Συνεντεύξεις

Η γενικευμένη κράτηση είναι πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης – Συνέντευξη με τον Βασίλη Παπαστεργίου, δικηγόρο

Τη συνέντευξη πήρε η Τζέλα Αλιπράντη

 

Ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής μιλά πια για δημιουργία κλειστών κέντρων κράτησης στα νησιά. Αυτό αποτελεί νομική υποχρέωση της συμφωνίας ή πολιτική κατεύθυνση του υπουργείου; Από την άποψη ότι δεν αναφέρεται ρητά κάτι τέτοιο στη δήλωση ΕΕ-Τουρκίας.

Πράγματι δεν υπάρχει τέτοια αναφορά στη δήλωση. Η κράτηση προβλέπεται ως δυνατότητα και όχι ως υποχρέωση στη σχετική ευρωπαϊκή οδηγία, ενώ και ο ελληνικός νόμος που την ενσωματώνει κάνει λόγο για «κατ’ εξαίρεση» εφαρμογή του μέτρου. Επομένως τα κλειστά κέντρα είναι μια επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης προκειμένου να εξασφαλιστεί η εφαρμογή της συμφωνίας, δηλαδή προκειμένου ο πληθυσμός των προσφύγων που έχουν εισέλθει στη χώρα μετά την 20η Μαρτίου να παραμείνει στα νησιά για να υποβληθεί στην εκτέλεση της συμφωνίας. Επαναλαμβάνω, λοιπόν, ότι υφίσταται πρόβλεψη για τη δυνατότητα κράτησης των προσφύγων, αλλά από το νόμο αυτό αφορά κυρίως περιπτώσεις ανθρώπων που κρίνονται ως επικίνδυνοι για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια ή υποβάλουν αίτημα ενώ ήδη κρατούνται. Η γενικευμένη κράτηση είναι, δυστυχώς, μια πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης.

Άδικη κράτηση

Στην οποία ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα ήταν πάντα ενάντια, καθώς καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Γιατί, λοιπόν, σημειώνεται αυτή η μετατόπιση από το υπουργείο;

Η κράτηση κάθε ανθρώπου, είτε είναι πρόσφυγας είτε όχι, θα πρέπει να είναι το έσχατο μέσο στο οποίο καταφεύγει η έννομη τάξη. Οι κρατούμενοι πρόσφυγες δεν έχουν παραβεί κάποια ποινική διάταξη. Τουλάχιστον μέχρι να κριθεί η αίτηση ασύλου τους δεν είναι δυνατόν να ισχυριστεί κάποιος ούτε ότι έχουν παραβιάσει την πλημμεληματική διάταξη της παράνομης εισόδου στο ελληνικό έδαφος, γιατί ο πρόσφυγας δεν θεωρείται ως παράνομα εισελθών. Ακόμα, όμως, και αυτοί που δεν θα αναγνωριστούν ως πρόσφυγες, θα έχουν διαπράξει στη χειρότερη περίπτωση ένα πλημμέλημα για το οποίο παρέχεται αναστολή εκτέλεσης ποινής. Η ελληνική πολιτεία έχει το δικαίωμα να επιδιώξει την απέλαση εκείνων που εντέλει θα κρίνει ότι δεν έχουν την προσφυγική ιδιότητα, αλλά κατά τον νόμο θα πρέπει να κάνει μια ατομική αξιολόγηση και να μην καταφύγει στη γενικευμένη κράτηση και μάλιστα υπό τις δεδομένες (και δυστυχώς μη βελτιούμενες) άθλιες συνθήκες. Θα μπορούσε να επιβληθεί, για παράδειγμα, η υποχρέωση ελεύθερης διαμονής σε συγκεκριμένη περιοχή ή η υποχρέωση εμφάνισης σε τακτικά χρονικά διαστήματα σε αστυνομικό τμήμα. Αλλά δυστυχώς -και αυτό προφανώς δεν αφορά μόνο την παρούσα κυβέρνηση-  τα κέντρα κράτησης είναι ο εύκολος τρόπος. Γιατί εδώ η παρούσα κυβέρνηση δεν πρωτοτυπεί, καθώς και κατά το παρελθόν είχαμε την πρακτική της γενικευμένης κράτησης κατά των αλλοδαπών που εισέρχονταν παράτυπα. Αυτό, βέβαια, που κάνει την παρούσα κατάσταση ακόμα πιο ενοχλητική είναι ότι το μέτρο θα εφαρμοστεί σε προσφυγικό πληθυσμό. Ο λόγος αυτής της μετατόπισης είναι ένας κακώς νοούμενος «ρεαλισμός». Η ελληνική κυβέρνηση με αυτόν το στρεβλό τρόπο θέλει να δηλώσει ότι έχει την πολιτική βούληση να εφαρμόσει τη συμφωνία.

