σοβαρό δημοσιονομικό κενό. Το ελληνικό κράτος στηρίζει παραδοσιακά ένα τεράστιο μέρος των εσόδων του στην έμμεση φορολογία των καυσίμων και των οχημάτων (μαζί με τα ποτά και τα τσιγάρα). Η απώλεια αυτών των εσόδων δεν μπορεί προφανώς να αναπληρωθεί με πρόχειρες λύσεις.
Η μόνη βιώσιμη διέξοδος είναι η δομική μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος: η σταδιακή κατάργηση των άδικων έμμεσων φόρων κατανάλωσης και η αντικατάστασή τους από μια προοδευτική, δίκαιη και υποχρεωτική φορολόγηση του συσσωρευμένου πλούτου και των υψηλών εισοδημάτων.

Η Γεωπολιτική των Τιμών και ο Μύθος της Ενεργειακής Αυτάρκειας

Το ζήτημα των τιμών της ενέργειας δεν αποτελεί απλώς τεχνικό ζήτημα λειτουργικής αποτελεσματικότητας, αλλά μια βαθιά πολιτική και γεωπολιτική παράμετρο. Η στρατηγική επιλογή της πρόσδεσης της χώρας στα δίκτυα των ορυκτών καυσίμων, και ειδικότερα του φυσικού αερίου, δημιουργεί μια μόνιμη σχέση εξάρτησης. Η εξάρτηση αυτή δεν αφορά μόνο την προμήθεια της πρώτης ύλης, αλλά κυρίως τον μηχανισμό τιμολόγησής της.
Στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αποτελούν διεθνή εμπορεύματα (commodities) που διαπραγματεύονται και τιμολογούνται στα διεθνή χρηματιστήρια ενέργειας. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν μια χώρα διαθέτει εγχώρια παραγωγή ή επιτύχει ενεργειακή αυτάρκεια, είναι αναγκασμένη να πληρώσει τις διεθνείς χρηματιστηριακές τιμές.
Το φαινόμενο αυτό αποτυπώνεται καθαρά στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών: παρότι πρόκειται για μια χώρα απολύτως αυτάρκη σε πετρέλαιο και βενζίνη, οι Αμερικανοί καταναλωτές είδαν το κόστος των καυσίμων στα πρατήρια να τριπλασιάζεται μετά την έκρηξη του πολέμου. Η εγχώρια επάρκεια σε πηγές δεν τους προσέφερε καμία προστασία από το παγκόσμιο πληθωριστικό κύμα. Το ίδιο ισχύει και για τα όποια εγχώρια κοιτάσματα· η ύπαρξή τους δεν εγγυάται χαμηλές τιμές για την εγχώρια οικονομία, από τη στιγμή που τα προϊόντα αυτά εντάσσονται στις διεθνείς αγορές και τα αντίστοιχα χρηματιστήρια.

Το Κατακερματισμένο Εισπρακτικό Πλαίσιο και η Απορρύθμιση της Αγοράς

Εκτός από το διεθνές περιβάλλον, οι τιμές επιβαρύνονται σημαντικά και από το εγχώριο θεσμικό και εισπρακτικό πλαίσιο. Μια προσεκτική ανάγνωση ενός τυπικού λογαριασμού ρεύματος αποκαλύπτει ότι ο καταναλωτής δεν πληρώνει μόνο για την ενέργεια που χρησιμοποιεί. Ο λογαριασμός είναι στην πραγματικότητα ένα άθροισμα τουλάχιστον πέντε διαφορετικών χρεώσεων:
• το κόστος της καθαρής ενέργειας,
• τα τέλη μεταφοράς (υψηλή τάση),
• τα τέλη διανομής (μέση και χαμηλή τάση),
• τα δημοτικά τέλη,
• το ανταποδοτικό τέλος της ΕΡΤ.
Αυτός ο πολυδιασπασμένος μηχανισμός αντανακλά έναν βαθύτερο κατακερματισμό της αγοράς, όπου διαφορετικοί φορείς διαχειρίζονται κάθε στάδιο της διαδικασίας. Η εμπορία της ενέργειας έχει περάσει στα χέρια λίγων ισχυρών παικτών, οι οποίοι λειτουργούν χωρίς κεντρικό συντονισμό ή συνέργειες, επιδιώκοντας ο καθένας το δικό του βραχυπρόθεσμο κέρδος. Στο πλαίσιο αυτό, ο ένας φορέας επενδύει ενώ ο άλλος απέχει, και οι τιμολογήσεις αλλάζουν απρόβλεπτα από στιγμή σε στιγμή.
Υπό το πρόσχημα της απελευθέρωσης της αγοράς και της απορρύθμισης, το λεγόμενο «επιτελικό κράτος» έχει επιτρέψει τη δημιουργία μιας σειράς ιδιωτικών ολιγοπωλίων που λειτουργούν ανεξέλεγκτα, επιβαρύνοντας τελικά τον τελικό καταναλωτή.

