Συνεντεύξεις

Έφη Αχτσιόγλου: «Η διαχωριστική μας γραμμή απ’ τη ΝΔ οργανώνεται γύρω από το αίτημα για Δικαιοσύνη»

Η τομεάρχισσα Οικονομικών του ΣΥΡΙΖΑ, Έφη Αχτσιόγλου, με αφορμή τη συζήτηση στη Βουλή για τον προϋπολογισμό, μιλάει για τις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης που φτωχοποιούν την πλειονότητα της κοινωνίας, πριμοδοτώντας την κερδοφορία των ελίτ, ενώ περιγράφει το αντιπαραθετικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για την οικονομία και τη στήριξη των πολιτών.
 
Είναι σημάδι των ημερών μας ότι, ενώ είχες μια πολύ σοβαρή ομιλία να κάνεις για το θέμα του προϋπολογισμού, άρχισες την τοποθέτησή σου από την τραγική δολοφονία του 16χρονου Ρομά από αστυνομικό;
 
Το πρόταξα γιατί δείχνει το πόσο έχει υποβαθμιστεί η αξία της ανθρώπινης ζωής, ιδίως με αυτή την κυβέρνηση. Δεν θέλουμε να χρεώσουμε ένα τέτοιο τραγικό γεγονός σε ένα κόμμα ολόκληρο για να κερδίσουμε κάτι πολιτικά. Δεν είναι, όμως, απλά ένα δυστυχές γεγονός. Φαίνεται ότι υπάρχει μια πολιτική κάλυψη σε όλο αυτό. Η αστυνομική αυθαιρεσία, δηλαδή, υπό την καθοδήγηση και τις υποδείξεις της κυβέρνησης, καταλήγει στο να χάνονται ανθρώπινες ζωές ακόμα και για 20 ευρώ. Θεωρώ αναγκαίο, επίσης, στην πολιτική να παίρνουμε υπόψιν τι συμβαίνει στην κοινωνία, να μην μιλάμε σαν να είμαστε σε δοκιμαστικό σωλήνα. Άρα ήταν χρέος μου να αναφερθώ σ’ αυτό, δείχνει και ένα στίγμα της πολιτικής αυτής της κυβέρνησης: εξαιρετικά χαλαρή όταν πρόκειται για σκάνδαλα διαφθοράς εκατομμυρίων που την αφορούν και σε παραβάσεις ολίγων ευρώ, κατατρεγμένων της κοινωνίας, δείχνει το πιο σκληρό της πρόσωπο. Το χειρότερο είναι ότι δίνει πολιτική κάλυψη σε όλο αυτό.
 
 
 
Υπάρχουν πολλά ανήκουστα στην επικαιρότητα: απώλειες ανθρώπινων ζωών, κακοποιήσεις παιδιών, σκάνδαλα υποκλοπών και διαφθοράς. Τι αίσθηση για την πολιτική προκαλούν όλα αυτά στους νέους ανθρώπους;
 
Η υπόθεση Καϊλή, η υπόθεση Πάτση, η υπόθεση των υποκλοπών, για τις οποίες υπάρχει πολιτική ευθύνη, είναι πιθανό στους νέους ανθρώπους να δημιουργήσουν μια γενικότερη απέχθεια προς την πολιτική και την ενασχόληση με τα κοινά και αυτό είναι το χειρότερο. Ο ατομικισμός στην ιδεολογία οδηγεί και σε πράξεις διαφθοράς και εν τέλει καλλιεργεί μια απέχθεια για συμμετοχή στα κοινά.
 
 
 
Οι νέοι, και όχι μόνο, βιώνουν μια ζωή αβίωτη, με χαμηλούς μισθούς, εργασιακή επισφάλεια, υψηλά ενοίκια, απουσία προστασίας πρώτης κατοικίας, ακρίβεια… Η κυβέρνηση φαίνεται να αδιαφορεί γι’ αυτά, ποιους τελικά χωράει ο κόσμος των «αρίστων» της; Ο ΣΥΡΙΖΑ πώς απαντά με το πρόγραμμά του και πρακτικά σ’ αυτές τις δυσκολίες, αλλά και οραματικά;
 
