Συνεντεύξεις

Αννέτα Καββαδία: Μόνο μια ριζοσπαστική Αριστερά με σαφές ιδεολογικό στίγμα και στη βάση προγράμματος μπορεί να είναι η απάντηση

Συνέντευξη της Αννέτας Καββαδία στον Γιάννη Αλμπάνη στο CNN Greece:

-Έχουμε και στην Ελλάδα πια κίνημα #metoo. Πώς το κρίνετε; Στο θεσμικό πεδία χρειάζονται αλλαγές για να αντιμετωπιστεί η σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση;

-Έχω την αίσθηση πως η ελληνική κοινωνία εμφανίζεται πιο έτοιμη από πριν να ακούσει και να στοχαστεί, γεγονός που αποτελεί τεράστια ευκαιρία για το φεμινιστικό, και όχι μόνο, κίνημα. Είναι απόδειξη ότι συντελούνται αλλαγές και ζυμώσεις στις οποίες πρέπει να συμμετέχουμε.

Η αρχή έγινε στον πολύ δύσκολο χώρο του αθλητισμού, ακολούθησε ο εξίσου δύσκολος χώρος του θεάτρου. Το μεγάλο στοίχημα, ωστόσο, είναι να μη μείνει εκεί. Πρέπει να επανεξετάσουμε συνολικά τις πατριαρχικές δομές που διατρέχουν οριζόντια όλο το κοινωνικό φάσμα, με τη συνακόλουθη ανισοκατανομή ισχύος μεταξύ ανδρών, γυναικών και θηλυκοτήτων.

Πρέπει να δοθεί φωνή και στις γυναίκες και στους άντρες που δεν έχουν φήμη, που λόγω οικονομικών δυσκολιών φοβούνται να μιλήσουν και που γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης, κακοποίησης και βίας εργοδοτών, συζύγων, συντρόφων, συγγενών. Δυστυχώς, είναι προνόμιο το να έχει μια γυναίκα τη δυνατότητα να μιλήσει – κι αυτό είναι προνόμιο ταξικό και φυλετικό. Στόχος του #metoo και του φεμινιστικού χώρου, λοιπόν, είναι να σπάσουμε τα δεσμά σε όλα τα επίπεδα και να μετατρέψουμε τον αγώνα για δικαιοσύνη, από προνόμιο σε αναφαίρετο δικαίωμα. Να δημιουργήσουμε έναν ασφαλή χώρο για όλες τις γυναίκες και τις θηλυκότητες, να τους δώσουμε φωνή, δύναμη και δικαίωμα στην ορατότητα. Αυτή είναι μια μεγάλη μάχη κι ένα μεγάλο στοίχημα, που θα κερδηθεί με συνεκτικές, θεσμικές κατοχυρώσεις.

Το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, από τις εκλογές του 2019 και μετά, αποδυναμώθηκε επικίνδυνα: η Γενική Γραμματεία Ισότητας Φύλων καταργήθηκε, το ΚΕΘΙ αποδυναμώθηκε, η ισότητα των φύλων ταυτίστηκε με πολιτικές για την οικογένεια διαιωνίζοντας τον στερεοτυπικό ρόλο που αποδίδεται στις γυναίκες κι εγκλωβίζοντάς τες στα συντηρητικά στεγανά.

Είναι εμφανής η προσπάθεια της κυβέρνησης να υποβαθμίσει τις συλλογικές διεργασίες και τους συλλογικούς αγώνες, προτάσσοντας το κλασικό, νεοφιλελεύθερο αφήγημα ότι “αν είσαι αρκετά καλή ή καλός θα τα καταφέρεις”, απαξιώνοντας και υποβαθμίζοντας οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από την υπαρκτή συστημική καταπίεση. Δεν πρέπει να θαμπωνόμαστε από φθηνές, επικοινωνιακές κινήσεις εντυπωσιασμού, που δεν προσφέρουν ούτε στον δημόσιο διάλογο, ούτε στην κοινωνία, ούτε στις διεκδικήσεις, ούτε στην πρόοδο. Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε, είναι να διεκδικήσουμε θεσμικές κατοχυρώσεις και ασφαλιστικές δικλείδες:

– Επανασύσταση της ΓΓΙΦ

– Αλλαγές στο Οικογενειακό Δίκαιο, με την αναθεώρηση πολλών διατάξεων

– Άμεση κύρωση και εφαρμογή της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 190 του ILO, που κυρώθηκε στη Γενεύη τον Ιούνιο του 2019, σχετικά με την εξάλειψη της βίας και της παρενόχλησης στον χώρο εργασίας

– Αλλαγές στο Ν.3500/2006 για την ενδοοικογενειακή βία, με τα εργαλεία της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης για την ποινική διαμεσολάβηση.

– Νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας και συνταγματική προστασία των δικαιωμάτων που απορρέουν από τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου – κάτι που ως ΣΥΡΙΖΑ προτείναμε και η ΝΔ καταψήφισε.
– Οριζόντια, καθολική εφαρμογή της ποσόστωσης

Όσο για τα κροκοδείλια δάκρυα της κυβέρνησης, δεν πείθουν. Αρκεί να θυμηθούμε, μια και μιλήσαμε για αθλητισμό, πως μία από τις πρώτες αποφάσεις του Λ.Αυγενάκη όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του το 2019, ήταν η κατάργηση της ποσόστωσης φύλου, υπονομεύοντας τη συμμετοχή των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων στο χώρο του αθλητισμού.

-Εσείς στην πορεία σας στη δημοσιογραφία και την πολιτική έχετε υποστεί ανάλογες συμπεριφορές;

-Όλες οι γυναίκες έχουν βιώσει -και βιώνουν- τη συστημική καταπίεση. Δεν είναι κάτι γενικό κι αόριστο: είναι υπαρκτή στην καθημερινότητα και σε κάθε έκφανση της ζωής μας. Και στην επαγγελματική βεβαίως.

Έχω υποστεί επίδειξη ανδρικής ισχύος ως δημοσιογράφος – με συνέπειες στη διατήρηση της θέσης μου καθώς ήμουν συμβασιούχος, κατά συνέπεια επισφαλώς εργαζόμενη – αλλά και λεκτική βία, με έντονη σεξιστική χροιά, ως βουλεύτρια, εντός του Κοινοβουλίου, για την οποία μάλιστα κατέφυγα και στην Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής.

Οι σεξιστικές συμπεριφορές δεν εκλείπουν ούτε από το χώρο της δημοσιογραφίας ούτε από το χώρο της πολιτικής, με τον τελευταίο να παραμένει κατά βάση ανδροκρατούμενος. Είναι πολύ δύσκολο για τις γυναίκες, όχι απλά να επιβιώνουν αλλά και να υπάρχουν σε αυτό το πεδίο δίχως να “εξετάζονται” διαρκώς υπό το πρίσμα της εμφάνισης και του φύλου τους. Οι ικανότητες κρίνονται σε δεύτερο επίπεδο – και όχι με τον ίδιο τρόπο που φιλτράρονται οι ικανότητες των ανδρών. Η επιτυχία, όταν πρόκειται για μια γυναίκα, συνήθως θεωρείται η εξαίρεση στον κανόνα ενώ για τους άνδρες του χώρου είναι η φυσική, αναμενόμενη, εξέλιξη. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει πόσα βήματα έχουμε να κάνουμε, πόση προσπάθεια πρέπει να καταβάλουμε προκειμένου να πούμε ότι πετύχαμε μία, μικρή, βελτίωση της κατάστασης.

Για την επίτευξη της πλήρους ισότητας έχουμε ακόμη πολλά χιλιόμετρα να διανύσουμε, έναν μακρύ και δύσβατο δρόμο, με ολόκληρο το κατεστημένο απέναντι, που αντιλαμβάνεται την πολιτική και τη δημοσιογραφία ως παρακλάδια του lifestyle κι όχι ως δύο ξεχωριστά λειτουργήματα.

Η διαχείριση της πανδημίας

-Ο ΣΥΡΙΖΑ ασκεί σκληρή κριτική στην κυβέρνηση για τη διαχείριση την πανδημίας. Ωστόσο, η κατάσταση στην Ελλάδα είναι ανάλογη με αυτή των άλλων χωρών της ΕΕ. Μήπως είστε υπερβολικοί στην κριτική σας;

-Δεν πρέπει να πέσουμε στην επικοινωνιακή παγίδα της κυβέρνησης, η οποία συνοψίζεται στο “μη μιλάτε, αλλού είναι χειρότερα”. Κατ’ αρχάς, αυτό δεν επιβεβαιώνεται από τα ίδια τα δεδομένα. Η Ελλάδα είναι από τις χώρες με το σκληρότερο συνεχόμενο καθεστώς λοκντάουν, τουλάχιστον στην Ευρώπη. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η κυβέρνηση δεν αξιοποίησε τον χρόνο που της έδωσε πέρυσι η κοινωνία, τον χρόνο που της δώσαμε όλοι και όλες μας, για να ετοιμαστεί για την επόμενη φάση της πανδημίας.

