Macro

Ιωσήφ Σινιγάλιας: Γεω-στρατηγικοί ανταγωνισμοί στην Αν. Μεσόγειο

Ξεκινώντας με μια προσέγγιση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «τραμπική» ως προς την αμεσότητά της, αξίζει να σημειωθεί μια εκ πρώτης όψεως ευχάριστη είδηση: από σήμερα το πρωί η τιμή του βαρελιού Brent έχει υποχωρήσει κάτω από τα 80 δολάρια, γεγονός που θεωρητικά αποτελεί σημαντική κατάκτηση. Ωστόσο, περνώντας σε μια βαθύτερη και λιγότερο επιφανειακή ανάλυση, η πραγματικότητα δείχνει ότι αυτή η οικονομική συγκυρία απέφερε κέρδη ύψους 28 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε ορισμένους επιτήδειους, αποτυπώνοντας τη γενικότερη κατάσταση της αγοράς.

Εξετάζοντας τα δεδομένα πιο ειδικά και ανατρέχοντας στους αριθμούς, η τιμή του Brent, που πλέον βρίσκεται στα 80 δολάρια, είχε φτάσει στο παρελθόν τα 112 δολάρια. Μάλιστα, υπήρχαν προβλέψεις ότι η τιμή του θα μπορούσε να αγγίξει ακόμα και τα 150 δολάρια, παραλείποντας όμως να αναφερθεί ότι η αφετηρία της βρισκόταν στα 40, 45 και 53 δολάρια. Χρειάστηκαν μόλις τρεις με τέσσερις μήνες για να γίνει αντιληπτή αυτή η πορεία, μέσα σε ένα περιβάλλον πολλαπλών πολεμικών συγκρούσεων. Συνδέοντας τον τρέχοντα πόλεμο με τις υπόλοιπες εξελίξεις, γίνεται σαφές ότι η ενέργεια έχει πάψει πλέον να αποτελεί εργαλείο κοινωνικής πολιτικής και έχει μετατραπεί σε ένα καθαρά ιμπεριαλιστικό μέσο για την επιβολή πολιτικών όρων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Όσον αφορά τα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως, τα γνωστά τουλάχιστον δεδομένα δείχνουν ότι επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες του πλανήτη για περίπου 45 χρόνια. Η προοπτική της σταδιακής εξάντλησής τους μέχρι τις μηδενικές σταγόνες καθιστά σαφές ότι, αν δεν ληφθούν μέτρα, επίκειται μια αναπόφευκτη ανατροπή του υφιστάμενου παραγωγικού μοντέλου που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα, προκειμένου αυτό να αντικατασταθεί από έναν νέο τρόπο παραγωγής, με κύριο άξονα τον εξηλεκτρισμό.

Σε διεθνές επίπεδο, ο πλανήτης καταναλώνει σήμερα περίπου 100 με 102 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, με το κάθε βαρέλι να παράγει 1.700 κιλοβατώρες ενέργειας, κυρίως μέσω της μετατροπής του σε άλλες μορφές. Την ίδια στιγμή, η μέση κατά κεφαλήν κατανάλωση ενέργειας παγκοσμίως ανέρχεται σε 21.000 κιλοβατώρες συνολικά, εκ των οποίων μόνο οι 3.500 αφορούν το ηλεκτρικό ρεύμα. Τα μεγέθη αυτά, σε συνδυασμό με τον ορίζοντα των 40-45 ετών, αναδεικνύουν το μέγεθος των ριζικών και δομικών αλλαγών που πρέπει να πραγματοποιηθούν στην παραγωγή και την κοινωνική κατανάλωση για το πέρασμα στο νέο ενεργειακό μοντέλο. Ιστορικά, τέτοιες μεταβάσεις τείνουν να πραγματοποιούνται με πολεμικό τρόπο, μια διαδικασία που φαίνεται να έχει ήδη ξεκινήσει.