Νομίζω ότι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε εμάς και στη ΝΔ είναι αυτό που αποτυπώνει και το σύνθημά μας για Δικαιοσύνη. Πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές υπήρχαν πάντα και θα υπάρχουν, αλλά η συγκεκριμένη κυβέρνηση φέρει και ένα ειδικό στίγμα που αφορά την αίσθηση της αδικίας –που είναι βίωμα των ανθρώπων– και ταυτόχρονα την αίσθηση περιφρόνησης στις ανάγκες των πολιτών, στη δημοκρατία και τους θεσμούς. Επομένως, η διαχωριστική μας γραμμή οργανώνεται γύρω από το αίτημα για δικαιοσύνη, και αυτό αφορά και την οικονομία και τους θεσμούς και το κοινωνικό κράτος, όλη την έκφανση της πολιτικής. Έτσι έχουμε οργανώσει και το πρόγραμμά μας, που είναι αντιπαραθετικό στη στρατηγική της ΝΔ. Οι επιλογές της ΝΔ δεν είναι τυχαίες, είναι στρατηγική για μια νέου τύπου σώρευση πλούτου σε ολιγοπώλια, στρατηγική ανισοτήτων και προσωπικού πλουτισμού μιας εκλεκτής ομάδας φίλων και γνωστών. Δεν είναι τυχαία όσα συμβαίνουν στην αγορά ενέργειας με την αισχροκέρδεια και την απόφαση της κυβέρνησης να μην ρυθμίζει την αγορά υπέρ των καταναλωτών, παρά μόνο για να νομιμοποιεί τη σώρευση πλούτου. Ούτε τα μέτρα ενίσχυσης της κερδοφορίας των τραπεζών εις βάρος των πολιτών. Ούτε η πολιτική για το ιδιωτικό χρέος, με την οποία σαρώνουν την όποια περιουσία έχουν οι πολίτες και κερδοσκοπούν τα funds. Επίσης, η πολιτική που εφαρμόζει στην εργασία, όπου παρεμβαίνει θεσμικά για να υποβαθμίσει τα δικαιώματα των εργαζομένων, τους μισθούς, τη διαπραγματευτική τους δύναμη, την ίδια την αξία της εργασίας τους. Ούτε ο αποκλεισμός των μικροεπιχειρήσεων από κάθε τύπου χρηματοδότηση, με αποτέλεσμα τον στραγγαλισμό τους, είναι τυχαίος. Στη στρατηγική αυτή, ο ΣΥΡΙΖΑ αντιπαραθέτει τη δική του, θέτοντας στο προσκήνιο τις ανάγκες του κόσμου της εργασίας, της μεγάλης πλειονότητας των πολιτών και των αδικημένων, γιατί πια έχουμε μια μεγάλη διάκριση σε προνομιούχους και μη. Το πρόγραμμά μας περιλαμβάνει την ενίσχυση των μισθών και τη ρύθμιση της αγοράς ενέργειας, ώστε να μειωθεί το κόστος της καθημερινότητας, τη μόνιμη ενίσχυση των πυλώνων του κοινωνικού κράτους, υγείας, παιδείας, τη φορολόγηση των υψηλών μερισμάτων, εισοδημάτων και υπερκερδών, ώστε να υπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη.
 
 
 
Η κυβέρνηση επαίρεται ότι έχει μειώσει τους φορολογικούς συντελεστές για όλους. Εσείς πώς θα κινηθείτε σε αυτόν τον τομέα;
 
