Macro

Γιάννης Παπαθεοδώρου «Άγραφες Ιστορίες για τις “Ακυβέρνητες Πολιτείες”», εκδόσεις Άγρα, 2024

Η θέση των Ακυβέρνητων Πολιτειών στη νεοελληνική γραμματεία υπήρξε και παραμένει σημαντική. Η τριλογία του Τσίρκα είναι έργο εμβληματικό που, πέρα από τη λογοτεχνική του αξία, υπήρξε καθοριστικό για την πολιτική και την αισθηματική αγωγή πολλών γενιών από τη δεκαετία του ’60 και τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Ένα έργο που στην εποχή του ξεσήκωσε θυελλώδεις κριτικές και πολιτικές αντιδράσεις για τον τρόπο που έθεσε το ζήτημα της σχέσης της λογοτεχνίας με την ιστορία και την ιδεολογία, για τις αφηγηματικές καινοτομίες και τις μοντερνιστικές τεχνικές του, αλλά και για τις τολμηρές σεξουαλικές αναπαραστάσεις.
 
Ειδικά για όσους πέρασαν από τον χώρο της ιστορικής ανανεωτικής Αριστεράς, οι «Ακυβέρνητες Πολιτείες» απέκτησαν μυθική και συμβολική σημασία που ίσως μόνο με το «Κιβώτιο» του Αλεξάνδρου μπορούν να συγκριθούν. Η τριλογία υπήρξε προπάντων, στην πρόσληψή της, μια έντονη, οριακή και απαράβλεπτη ιδεολογική αναμέτρηση στο εσωτερικό της Αριστεράς. Η διαχείριση της μνήμης του αντιφασιστικού αγώνα, η σφοδρή κριτική στον σταλινικό δογματισμό και τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και η διατύπωση ενός αιτήματος πολιτικού ανθρωπισμού με όρους ελευθερίας είναι στοιχεία που ανέδειξαν οι «Ακυβέρνητες Πολιτείες» και μας επιτρέπουν να σκεφτούμε κριτικά τη διαμόρφωση των ιδεών, των ηθών, των νοοτροπιών και των συλλογικών συνειδήσεων της Αριστεράς.
 
 
Στις «Άγραφες Ιστορίες για τις “Ακυβέρνητες Πολιτείες”» ο αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Γιάννης Παπαθεοδώρου, «χρεωμένος» τον Τσίρκα ήδη από τη διδακτορική του διατριβή (2001), χειρίζεται με ερμηνευτικά πρωτότυπο, αφηγηματικά γοητευτικό και πολιτικά ερεθιστικό τρόπο ακριβώς αυτό το πλαίσιο. Φέρνοντας στο φως άγνωστο αρχειακό υλικό και αξιοποιώντας θεωρητικά εργαλεία της πολιτισμικής κριτικής, ανασύρει με διεισδυτικό και πολιτικά οξυδερκή τρόπο «άγραφες» ιστορίες της τριλογίας και ουσιαστικά μας ξανασυστήνει τον συγγραφέα της.
 
Στο πρώτο κεφάλαιο, η γένεση της τριλογίας τοποθετείται στο «λιώσιμο των πάγων» του Ψυχρού Πολέμου. Είναι βέβαια γνωστό από άλλες μελέτες (Προκοπάκη, Πεχλιβάνος) ότι η ολοκλήρωση του έργου τροφοδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις κριτικές αντιδράσεις. Ο Παπαθεοδώρου συμπληρώνει την ιστορία της πρόσληψης της Λέσχης με τεκμήρια αλληλογραφίας από τον Τομέα Διαφώτισης του παράνομου ΚΚΕ στο Βουκουρέστι (ΑΣΚΙ), φέρνοντας στο προσκήνιο, δίπλα στην επίσημη κριτική, μια άλλη «φιλολογία» γύρω από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες σφραγισμένη στα κομματικά αρχεία. Η προσέγγιση, που ακολουθεί τα αρχειακά ίχνη, σχηματοποιεί την παράξενη «γεωγραφία της πρόσληψης» του κειμένου από την Αίγυπτο μέχρι το Βουκουρέστι. Οι κριτικές αντιπαραθέσεις κομματικών διανοούμενων που διαβάζουν τη Λέσχη στο δίκτυο «από του Νείλου μέχρι του Δουνάβεως» ανασυγκροτούνται εμπεριστατωμένα και με διαύγεια, ενώ ο συγγραφέας εξιχνιάζει τη σύνθετη διαδικασία πρόσληψης, προληπτικής λογοκρισίας και πολιτισμικού αποκλεισμού του Τσίρκα από τον Λογοτεχνικό Κύκλο των πολιτικών προσφύγων και τον πανοπτικό έλεγχο. Είναι πράγματι συναρπαστικός και συγκινητικός ο τρόπος που επανασυστήνονται στο βιβλίο ελάσσονες και λησμονημένες μορφές όπως η Φούλα Χατζηδάκη που ανέλαβε την υπεράσπιση της Λέσχης απέναντι στην ιδεολογική καθαρότητα, την κομματική νομιμότητα και την πουριτανική ηθική. Διότι, ας μην ξεχνάμε, το κατηγορητήριο υπήρξε άτεγκτο: αντικομμουνισμός, αντικομματική συμπεριφορά, ιδεολογικώς βλαβερή, εγκεφαλικό κατασκεύασμα, μίμηση δυτικών μυθιστορημάτων του ξεπεσμού, πορνογράφημα…
 
 
Το «καθήκον της μνήμης»
 
 
Το δεύτερο κεφάλαιο πραγματεύεται τις πολύπλοκες σχέσεις αφήγησης και ιστορίας στη Νυχτερίδα, το πιο «ιστορικό» μέρος της τριλογίας, με άξονα την αποκατάσταση του κινήματος του Απρίλη του ’44 στη Μέση Ανατολή. Η εξέγερση του ελληνικού ναυτικού που κατέστειλαν οι βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις σε συνεργασία με την εξόριστη κυβέρνηση στο Κάιρο υπήρξε ασφαλώς μια «θεληματικά αγνοημένη και άγραφη ιστορία» (Μ. Αναγνωστάκης), αποσιωπημένη ή αποκηρυγμένη ακόμα και από το ΚΚΕ. Όπως εξηγεί ο συγγραφέας, ο Τσίρκας ανέλαβε τη μυθοπλαστική εξιστόρηση των γεγονότων με πολυφωνικότητα και από ειρωνική προοπτική (ειρωνεία των γεγονότων και ειρωνική θέαση της ιστορίας), αποφεύγοντας έτσι τον κίνδυνο να γίνει ο λογοτέχνης που γράφει ιστορία. Το «καθήκον της μνήμης» μέσα από μια διεργασία πένθους καθοδηγεί τον Τσίρκα να ξαναδιεκδικήσει τον χαμένο χρόνο της αφήγησης και τις απωθημένες μνήμες με στόχο όχι τόσο την αποκατάσταση των ιστορικών γεγονότων αλλά την απάντηση στο κόμμα που αδυνατεί να αναγνωρίσει και να διαχειριστεί τη θυσία. Το κεφάλαιο αυτό αξίζει να διαβαστεί παράλληλα με την προβληματική του Κωστή Καρπόζηλου στη μελέτη του για τον διεθνικό κομμουνισμό, στο κεφάλαιο για τις αντινομίες της κομμουνιστικής πολιτικής τη δεκαετία του ’40 (ανάμεσα στην κατάληψη της εξουσίας και τις συμμαχικές υποχρεώσεις).
 
 
Αντιστασιακή λογοτεχνία και αποαποικιοποίηση
 
 
Η λογοτεχνία του Τσίρκα θρέφεται από πολιτικούς προβληματισμούς. Η προσφυγική ταυτότητα του κοσμοπολίτη διανοούμενου είναι έκδηλη στην τριλογία. Στο τρίτο κεφάλαιο της μελέτης ο άξονας μετατοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζεται και αναπαρίσταται η αποικιακή πραγματικότητα. Η αποικιακή δομή της Αιγύπτου, η πολιτική καταπίεση και οι οριενταλιστικές αναπαραστάσεις της εξωτικής Ανατολής και της πολιτισμικής διαφοράς είναι, εξάλλου, στοιχεία σταθερά στο συνολικό έργο του Τσίρκα ήδη από την πρώτη ποιητική συλλογή του τους Φελάχους (1937). Μεταχειριζόμενος εργαλεία της μετα-αποικιακής θεωρίας, ο Παπαθεοδώρου διαβάζει τον Τσίρκα μέσα από το πρίσμα της «αντιστασιακής λογοτεχνίας της αποαποικιοποίησης» (Σαΐντ). Η ανάλυση εστιάζεται στα πρόσωπα της τριλογίας: στους Ευρωπαίους παρατηρητές που υιοθετούν συχνά τη στερεοτυπικά οριενταλιστική ματιά για την Ανατολή· και στους Αιγυπτιώτες ή ιθαγενείς, όπως ο Αντουάνος, ο Γιούνες και η Αριάγνη, που έχουν σαφή αντιαποικιοκρατικό προσανατολισμό. Όπως δείχνει ο Παπαθεοδώρου δίπλα στην αισθητικοποίηση των σεξουαλικών απολαύσεων της εξωτικής Ανατολής, η οπτική του Τσίρκα για το πολιτικό περιεχόμενο της αποικιοκρατίας, με τον ριζωμένο κοσμοπολιτισμό του, τη συμπάθεια για τον λαϊκό κόσμο της Αιγύπτου, τους «αράπηδες» και τους αραπομαχαλάδες, τους φελάχους και τους βαρκάρηδες του Νείλου, δεν είναι άμοιρη, ούτε κι αυτή, οριενταλιστικών φαντασιώσεων. Ωστόσο και εδώ η χρήση της ειρωνείας γίνεται η μέθοδος για να δημιουργηθούν ρωγμές και αμφισημίες στο αποικιακό φαντασιακό.
 
 
Το annus mirabilis της μεταπολεμικής εποχής
 
 
Το κοινό νήμα που συνέχει αδιόρατα όλα τα κεφάλαια της μελέτης και θεμελιώνει το επιχείρημα του Παπαθεοδώρου για τον πολιτικό ανθρωπισμό του Τσίρκα είναι η υπόδειξη της στενής σχέσης της τριλογίας με την τομή του διεθνούς 1956. Αυτό το annus mirabilis της μεταπολεμικής εποχής περιλαμβάνει το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ και την αποσταλινοποίηση, τη σοβιετική καταστολή της εξέγερσης στην Ουγγαρία, την εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ από το κίνημα του Νάσερ στην Αίγυπτο, τη σταδιακή αποστασιοποίηση καλλιτεχνών και συγγραφέων (Αραγκόν κ.ά) από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Όλα τα ζητήματα που απασχολούν τον Τσίρκα στις Ακυβέρνητες Πολιτείες και εξετάζονται στη μελέτη, εντάσσονται στο ιδεολογικό κλίμα του 1956 και των συνεπειών του. Τη χρονιά εκείνη άλλωστε ο Τσίρκας στρέφεται οριστικά στην πεζογραφία, σε ένα διάλειμμα από τις καβαφικές μελέτες (το 1957 κυκλοφορεί η νουβέλα «Νουρεντίν Μπόμπα» και το 1958 «Ο Καβάφης και η εποχή του»), συντασσόμενος με τη νέα ιδεολογική πραγματικότητα και τους πολιτισμικούς ορίζοντες που θα καρποφορήσουν στη «σύντομη» δεκαετία του ’60.
 
Η ερμηνευτική στρατηγική του Παπαθεοδώρου βασίζεται σε μια ευρηματική μέθοδο ανάλυσης που μετατοπίζεται διαρκώς από τα τεκμήρια και τα συμφραζόμενα στο λογοτεχνικό κείμενο. Η τριλογία, βαθιά βουτηγμένη στην ιστορία, αναδεικνύεται ως έργο που συνδέθηκε με πολιτικούς προβληματισμούς και μετείχε στις διεργασίες του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, αξιοποιώντας το παράδειγμα συγγραφέων όπως ο Φόρστερ και ο Προυστ. Έτσι, ο Τσίρκας του Παπαθεοδώρου εγγράφεται σε μια νέα ιδεολογική προοπτική, στην πολιτική και αισθητική νεοτερικότητα και στα απελευθερωτικά και αντιδογματικά προτάγματα του μεταπολεμικού αριστερού ανθρωπισμού. Ο Παπαθεοδώρου δείχνει με πειστικό τρόπο ότι για τον Τσίρκα το μόνο αντίβαρο στον δογματισμό είναι ο ανθρωπισμός· η υπεράσπιση δηλαδή της ελευθερίας και της δημοκρατίας, όπως προσωποποιούνται στην ηθική στάση του εξόριστου διανοούμενου της τριλογίας Μάνου Σιμωνίδη.
 
Αν, λοιπόν, προχώρησε κάποτε η υπόθεση της ανανεωτικής Αριστεράς, όπως δείχνει η περίπτωση Τσίρκα, οφείλει πολύ περισσότερα στη λογοτεχνία και την κριτική παρά σε αποφάσεις συνεδρίων, ολομελειών και συνδιασκέψεων.
 
Κώστας Καραβίδας