Όλες οι εξελίξεις των τελευταίων ετών, καθώς και οι σημερινές συγκρούσεις, οφείλονται στο γεγονός ότι τα ορυκτά καύσιμα —δηλαδή ο λιγνίτης, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο— αποτελούν την πρωταρχική ενεργειακή ύλη, καλύπτοντας αυτή τη στιγμή πάνω από το 80% της παγκόσμιας κατανάλωσης. Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό είναι ελαφρώς χαμηλότερο, χωρίς ωστόσο να διαφοροποιεί ριζικά την κατάσταση. Στον αντίποδα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) δεν ξεπερνούν παγκοσμίως το 5%, η πυρηνική ενέργεια κυμαίνεται γύρω στο 4% και τα υδροηλεκτρικά έργα καταλαμβάνουν περίπου το 3%. Αυτή είναι η αριθμητική πραγματικότητα σήμερα, η οποία δεν έχει παρουσιάσει σημαντικές μεταβολές τα τελευταία χρόνια, ούτε προβλέπεται να αλλάξει δραστικά στο άμεσο μέλλον.

Αυτό που ήδη προβλέπεται και πραγματοποιείται είναι η μετατροπή του ρόλου του πετρελαίου και του φυσικού αερίου σε ένα πεδίο πολεμικής αντιπαράθεσης. Πρόκειται ουσιαστικά για μια επιβολή ισχύος από τις κυρίαρχες δυνάμεις, με προεξέχουσα τη γνωστή δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, οι οποίες τους τελευταίους μήνες φρόντισαν να επιβεβαιώσουν αυτή την τάση. Η παρέμβασή τους εκδηλώνεται είτε σε περιοχές με τεράστια εν δυνάμει αποθέματα, όπως η Βενεζουέλα που διαθέτει το μεγαλύτερο απόθεμα παγκοσμίως, είτε σε γεωγραφικά σημεία όπου το πετρέλαιο εξορύσσεται και διακινείται, με ιδιαίτερη έμφαση στα θαλάσσια στενά. Η ιστορία της διακίνησης και της παραγωγής του πετρελαίου αποτελεί τον κεντρικό ιμπεριαλιστικό στόχο διαχείρισης, και εκεί ακριβώς παίζεται το σύγχρονο γεωπολιτικό παιχνίδι.

Στην περίπτωση της Ευρώπης, οι εξελίξεις δεν αφορούν αποκλειστικά το πετρέλαιο ως υλικό. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, ο οποίος για αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν τερματίζεται εύκολα, εμπεριέχει τη διάσταση του ελέγχου της ενεργειακής πρώτης ύλης. Στόχος είναι η απομόνωση της Ρωσίας, ώστε να αποκλειστεί από τη θέση ενός εύκολου και οικονομικού προμηθευτή ενέργειας, και η υποκατάστασή της από το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), το οποίο όμως κοστίζει τουλάχιστον τέσσερις φορές περισσότερο. Αυτή η περιγραφή συνθέτει ένα παγκόσμιο σενάριο όπου η ενέργεια αποκτά ολοένα και πιο έντονα τον χαρακτήρα ενός ιμπεριαλιστικού εργαλείου για την επιβολή πολιτικών και κυριαρχικών όρων. Το στοιχείο αυτό είναι κομβικής σημασίας, καθώς ερμηνεύει το πότε ξεσπούν οι πόλεμοι, πότε αποφεύγονται και πότε οι ήδη υπάρχουσες συγκρούσεις είναι καταδικασμένες να συνεχιστούν.

Η συνέχεια αυτή αποτυπώνεται και στην ευρύτερη περιοχή γύρω από το Ιράν, όπου η σύγκρουση, πέρα από τις δημοσιογραφικές καταγραφές και τα σχόλια για την αντίσταση των λαών, άνοιξε ξανά για να επιστρέψει στο αρχικό της διακύβευμα: τον έλεγχο της διέλευσης του πετρελαίου από τα Στενά του Ορμούζ. Στην πράξη, η επιδιωκόμενη στρατηγική βασίζεται σε μια συγκροτημένη δομή που στοχεύει ταυτόχρονα στον έλεγχο τόσο των παραγωγικών πηγών όσο και των οδών διακίνησής τους.

Στο πλαίσιο αυτό, η λεκάνη της Μεσογείου με τις δύο μεγάλες της εισόδους στα νοτιοανατολικά και στα δυτικά, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ήδη διαφαίνονται συμμαχίες ενεργειακού ελέγχου που μετατρέπονται σε πολιτική κυριαρχία, με την ανάπτυξη δύο διακριτών αξόνων. Ο ένας άξονας περιλαμβάνει τη συμμετοχή της Ελλάδας μαζί με την Κύπρο και το Ισραήλ. Στην ανατολική πλευρά της Μεσογείου έχουν εντοπιστεί εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα φυσικού αερίου, κυρίως γύρω από την Κύπρο, την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Παρόλο που η Ελλάδα δεν διαθέτει δικά της κοιτάσματα —και προσωπικά εκτιμώ ότι δεν θα βρεθεί κάτι, ούτε θα υπάρξει ο απαραίτητος χρόνος— ο άξονας αυτός αντιμετωπίζει τη χώρα μας ως στρατηγικό εταίρο σε αυτή την ανάπτυξη. Ωστόσο, το περιεχόμενο αυτού του στρατηγικού ρόλου δεν έχει διευκρινιστεί ποτέ με πλήρη σαφήνεια και διαφάνεια. Ο συγκεκριμένος άξονας εστιάζει κυρίως στην Κύπρο, η οποία λόγω εγγύτητας δέχεται την ισραηλινή επιρροή και προσφέρει σημαντικές γεωστρατηγικές υπηρεσίες στο Ισραήλ, ενώ η δυναμική αυτή εκτείνεται μέσω της Ελλάδας με κατεύθυνση προς τα βόρεια.

Στον αντίποδα του πρώτου άξονα βρίσκεται η Τουρκία, η οποία μέσω της πολιτικής που ασκεί και διακηρύσσει εκφράζει μια νέα ιμπεριαλιστική διάσταση με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Η κατεύθυνση αυτή προκαλεί πολυεπίπεδα προβλήματα, καθώς περιλαμβάνει τη διαμόρφωση και επεξεργασία συνεργασιών με τη Λιβύη. Αν και οι διαδικασίες αυτές δεν έχουν ολοκληρωθεί, δεδομένου ότι η Λιβύη αποτελεί ουσιαστικά ένα διαλυμένο κράτος, η Τουρκία επιχειρεί να συμβάλει στη συγκρότησή της, κινούμενη παράλληλα με τη Γαλλία και την Ιταλία. Συνολικά στην Ανατολική Μεσόγειο αναπτύσσονται δύο τόξα στρατηγικών συνεργασιών τα οποία, με βάση τις ενεργειακές τους αντιλήψεις και δυνατότητες, θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στα επόμενα χρόνια, είτε μέσω της παραγωγής είτε μέσω της διακίνησης των πόρων, γεγονός που αποκτά ξεχωριστή σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι η Ελλάδα δεν είναι παραγωγός χώρα.

Πέρα όμως από τα στενά όρια της Μεσογείου, η εξέλιξη της διαχείρισης του ενεργειακού τομέα και κυρίως του πετρελαίου, το οποίο διατηρεί αμείωτο το ειδικό του βάρος, πρόκειται να διαμορφώσει νέες παγκόσμιες ισορροπίες. Καθώς πρόκειται για έναν πόρο σε συνεχή απομείωση, η μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο ενδέχεται να προκαλέσει ακραίες εντάσεις. Το ρίσκο αυτό εντείνεται από το γεγονός ότι οι διεθνείς θεσμοί, που θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν ελεγχόμενα αυτή τη διαδικασία, έχουν πλέον ακυρωθεί ή απουσιάζουν, δημιουργώντας εκρηκτικές συνθήκες. Για την ώρα, η αποφυγή μιας γενικευμένης αιματοχυσίας στην περιοχή του Ιράν προκαλεί μια πρόσκαιρη ανακούφιση, ωστόσο δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι η κρίση έχει λήξει οριστικά. Είναι εξαιρετικά πιθανό αυτοί οι πόλεμοι, που χαρακτηρίζονται από κύκλους έναρξης, παύσης και επανέναρξης, να επαναληφθούν στο ίδιο ή σε διαφορετικό γεωγραφικό σημείο.

Αυτό το σύνθετο πρόβλημα έχει συγκεκριμένη προέλευση και αιτία, η οποία εντοπίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Η χώρα αυτή αποτελεί την πιο χρεωμένη οικονομία του κόσμου, με το δημόσιο χρέος της να κυμαίνεται μεταξύ 34 και 36 τρισεκατομμυρίων δολαρίων και το ιδιωτικό μεταξύ 27 και 30 τρισεκατομμυρίων. Η εξυπηρέτηση αυτών των μεγεθών βασίζεται σε έναν απλό μηχανισμό, ο οποίος στηρίζεται στην αγορά αμερικανικών ομολόγων από τις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη, μια πρακτική πώλησης χρέους που ακολουθεί και η δική μας χώρα, επωμιζόμενη το αντίστοιχο κόστος.

Για την αμερικανική πλευρά, το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους ανέρχεται περίπου σε 1 έως 1,3 τρισεκατομμύρια δολάρια. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι ζωτικής σημασίας για την Ουάσιγκτον να διαμορφώνει το κατάλληλο περιβάλλον που θα αναγκάζει ή θα διευκολύνει τους ξένους εταίρους να αγοράζουν το χρέος της. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω εκβιαστικών όρων, στρατιωτικής ή διπλωματικής φύσης, με επίκεντρο τον τομέα της ενέργειας, ο οποίος είναι απαραίτητος για κάθε κράτος. Η υποχρεωτική αγορά πετρελαίου με τη χρήση δολαρίων λειτουργεί ως σανίδα σωτηρίας για την αμερικανική οικονομία, συντηρώντας έναν παρασιτικό μηχανισμό. Ωστόσο, το σύστημα αυτό διατρέχει άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης, καθώς κανένα κράτος δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να διογκώνει το χρέος του με τέτοιους ρυθμούς. Αν αναλογιστεί κανείς ότι το συνολικό παγκόσμιο χρέος αγγίζει τα 130 τρισεκατομμύρια δολάρια, γίνεται αντιληπτό το μέγεθος της ανισορροπίας, αφού οι Ηνωμένες Πολιτείες από μόνες τους καταλαμβάνουν τα 34 με 35 τρισεκατομμύρια, αφήνοντας το υπόλοιπο ποσό να μοιράζεται σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο.

Η αμερικανική πολιτική συνδέει άμεσα και αναπόσπαστα τη σχέση ανάμεσα στο δολάριο και το πετρέλαιο, με πρωταρχικό σκοπό να διασφαλίσει τη συνεχή αγορά των ομολόγων της. Με τον τρόπο αυτό τροφοδοτείται το εθνικό της έλλειμμα, το οποίο είναι αδύνατο να καλυφθεί με συμβατικά μέσα, καθιστώντας αναγκαία τη δημιουργία διεθνών συνθηκών που παρουσιάζουν τα αμερικανικά ομόλογα ως μια απόλυτα ασφαλή επενδυτική επιλογή. Παρά ταύτα, ορισμένα κράτη, με κύριο εκφραστή την Κίνα αλλά και άλλες αναδυόμενες δυνάμεις, έχουν αρχίσει να αντιδρούν σε αυτό το καθεστώς, επιδιώκοντας οι διεθνείς εμπορικές συναλλαγές να πραγματοποιούνται με εναλλακτικά νομίσματα, όπως το κινεζικό γουάν.

Αυτή η τάση αποδολαριοποίησης έχει ήδη επιφέρει μια ορατή πτώση στη συμμετοχή του δολαρίου στις παγκόσμιες αγορές, χωρίς ωστόσο η διαδικασία αυτή να έχει ολοκληρωθεί. Πρόκειται για μια εξαιρετικά επίπονη και μακροχρόνια ιστορική εξέλιξη, η οποία ξεπερνά τα όρια της εκάστοτε αμερικανικής ηγεσίας, έρχεται από το παρελθόν και αναμένεται να έχει μεγάλη διάρκεια. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το γεωπολιτικό σενάριο που θέλει την ενέργεια στενά συνδεδεμένη με τα βαθύτερα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα —αποτελώντας την ιμπεριαλιστική προϋπόθεση για διεθνείς παρεμβάσεις— παραμένει απολύτως ανοιχτό και ενεργό.

Από τη δική μας πλευρά, αν και μπορεί αρχικά να θεωρηθεί ότι αυτές οι παγκόσμιες αναταράξεις δεν μας επηρεάζουν άμεσα, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η γεωπολιτική θέση της Ελλάδας μάς εμπλέκει αναγκαστικά σε αυτούς τους άξονες και τις συμμαχίες που διαμορφώνονται σταδιακά υπό το πρόσχημα των λεγόμενων «στρατηγικών συνεργασιών». Για τον λόγο αυτό, η χώρα μας οφείλει να επιδείξει εξαιρετικά μεγάλη προσοχή και αυξημένη επιφυλακτικότητα απέναντι στις επερχόμενες εξελίξεις.

Παρέμβαση του Ιωσήφ Σινιγάλια στο πλαίσιο της εκδήλωσης “Ενεργειακή Μετάβαση – Γεωπολιτική, οι πολιτικές της Δεξιάς και η Αριστερή διέξοδος”