Η κυβέρνηση στη φορολογία έχει κάνει επιλογές εύνοιας των ανώτατων εισοδημάτων, διόγκωσης των ανισοτήτων και ελάφρυνσης των οικονομικών ελίτ. Μειώνει τη φορολογία στα κέρδη των επιχειρήσεων, και μάλιστα ραγδαία, τον συμπληρωματικό ΕΝΦΙΑ που αφορά μεγάλες περιουσίες, καταργεί τον φόρο κληρονομιάς για τις μεγάλες περιουσίες, μειώνει τη φορολογία εισοδήματος για τα stock options που δίνουν οι τράπεζες στα στελέχη τους, αλλά την ίδια ώρα αρνείται τη μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα και του ΕΦΚ στα καύσιμα, που θα ευνοούσε τα λαϊκά και μεσαία στρώματα. Αυτό αποτελεί ξεκάθαρη πολιτική επιλογή. Άρα, η ΝΔ δεν μειώνει γενικά φόρους, αλλά για συγκεκριμένες οικονομικές ελίτ, όταν την ίδια ώρα η κοινωνία φτωχοποιείται. Δεν νομιμοποιεί απλά την κατάσταση ακρίβειας, την εκμεταλλεύεται: με τα έσοδα από τον ΦΠΑ κάνει πολιτική επιδοτήσεων που τροφοδοτούν τα υπερκέρδη κτλ. Χρησιμοποιεί την κάθε κρίση σαν δικαιολογία, αλλά και ως ευκαιρία. Εμείς λέμε ότι αυτό που θα ελάφρυνε πραγματικά το λαϊκό εισόδημα, θα το βοηθούσε να ανταπεξέλθει στην κρίση, είναι η μείωση των έμμεσων φόρων, ΦΠΑ στα τρόφιμα και ΕΦΚ στα καύσιμα. Συγχρόνως, δεν μπορείς να έχεις σώρευση υπερκερδών και να μην κάνεις τίποτα γι’ αυτά. Πρέπει να παρέμβουμε ρυθμιστικά για να μην υπάρχει το φαινόμενο, αλλά και να τα πάρουμε πίσω, να τα διανείμουμε στον κόσμο που τα κατέβαλε. Επίσης δεν γίνεται να υπάρχει φορολογία μόλις 5% για τα υψηλά μερίσματα, τη στιγμή που οι εισφορές των μισθωτών είναι πολύ πιο υψηλές. Πρέπει να υπάρξει φορολόγηση για αναδιανομή υπέρ των ασθενέστερων.
 
 
 
Υπάρχουν ήδη δυσμενή στοιχεία: φρενάρισμα στην ανάπτυξη, κάμψη της βιομηχανικής παραγωγής, στασιμότητα εξαγωγών, μεγάλο έλλειμμα ισοζυγίου κτλ. Η κυβέρνηση κρύβει το δυσμενές μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέτει με ενάργεια αυτό το ζήτημα. Έχει σχέδιο για την ανασυγκρότησή της;
 
Η μεθοδολογία που ακολουθείται στην οικονομία είναι παραγωγός κρίσεων. Είναι ένα παλαιό μοντέλο που έχει εφαρμοστεί και έχει χρεοκοπήσει. Ενδεικτικά κάποια στοιχεία: Πρώτον, η αύξηση των εξαγωγών συνοδεύεται από πολλαπλάσια αύξηση των εισαγωγών, με συνέπεια μεγάλη αύξηση του ελλείμματος στο ισοζύγιο. Δεύτερον, οι επενδύσεις, πέραν του ότι η κυβέρνηση δεν πέτυχε τους ποσοτικούς της στόχους, ποιοτικά αφορούν, κυρίως, real estate, οικοδομές και τουρισμό. Επενδύσεις, δηλαδή, που δεν φέρνουν προστιθεμένη αξία στη χώρα, δεν αλλάζουν τη δομή της παραγωγής. Τρίτον, σπαταλούν την ευκαιρία που δίνει το Ταμείο Ανάκαμψης, γιατί αποκλείουν τη διάχυση των χρημάτων στο μεγαλύτερο κομμάτι των παραγωγικών δυνάμεων, ανακυκλώνοντας μία κατάσταση εύνοιας των ελίτ και επιβάρυνσης της υπόλοιπης κοινωνίας, χωρίς να δίνουν ταυτόχρονα τη δυνατότητα αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου. Η κυβέρνηση επαίρεται για τη μείωση του δημόσιου χρέους και την αύξηση του ΑΕΠ, στην πραγματικότητα όμως δεν συνέβη λόγω πραγματικής ανάπτυξης, δηλαδή με προοπτική, αλλά κυρίως λόγω πληθωρισμού. Έχουμε ταυτόχρονα επιδείνωση σημαντικών κοινωνικών δεικτών, όπως αύξηση των ανισοτήτων, της φτώχειας και της παιδικής φτώχειας, μείωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος. Η όποια ανάπτυξη δεν αγγίζει τους πολίτες. Όλα αυτά δημιουργούν εξαιρετικά ετοιμόρροπη βάση για την επόμενη μέρα στην οικονομία. Χρειάζεται διαφορετική προσέγγιση για την παραγωγική ανασυγκρότηση, που αφορά ποιες προτεραιότητες θέτεις, αλλά και πώς αξιοποιείς τα χρηματοδοτικά σου εργαλεία. Μιλάμε για αναπροσανατολισμό των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και παρέμβαση στις τράπεζες.
 