Η Απουσία Αστικού Σχεδιασμού και η Ανάγκη για Κοινά Δημόσια Δίκτυα

Αυτή η έλλειψη συντονισμού γίνεται ορατή και στις υποδομές των πόλεών μας, όπου χάνεται μια τεράστια ευκαιρία για την αξιοποίηση τεχνολογικών συνεργειών. Πρόσφατα παραδείγματα, όπως οι συζητήσεις της ΔΕΗ με εταιρείες τηλεπικοινωνιών (π.χ. Vodafone) για τη χρήση των ηλεκτρικών δικτύων ως υποδομή για δίκτυα οπτικών ινών, δείχνουν ότι οι ενεργειακοί κολοσσοί μετατρέπονται πλέον και σε παρόχους τηλεπικοινωνιών.
Ωστόσο, η ιδιωτική αυτή πρωτοβουλία εξελίσσεται χωρίς κανέναν σχεδιασμό από την πλευρά της τοπικής αυτοδιοίκησης. Στους δρόμους των πόλεων παρατηρείται το φαινόμενο να σκάβει διαδοχικά η ΔΕΗ για οπτικές ίνες, μια ιδιωτική εταιρεία τηλεπικοινωνιών λίγο παρακάτω, και ένας πάροχος φυσικού αερίου (όπως η Zenith) στον επόμενο δρόμο. Οι εταιρείες αυτές εκμεταλλεύονται τον δημόσιο χώρο χωρίς να καταβάλλουν τα ανάλογα αντισταθμιστικά οφέλη στους Δήμους, ενώ οι τοπικές κοινωνίες υφίστανται την ταλαιπωρία χωρίς να έχουν λόγο στον σχεδιασμό.
Η λύση απέναντι σε αυτό το χάος είναι η δημιουργία κοινών υποδομών και δικτύων υπό δημόσιο έλεγχο και με την ενεργή συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) αποτελούν το ιδανικό παράδειγμα φορέα που διαθέτει δίκτυα που φτάνουν ήδη σε κάθε σπίτι. Αν οι υποδομές αυτές σχεδιάζονταν κεντρικά ως ενιαία δημόσια δίκτυα (νερού, ενέργειας και τηλεπικοινωνιών), το κόστος κατασκευής και συντήρησης θα μειωνόταν δραστικά. Αυτή η εξοικονόμηση κλίμακας θα μετακυλιόταν απευθείας στους πολίτες, εξασφαλίζοντας χαμηλότερες και πιο δίκαιες τιμές.
Σκεφτείτε ότι σε αυτή τη διαδικασία, αυτό που έχει μείνει απέξω είναι η τοπική κοινότητα. Μίλησε ο Γιάννης για τις ενεργειακές κοινότητες. Δεν είναι μόνο ότι συμμετέχουμε στην παραγωγή, έχουμε ουσιαστικά μηδενικό οριακό κόστος —δηλαδή έχουμε πληρώσει μόνο το φωτοβολταϊκό ή την ανεμογεννήτριά μας. Το να μην έχεις ενεργειακές κοινότητες σημαίνει ότι έχεις εκχωρήσει σε κάποιον άλλον, έχεις αναθέσει [σε τρίτους] να σου λύσουν το πρόβλημα της ενέργειας. Άρα αδιαφορείς πού θα είναι η ανεμογεννήτρια, πού θα είναι το φωτοβολταϊκό, πού θα είναι ο σταθμός φυσικού αερίου, αρκεί να μην είναι στην αυλή σου.
Η πολιτική οικολογία το λέει «σύνδρομο NIMBY» (Not In My Back Yard) —«όχι στην αυλή μου» αυτό. Αν συμβαίνει αυτό, τότε [τα έργα] θα καταλήξουν στα κορφοβούνια, θα καταλήξουν στις υπεράκτιες περιοχές και θα καταλήξουν, φυσικά, σε μονοπώλια του μεγάλου κεφαλαίου. Το να δημιουργήσουμε μια πολιτική όπου ο καθένας αναλαμβάνει την ευθύνη της παραγωγής και της χωροθέτησης, δημιουργεί μια άλλη λογική για την αλληλένδετη σχέση μας· για το πώς καταλαβαίνουμε ότι το τοπικό επηρεάζει το εθνικό και, τελικά, το παγκόσμιο, που είναι αυτό που έθιξε ο Γιάννης στην αρχή. Σε αυτή τη διαδικασία, προφανώς, θα μπορούμε να σκεφτούμε μετά και το πώς οι επιπτώσεις και οι πολιτικές των άλλων μάς αφορούν.