Με αυτό τον τρόπο δεν υπάρχει κίνδυνος νομιμοποίησης της ακροδεξιάς αντίληψης;

Βέβαια, αυτό είναι προφανές. Αυτή είναι μια παλιά συζήτηση που συνοψίζεται στο ερώτημα κατά πόσο η άσκηση πολιτικής περιορισμού των δικαιωμάτων των ευάλωτων ομάδων και μειονοτήτων κατευνάζει τις φοβίες της ακροδεξιάς και μερίδας του τοπικού πληθυσμού ή κατά πόσο μια πολιτική προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δίνει περιθώριο στις προοδευτικές αντιλήψεις να ανακτήσουν έδαφος και να ηγεμονεύσουν πολιτικά. Νομίζω ότι είναι πλέον φανερό ότι αν η Αριστερά επιλέξει να εφαρμόσει τα μέτρα που προτείνει η ακροδεξιά, αυτό εν τέλει θα ενισχύσει τη σύγχρονη ακροδεξιά και την πολιτική ηγεμονία της. Είναι μια μεγάλη αυταπάτη ότι ανταποκρινόμενος σε πλευρές της δικής της ατζέντας, την αποδυναμώνεις.

Δυνατή η μεταφορά

Οι διαφωνίες όσον αφορά την ερμηνεία της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας έγκεινται και σε ένα άλλο σημείο, για το αν προβλέπεται ότι οι πρόσφυγες πρέπει να παραμένουν στα νησιά μέχρι τη λήψη του ασύλου, ή αν θα μπορούσαν να μεταφερθούν στην ενδοχώρα.

Η συμφωνία ουσιαστικά υπονοεί, αλλά δεν ορίζει ρητά ότι η διαδικασία θα πρέπει να ολοκληρώνεται στα σύνορα. Ο ελληνικός νόμος (αλλά και η αντίστοιχη κοινοτική οδηγία) προβλέπουν συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (κατά τον ελληνικό νόμο είναι 28 μέρες) για την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Η παραβίαση του συγκεκριμένου χρονικού ορίου υπογραμμίζει την ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης που στο βωμό της επιμονής να τηρήσει μια αδύνατη συμφωνία παραβιάζει τον ίδιο το νόμο που θέσπισε. Ας σημειωθεί ότι και η κοινοτική οδηγία δίνει τη διέξοδο της μεταφοράς σε περιοχές κοντά (και όχι ακριβώς) στα σύνορα.

Ο συγκεκριμένος τρόπος εφαρμογής, όμως, που οφείλεται, σε τυχόν λογική αποτροπής νέων εισροών ή σε πιέσεις από την ΕΕ προς την κυβέρνηση κάτω από το τραπέζι;

Πιθανότατα και στα δύο. Η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας είναι κατά βάση μια συμφωνία αποτροπής εισόδων. Η επιλογή να παραμένει ο προσφυγικός πληθυσμός στα νησιά για μεγάλο χρονικό διάστημα σίγουρα είναι και αυτό αποτρεπτικό, δεδομένων των συνθηκών, αλλά δεν νομίζω ότι αποτελεί το κύριο στοιχείο αποτροπής. Η κύρια αιτία αποτροπής είναι ότι επί της ουσίας μετά το Μάρτη του 2016 το ταξίδι προς τη Βόρεια Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να συνεχιστεί.

Το ζήτημα του ασύλου

Ο υπουργός Γ. Μουζάλας ανέφερε σε συνέντευξή του στον Πάνο Χαρίτο ότι τα κλειστά κέντρα θα διευκολύνουν τη γρήγορη εξέταση ασύλου, όπως και ότι αν προσληφθούν αμέσως πολλοί υπάλληλοι για την εξέταση ασύλου, θα κατέρρεε το σύστημα. Πώς θα μπορούσε να ισχύει κάτι τέτοιο;

Είναι προφανές ότι η ύπαρξη ικανοποιητικού αριθμού προσωπικού είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει το οποιοδήποτε σύστημα, άλλωστε και η συμφωνία προβλέπει και τη συμβολή ξένων εμπειρογνωμόνων, οι οποίοι μάλιστα λαμβάνουν και ουσιαστικό ρόλο. Το προσωπικό πρέπει λοιπόν να αυξηθεί, γιατί στην Ελλάδα έχουμε πολύ κακή εμπειρία όσον αφορά στο χρόνο εξέτασης των αιτημάτων ασύλου. Δεν κατανοώ, όμως, πως θα μπορούσε η πρόσληψη προσωπικού να υπονομεύσει το σύστημα. Ούτε φυσικά η γενικευμένη κράτηση βοηθά σε κάτι επ’ αυτού, το μόνο που εξασφαλίζει, είναι μια πιο σύντομη διαδικασία επιστροφής. Από μόνη της η κράτηση ούτε επιταχύνει ούτε επιβραδύνει τις διαδικασίες. Αυτό, όμως, που θα έπρεπε κυρίως να απασχολεί μια αριστερή κυβέρνηση δεν είναι τόσο η ταχύτητα εξέτασης των αιτημάτων ασύλου, αλλά η δυνατότητα να αναγνωρίζεται η ιδιότητα του πρόσφυγα σε όποιον/α το δικαιούται και όχι να διεκπεραιώνεται προσχηματικά η διαδικασία εξέτασης ασύλου προκειμένου να εφαρμοστεί η δήλωση ΕΕ- Τουρκίας.