 
 
Πόσο είναι εφικτό, όμως, να αλλαχτούν οι στόχοι του Ταμείου Ανάκαμψης ή να παρέμβετε στο ιδιωτικό χρέος μέσα στα όρια που θέτει η ΕΕ; Το ερώτημα αφορά και στις τράπεζες, στις οποίες μάλιστα η κυβέρνηση σχεδιάζει να πουλήσει τα μερίδια του Δημοσίου. Πώς απαντά ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτά;
 
Η κυβέρνηση σκοπίμως δημιουργεί την αίσθηση ότι η παρέμβαση για τη ρύθμιση της αγοράς δεν είναι επιτρεπτή από την ΕΕ και την ευρωπαϊκή νομοθεσία, την ώρα που όχι απλώς είναι επιτρεπτή, αλλά επιβεβλημένη. Γι’ αυτό που συμβαίνει στην αγορά ενέργειας στην Ελλάδα, δηλαδή την αισχροκέρδεια, τη λειτουργία ολιγοπωλίων με όρους καρτέλ, εννοείται πως μπορεί και πρέπει να παρέμβει το κράτος. Στο Ταμείο Ανάκαμψης επιτρέπεται αναπροσανατολισμός και ανασχεδιασμός στόχων και προφανώς θα γίνει. Στο ιδιωτικό χρέος είναι ξεκάθαρες οι επιλογές της ΝΔ. Πτωχευτικός νόμος, κατάργηση προστασίας πρώτης κατοικίας, εξωδικαστικός μηχανισμός, τρόπος λειτουργίας των funds, είναι νομοθετικές επιλογές της ΝΔ, δεν οφείλονται σε κανόνες της ΕΕ. Απέναντι σ’ αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ προτάσσει ένα διαφορετικό σχέδιο ρύθμισης των ιδιωτικών χρεών, την προστασία της πρώτης κατοικίας, τη δεσμευτικότητα των ρυθμίσεων απέναντι στους πιστωτές. Είναι απολύτως εφικτά εντός της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Στις τράπεζες η ΝΔ επιθυμεί την απόσυρση του δημοσίου με όρους ζημίας γι’ αυτό και έχει πολύ συγκεκριμένες πρόνοιες, πχ, το ακαταδίωκτο των μελών του ΤΧΣ για να πωλούν τις μετοχές του δημοσίου ακόμα και κάτω από τη χρηματιστηριακή τους αξία! Μεθοδεύει τις εξελίξεις στις τράπεζες, ώστε το δημόσιο να χάνει ποσοστό και να υφίσταται ζημία. Αυτό έκανε στην τράπεζα Πειραιώς και ελπίζω να μην προλάβει να το κάνει και στην Εθνική. Είναι επιλογή της κυβέρνησης η πώληση των μεριδίων του δημοσίου στις τράπεζες.
 
 
 
Τώρα, χωρίς μνημόνιο, ως κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ πώς θα έβλεπε το ζήτημα των δημόσιων επιχειρήσεων και υποδομών; Η ΝΔ επιταχύνει τις ιδιωτικοποιήσεις.
 
Νομίζω, το τέλος των μνημονιακών δεσμεύσεων δημιουργεί πολύ μεγαλύτερο πεδίο ευελιξίας σε μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να διαχειριστεί τη δημόσια περιουσία για το κοινωνικό όφελος. Ανεξαρτήτως, όμως, αν οι κυβερνήσεις είναι αριστερές ή δεξιές, βλέπουμε μια ευρωπαϊκή τάση για επανακρατικοποίηση πυλώνων που καλύπτουν δημόσιες ανάγκες. Η εποχή των αλλεπάλληλων κρίσεων άφησε κάποια διδάγματα, που δείχνουν ότι δεν μπορείς να τις αντιμετωπίσεις χωρίς δημόσιο πυλώνα πχ στην υγεία, την ενέργεια, στις μεταφορές κτλ.
 
 
Τζέλα Αλιπράντη, Παύλος Κλαυδιανός