Μένουν και δύο τελευταία πράγματα. Το πρώτο είναι ότι όλη αυτή η διαδικασία —του να μπορέσουμε να γίνουμε πιο αποτελεσματικοί, του να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε συνθήκες ανάπτυξης, του να έχουμε πιο φθηνή ενέργεια— τελικά θα μας ωθήσει στο να παράγουμε κι άλλο, άρα να καταναλώνουμε κι άλλη ενέργεια. Θα έχουμε ένα rebound effect (φαινόμενο αναπήδησης), όπως το λένε, ειδικά στην ηλεκτρική ενέργεια, όταν ξαφνικά θα πάμε από τον κινητήρα εσωτερικής καύσης —από τον οποίο πρέπει να φύγουμε— στον ηλεκτροκίνητο. Εδώ δεν μπορούμε να είμαστε στατικοί και να κοιτάμε μόνο το σήμερα.
Προφανώς χρειαζόμαστε και τεχνολογίες οι οποίες θα έρθουν από το μέλλον και πρέπει να τις καλλιεργούμε από τώρα. Γιατί με τις ΑΠΕ λύνουμε το πρόβλημα της ενεργειακής εξάρτησης, δεν λύνουμε όμως το πρόβλημα της τεχνολογικής εξάρτησης. Έχω ταξιδέψει σε μερικά εργαστήρια, σε μερικά ινστιτούτα σε όλη την Ελλάδα λόγω της δουλειάς μου…
Ορίστε και το τελευταίο μέρος της απομαγνητοφώνησης, πλήρως διορθωμένο, με ορθές επιστημονικές/οικονομικές αναφορές και συνεχή ροή χωρίς χρονικούς δείκτες:
Έχω δει projects τα οποία κοιτάζουν άμεσα το μέλλον. Αλλά αυτά, στο σύστημα καινοτομίας που έχουμε σήμερα, δεν λειτουργούν. Οι Ιάπωνες ετοιμάζονται να βάλουν φωτοβολταϊκά —αυτά που λέμε ευρέος φάσματος, δηλαδή να απορροφούμε πολύ περισσότερο από το ηλιακό φάσμα— με περοβσκίτες. Αυτό σημαίνει ότι θα μπορώ να παράγω από το ίδιο φωτοβολταϊκό διπλάσια ενέργεια.
Αλλά αυτά είναι τοξικά. Αυτά που βλέπω στα ελληνικά εργαστήρια είναι και πιο οικολογικά. Αυτό σημαίνει ότι για να έχεις σήμερα την προοπτική για μια πολιτική μείωσης [κατανάλωσης] ενέργειας, και στο μέλλον μείωση του κόστους της ενέργειας, θα πρέπει να επενδύσεις ταυτόχρονα και στην Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D). Ώστε να μπορείς να πεις ότι όχι μόνο σε πέντε χρόνια θα μειώσω [το κόστος] μέσα από τα δίκτυα και μέσα από τις ενεργειακές κοινότητες, αλλά και σε δέκα και είκοσι χρόνια θα εξακολουθήσω να έχω φθηνή και αποτελεσματική ενέργεια.
Τι σας λέω με όλα αυτά; Ότι στην πραγματικότητα, για να τα πετύχεις όλα αυτά, θα πρέπει να έχεις ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο επενδύσεων· άρα το κράτος δημιουργεί αγορές. Αυτό που λέει η Ματσουκάτο «η οικονομία των αποστολών», το Mission Economy· που λέει ότι θα δημιουργήσω την αποστολή για τη δημόσια υγεία, για τη διατροφή και τα λοιπά. Στην περίπτωση της ενέργειας, το να έχω μια αποστολή —μια δημόσια πολιτική δηλαδή η οποία θα παρέχει καθαρή και φθηνή ενέργεια— σημαίνει ότι θα δημιουργήσω τον χώρο και για επενδύσεις, και για να κατευθύνω και να δημιουργήσω αγορές μέσω των δημόσιων προμηθειών, στο πώς θα ρυθμίσω την ενέργεια. Άρα [δίνω] και την κατεύθυνση για την εξέλιξη της τεχνολογίας, όχι με όρους αγοράς, αλλά με όρους πολιτικούς και κοινωνικούς.