Και είναι εντελώς αδιάφορο αν είτε πίστεψαν στην ίδια τους την προπαγάνδα ότι ο… Μωυσής-Μητσοτάκης είχε νικήσει τον ιό μόνος του, είτε ήταν συνειδητή τους επιλογή να μην κάνουν απολύτως τίποτα για την ενίσχυση του ΕΣΥ, για την αύξηση των δρομολογίων των ΜΜΜ, για την αποσυμφόρηση των σχολικών αιθουσών. Το αποτέλεσμα ήταν και είναι η παταγώδης αποτυχία τους. Προφανώς και δεν θα πέσουμε στο επίπεδο του Α. Γεωργιάδη να πανηγυρίζουμε επειδή στο Βέλγιο, λόγου χάρη, πεθαίνουν λιγότεροι άνθρωποι. Είναι ένα επίπεδο που χαρακτηρίζει τη δική τους πολιτική. Εμείς αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τονίζουμε ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν πολύ διαφορετικά, εάν είχαν ληφθεί διαφορετικές αποφάσεις, εάν μας είχαν ακούσει. Θα αποφεύγαμε τα μέτρα; Προφανώς και όχι, αλλά θα ήταν μέτρα ηπιότερα, πιο στοχευμένα και πιο περιορισμένης χρονικής διάρκειας. Δεν υπάρχει αμφιβολία για αυτό, γιατί πολύ απλά αυτό ακριβώς συνέβη σε άλλες χώρες, το έχουμε δει να επιβεβαιώνεται. Ούτε θα ξεχάσουμε τις δηλώσεις ότι αν είχαν επενδύσει σε ΜΕΘ θα ήταν πεταμένα λεφτά ή ότι περισσότερες ΜΕΘ σημαίνουν περισσότερους θανάτους. Επέλεξαν την εύκολη για αυτούς λύση, τα οριζόντια και δίχως ημερομηνία λήξης λοκντάουν. Μια λύση καταστροφική μεν για την κοινωνία και την οικονομία, αλλά συμβατή με την πολιτική τους ιδιοσυγκρασία.

Οι διαδηλώσεις

Από τη μια μεριά κατηγορείτε την κυβέρνηση για ολιγωρία στην αντιμετώπιση της πανδημίας, και από την άλλη υποστηρίζετε τις διαδηλώσεις όπου παρατηρείται συνωστισμός. Δεν υπάρχει μια αντίφαση στη στάση σας;

-Κάθε άλλο. Θα έλεγα μάλιστα ότι η μία ενέργεια – η υποστήριξη δηλαδή των λαϊκών αντιδράσεων που έρχονται ως απόρροια της ασκούμενης πολιτικής και που, στο κάτω-κάτω, γίνονται σε ανοιχτό χώρο και με τη χρήση μάσκας – είναι η φυσιολογική αντανάκλαση της άλλης – δηλαδή της κριτικής μας στην κυβέρνηση για την αποτυχημένη διαχείριση της πανδημίας.

Η κυβέρνηση θέλει, να το πούμε απλά και ωμά, να βάλει τη χώρα στον υγειονομικό γύψο. Όχι επειδή πιστεύει ότι έτσι θα περιορίσει την πανδημία, αλλά επειδή βλέπει στην πανδημία μια εξαιρετική ευκαιρία να περάσει τη στυγνή νεοφιλελεύθερη πολιτική της χωρίς λαϊκή αντίσταση και με μια επίφαση μόνο κοινοβουλευτικής διαδικασίας.

Το είδαμε με το νομοσχέδιο-έκτρωμα των Κεραμέως – Χρυσοχοϊδη που παραδίδει στην καταστολή ένα ζωντανό πνεύμονα δημοκρατίας της χώρας όπως είναι το δημόσιο πανεπιστήμιο. Η καταστολή είναι συνυφασμένη με αυτήν την σκληρή δεξιά κυβέρνηση, είναι η απάντηση που προτιμούν, όποια κι αν είναι η ερώτηση. Υπάρχει πλέον ξεκάθαρο και επείγον ζήτημα ομαλής δημοκρατικής λειτουργίας της χώρας. Και αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε να το ανεχθούμε εμείς ως αντιπολίτευση, αλλά δεν μπορεί να το ανεχθεί ούτε ο λαός και η κοινωνία. Η δημοκρατία δεν μπαίνει σε καραντίνα.

Η ΕΡΤ

-Έχετε δουλέψει για χρόνια στην ΕΡΤ. Τελικά τι φταίει και η εκάστοτε αντιπολίτευση καταγγέλλει την εκάστοτε κυβέρνηση ότι μετατρέπει τη δημόσια τηλεόραση σε προπαγανδιστικό μηχανισμό της;

Η σχέση μου με την ΕΡΤ είναι σχέση ζωής. Πάνω από 20 χρόνια επαγγελματικής πορείας στη δημόσια τηλεόραση, άλλοτε πιο εύκολα άλλοτε πιο δύσκολα, πάντα όμως με την ακλόνητη πεποίθηση πως είναι το Μέσο που βρίσκεται στις καρδιές του κόσμου, ασχέτως της πικρίας, της απογοήτευσης ακόμη και του θυμού που πολλές φορές προκαλεί. Και αυτό φάνηκε από το πάνδημο κύμα συμπαράστασης που προκάλεσε το «μαύρο» που έριξε στο δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου το 2013, αποτυπώθηκε και στα αισθήματα χαράς και ανακούφισης που προκάλεσε το ξανάνοιγμά της από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015.

Δεν θα κουραστώ να επαναλαμβάνω ότι η ΕΡΤ είναι οι άνθρωποί της και πως κάνει λάθος η όποια κυβέρνηση να τη θεωρεί κτήμα της. Κάτι που δυστυχώς συνέβαινε, συμβαίνει και θα εξακολουθεί να συμβαίνει όσο δεν θωρακίζεται θεσμικά η ανεξαρτησία της. Ένα πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η υιοθέτηση της πρότασης του Αλέξη Τσίπρα για ορισμό νέας διοίκησης με διακομματική συναίνεση στη Βουλή.

Δυστυχώς, και επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ έγιναν λάθη, χάθηκαν ευκαιρίες και δεν αξιοποιήθηκε στο βαθμό που θα μπορούσε η δυναμική που είχε αναπτυχθεί μετά το άνοιγμά της, τόσο σε επίπεδο κοινωνίας όσο και σε επίπεδο εργαζομένων, για ένα άλλο μοντέλο λειτουργίας. Αυτό όμως που συμβαίνει σήμερα είναι εντελώς προκλητικό. Η κυβερνητική ποδηγέτηση και η αναξιοπιστία στην ενημέρωση προκαλεί τα δημοκρατικά αισθήματα των πολιτών. Λογοκρισία, κόψιμο εκπομπών, φωνές που συστηματικά, από τις εκλογές και μετά, η παρούσα διοίκηση απαξιώνει, υποτιμά και τελικά (νομίζει ότι) φιμώνει, δημοσιογράφοι που βλέπουν την πόρτα της εξόδου, βρίσκονται στο «βαθύ ψυγείο» ή αντιμετωπίζονται ως 2ης κατηγορίας, προσλήψεις ημετέρων. Πιο πρόσφατο παράδειγμα η ανάρτηση οδηγιών για τα «απαγορευμένα» πλάνα από την Ικαρία αλλά και τα αντίστοιχα στην υπόθεση Λιγνάδη. Ίσως έτσι να ερμηνεύεται η σπουδή για υπαγωγή της ΕΡΤ και του ΑΠΕ-ΜΠΕ στη δικαιοδοσία του πρωθυπουργού αλλά και η επιλογή του διευθυντή του γραφείου Τύπου του για τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της ΕΡΤ. Αυτό όμως που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται οι «άριστοι» της κυβέρνησης είναι ότι η ΕΡΤ υπήρχε και θα υπάρχει και μετά από αυτούς. Και πως κανείς δεν είναι μόνιμος σε αυτή τη θέση. Αυτό που βάλλεται και ευτελίζεται είναι η αξιοπιστία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης. Κι αυτό είναι κάτι στο οποίο οι ίδιοι οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ πρέπει να αντιταχθούν.