Αυτή τη στιγμή έχει γίνει προσφυγή στο ΣτΕ για τη νέα σύνθεση των δευτεροβάθμιων επιτροπών για το άσυλο. Τι γίνεται με αυτό το ζήτημα;

Πράγματι την Τρίτη δικάστηκε η αίτηση του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες και της Ομάδας Δικηγόρων για τα Δικαιώματα Μεταναστών και Προσφύγων για την διάγνωση της αντισυνταγματικότητας του νόμου που άλλαξε τη σύνθεση των δευτεροβάθμιων επιτροπών. Αυτές αποτελούνται πλέον από δύο διοικητικούς δικαστές και έναν εμπειρογνώμονα υποδεικνυόμενο από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες. Είναι η πρώτη φορά που θεσπίζεται η παρουσία δικαστικών σε αυτές τις επιτροπές. Από τη σκοπιά των προσφευγόντων αυτό παραβιάζει τη συνταγματική απαγόρευση ανάθεσης διοικητικών (και όχι δικαστικών) καθηκόντων σε δικαστικούς. Ενώπιον του ΣτΕ συζητήθηκαν, όμως, και δύο ατομικές αιτήσεις ακύρωσης προσφύγων, των οποίων το αίτημα ασύλου απορρίφθηκε από αυτές τις νέες επιτροπές, που θέτουν ευθέως το ζήτημα αν η Τουρκία -η σημερινή Τουρκία!- μπορεί να θεωρηθεί ως ασφαλής τρίτη χώρα για ένα πρόσφυγα. Το σημείο αυτό έχει μεγάλη σημασία, καθώς η ηγεσία του υπουργείου Μετανάστευσης προέβη στην αλλαγή της σύνθεσης των επιτροπών όταν εκδόθηκαν οι πρώτες αποφάσεις δευτεροβάθμιων επιτροπών (υπό την παλιά σύνθεση) που έκριναν ότι η Τουρκία δεν αποτελεί ασφαλή τρίτη χώρα. Απ’ ό,τι φαίνεται οι αποφάσεις αυτές ήταν ανεπιθύμητες για το υπουργείο, που αντί να κινηθεί δικαστικά ζητώντας την ακύρωσή τους, παρενέβη νομοθετικά στη σύνθεση των επιτροπών.

Απρόθυμη Ευρώπη

Η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας έχει επικριθεί, και δικαίως, πολλές φορές από την ανθρωπιστική και δικαιωματική πλευρά. Σε περίπτωση, όμως, που κατέρρεε, τι θα σήμαινε αυτό για την Ελλάδα και τους ίδιους τους πρόσφυγες;

Είναι εύλογο αυτό το ερώτημα. Σίγουρα υπάρχει η βάσιμη υπόθεση ότι θα επιστρέψουμε σε μία κατάσταση που θα θυμίζει το 2015, δηλαδή είναι πιθανό να έχουμε και πάλι αύξηση των αφίξεων από την Τουρκία. Το ζήτημα σε αυτή την περίπτωση, για την Ευρώπη συνολικά, θα είναι αν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στην ανάγκη υποδοχής ενός σημαντικού αριθμού προσφύγων. Είναι κάτι για το οποίο -με τη δεδομένη πολιτική κατάσταση στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης- δικαιούται κανείς να αμφιβάλλει πολύ, καθώς υπάρχει έντονος ευρωπαϊκός κατακερματισμός και αρκετές χώρες απρόθυμες να κάνουν το οτιδήποτε. Νομίζω, όμως, ότι είναι ένα σημαντικό πολιτικό στοίχημα αν η ευρύτερη Αριστερά αγωνιστεί για να πείσει τους πολίτες ότι μια Ευρώπη 500.000.000 ανθρώπων είναι σε θέση να σταθεί αλληλέγγυα σε 1.000.000 πρόσφυγες από μία χώρα που διαλύεται, όπως η Συρία. Για να είμαι ειλικρινής, βάσει των σημερινών δεδομένων, έχω σημαντικές αμφιβολίες για το κατά πόσο είμαστε σε θέση να αναλάβουμε αυτό το έργο και -πολύ περισσότερο- να το φέρουμε σε πέρας με επιτυχία.

Πηγή: Η Εποχή