Ενεργειακή Δημοκρατία και το Σύνδρομο NIMBY

Η μεγαλύτερη παράλειψη του σημερινού ενεργειακού σχεδιασμού είναι ο αποκλεισμός της ίδιας της τοπικής κοινότητας. Η απάντηση σε αυτό το έλλειμμα βρίσκεται στις ενεργειακές κοινότητες, οι οποίες επιτρέπουν στους πολίτες να συμμετέχουν ενεργά στην παραγωγή. Το βασικό πλεονέκτημα αυτού του μοντέλου είναι το σχεδόν μηδενικό οριακό κόστος (marginal cost)· από τη στιγμή που αποσβένεται η αρχική επένδυση για την αγορά και εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών ή των ανεμογεννητριών, η παραγόμενη ενέργεια είναι ουσιαστικά δωρεάν.
Η απουσία ενεργειακών κοινοτήτων σημαίνει ότι οι πολίτες εκχωρούν το δικαίωμα διαχείρισης σε τρίτους, αναθέτοντας τη λύση του προβλήματος σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Αυτή η αποστασιοποίηση τροφοδοτεί το λεγόμενο «σύνδρομο NIMBY» (Not In My Back Yard / Όχι στην αυλή μου): οι τοπικές κοινωνίες αδιαφορούν για τις ευρύτερες ανάγκες και αντιδρούν στη χωροθέτηση οποιασδήποτε υποδομής κοντά τους.
Όταν όμως επικρατεί αυτή η λογική, τα μεγάλα έργα μοιραία μετατοπίζονται στα κορφοβούνια ή σε υπεράκτιες περιοχές και περνούν στον απόλυτο έλεγχο των μονοπωλίων του μεγάλου κεφαλαίου. Μια πολιτική που μεταφέρει την ευθύνη της παραγωγής και της χωροθέτησης στους ίδιους τους πολίτες διαμορφώνει μια εντελώς διαφορετική κοινωνική συνείδηση. Βοηθά την κοινότητα να κατανοήσει την αλληλένδετη σχέση της με το σύνολο και το πώς η τοπική δράση επηρεάζει την εθνική και, τελικά, την παγκόσμια κλίμακα.