Η στροφή προς το Κέντρο

-Πάμε λίγο και στα εσωκομματικά. Είστε ένα από τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που διαφωνείτε με τη στροφή προς το Κέντρο. Γιατί υιοθετείτε αυτή την τοποθέτηση;

-Πολλές φορές – εκούσια ή ακούσια – παρατηρείται μία σύγχυση. Θα ήθελα κατ΄αρχάς να ξεκαθαρίσουμε ότι το Κέντρο είναι ένας πολιτικός όρος και υπ΄αυτή την έννοια ανοιχτός σε προσεγγίσεις αρκεί να παραμένει σαφές το δικό μας ιδεολογικοπολιτικό στίγμα. Από κει και πέρα, υπάρχει η διαβόητη μεσαία τάξη την οποία πρέπει να δούμε ποιοι την απαρτίζουν. Γιατί αν μιλάμε πχ για το τεράστιο πλήθος των μικρών και μεσαίων ιδιοκτητών, των μικροεπιχειρηματιών, των επιστημόνων, των ελεύθερων επαγγελματιών, των δημοσίων υπαλλήλων, των μεσαίων αγροτών – που στην, προ μνημονίων εποχή, έβλεπαν το εισόδημά τους να αυξάνεται συμβάλλοντας έτσι και στην κοινωνική τους άνοδο – τότε μιλάμε για τους ίδιους ανθρώπους που, μαζί με τους ασθενέστερους, «τσακίστηκαν» περισσότερο από την κρίση.

Με τι αφήγημα λοιπόν απευθύνεσαι στους ανθρώπους αυτούς; Με ένα αφήγημα κεντρώων χαρακτηριστικών που έφτασαν τη σοσιαλδημοκρατία – και τον εγχώριο εκφραστή της, το ΠΑΣΟΚ – στο να είναι ο μεγάλος πολιτικός χαμένος την περίοδο της κρίσης ή με ένα αφήγημα που θα ανταποκρίνεται στις νέες τους ανάγκες και στις ανάγκες μιας περιόδου που οξύνει τους πολιτικούς και κοινωνικούς ανταγωνισμούς;

Γιατί όταν παγκοσμίως ζούμε την άνοδο του νεοσυντηρητισμού, όταν έχουμε απέναντί μας την κυβέρνηση της ΝΔ – μια κυβέρνηση σκληρή νεοφιλελεύθερη, που βλέπει την κρίση ως ευκαιρία προώθησης της ιδεολογικοπολιτικής της ατζέντας – όταν η πανδημία ανασυνθέτει οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις, μόνο μια ριζοσπαστική Αριστερά με σαφές ιδεολογικό στίγμα και στη βάση προγράμματος μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να είναι η απάντηση.

Και για να μην παρεξηγηθώ – επειδή πολύς λόγος γίνεται, άλλοτε καλοπροαίρετα και άλλοτε κακοπροαίρετα : είναι άλλο θέμα το σε ποιους απευθύνεσαι, αν απευθύνεσαι δηλαδή σε παραδοσιακά κεντρώους και κεντροαριστερούς ψηφοφόρους και άλλο αν αλλάζεις την πολιτική στρατηγική σου. Είμαι σαφέστατα υπέρ της πλατιάς απεύθυνσης. Ταυτόχρονα, είμαι της άποψης ότι σε περιόδους σαν αυτή που διανύουμε, όπου με αφορμή την ανάλγητη κυβερνητική πολιτική φουσκώνει ένα μεγάλο κύμα δυσαρέσκειας και γεννιέται μια νέα κατάσταση κοινωνικής ριζοσπαστικότητας – μια πρώτη γεύση έδωσαν τα ογκώδη πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια – ο ΣΥΡΙΖΑ έχει χρέος να επιμένει αταλάντευτα στις αρχές και τις αξίες της Αριστεράς από τις οποίες μόνο κέρδος θα έχει, ηθικά και πολιτικά. Το να είμαστε, για παράδειγμα, ξεκάθαρα οριοθετημένοι απέναντι σε ξενοφοβικές κραυγές, να μην ανεχόμαστε την κατάλυση του κράτους δικαίου και το ενδεχόμενο να πεθάνει κρατούμενος από απεργία πείνας – όποιος και αν είναι αυτός – ή να παλεύουμε για τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, είναι κάτι που δεν πρέπει καν να συζητιέται.

Υπάρχει 1,5 εκατομμύριο κόσμος που δεν πήγε να ψηφίσει στις τελευταίες εκλογές. Τον κόσμο αυτό, όπως και ένα μεγάλο ποσοστό της νεολαίας, που γυρίζει την πλάτη στην πολιτική, οφείλει να (επανα)προσεγγίσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Ακούγοντας με προσοχή τι έχουν να μας πουν και έχοντας ως παράδειγμα προς αποφυγή, το καταδικασμένο – ακόμα και στη συνείδηση όσων κάποτε το υπηρέτησαν – μοντέλο των όποιων κεντρώων συναινέσεων που μόνο αποτελεσματικές δεν είναι, όπως αποδεικνύει και η πρόσφατη πολιτική ιστορία.

Πηγή: CNN Greece