Το Φαινόμενο της Αναπήδησης (Rebound Effect) και η Τεχνολογική Εξάρτηση

Κοιτάζοντας προς το μέλλον, οφείλουμε να αποφύγουμε τη στατική ανάλυση των δεδομένων. Η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας και η μείωση του κόστους κρύβουν μια γνωστή οικονομική παγίδα: το φαινόμενο της αναπήδησης (rebound effect). Όταν η ενέργεια γίνεται φθηνότερη ή πιο αποδοτική, η κοινωνία τείνει να αυξάνει την παραγωγή και, κατά συνέπεια, να καταναλώνει ακόμη περισσότερο. Αυτή η πρόκληση θα γίνει ιδιαίτερα αισθητή κατά τη μαζική μετάβαση από τους κινητήρες εσωτερικής καύσης στην ηλεκτροκίνηση, γεγονός που θα εκτοξεύσει τη ζήτηση για ηλεκτρικό ρεύμα.
Για να αντιμετωπιστεί αυτή η πίεση, χρειαζόμαστε τεχνολογίες αιχμής, τις οποίες πρέπει να αναπτύξουμε από σήμερα. Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) λύνουν το πρόβλημα της εξάρτησης από τις εισαγωγές καυσίμων, αλλά δεν μας απαλλάσσουν από την τεχνολογική εξάρτηση, αν όλος ο εξοπλισμός εισάγεται.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η έρευνα κινείται πλέον προς φωτοβολταϊκά ευρέος φάσματος με χρήση περοβσκιτών, υλικών που υπόσχονται διπλασιασμό της ενεργειακής απόδοσης, αν και η τρέχουσα εκδοχή τους παρουσιάζει προβλήματα τοξικότητας. Αντίθετα, η εικόνα από τα ελληνικά πανεπιστημιακά εργαστήρια και ινστιτούτα δείχνει ότι αναπτύσσονται εγχώρια ερευνητικά προγράμματα με σαφώς πιο οικολογικό προσανατολισμό.
Αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη για άμεσες και γενναίες επενδύσεις στην Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D). Μια μακροπρόθεσμη πολιτική χαμηλού ενεργειακού κόστους δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στη σημερινή διαχείριση των δικτύων· πρέπει να εξασφαλίζει ότι η χώρα θα παράγει τη δική της τεχνογνωσία σε βάθος δεκαετιών.

Η «Οικονομία των Αποστολών» και ο Ρόλος του Κράτους

Η επίτευξη όλων αυτών των στρατηγικών στόχων προϋποθέτει ένα σταθερό, μακροπρόθεσμο σχέδιο δημόσιων επενδύσεων. Το κράτος δεν πρέπει απλώς να παρακολουθεί την αγορά, αλλά να τη διαμορφώνει. Πρόκειται για το μοντέλο που η διακεκριμένη οικονομολόγος Μαριάνα Ματσουκάτο ορίζει ως «Οικονομία των Αποστολών» (Mission Economy).
Όπως το κράτος θέτει κεντρικές, εθνικές «αποστολές» για τη δημόσια υγεία ή τη διατροφική επάρκεια, έτσι και στον τομέα της ενέργειας οφείλει να χαράξει μια ξεκάθαρη δημόσια πολιτική με στόχο την παροχή καθαρής και φθηνής ενέργειας. Αυτή η προσέγγιση επιτυγχάνεται όταν το δημόσιο:
• Δημιουργεί τον απαραίτητο χώρο για στρατηγικές επενδύσεις,
• Κατευθύνει την αγορά μέσω των δημόσιων προμηθειών,
• Θεσπίζει ένα αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο που προστατεύει το κοινωνικό σύνολο.
Με αυτόν τον τρόπο, η εξέλιξη της τεχνολογίας και η διαχείριση των φυσικών πόρων παύουν να καθορίζονται με αποκλειστικούς όρους ελεύθερης αγοράς και κερδοσκοπίας, και υποτάσσονται σε σαφή πολιτικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια.