Macro

Αννέτα Καββαδία: Αχ βρε έρμε Αριστοφάνη

 
 
«Μα, Απόκριες είναι, η παράδοση το επιβάλλει». «Αμάν πια με την πολιτική ορθότητα, θα βάλουμε όρια και στη σάτιρα;». «Τόσα χρόνια με τους Φίφηδες δεν γελούσαμε στις παλιές, ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες; Ή με τον αράπη, ή με τη γυναίκα που ήθελε τη φάπα της για να στρώσει. Τώρα σας πείραξε;».
 
Σαν να τους βλέπω και να τους ακούω. Μαζεμένοι στα καφενεία, να μην μπορούν να συνειδητοποιήσουν προς τι ο θόρυβος.
 
Σαν το ομοφοβικό παραλήρημά τους απέναντι στον Στέφανο Κασσελάκη –η φωτογραφία του οποίου, με γυναικεία ρούχα, κατακόκκινο κραγιόν και το σκουπόξυλο διακριτό …αξεσουάρ, «έντυσε», μαζί με τις αντίστοιχες ιαχές, τον αποκριάτικο καρνάβαλό τους– να είναι κομμάτι της λαϊκής παράδοσης που οφείλει, μάλιστα, να περάσει από γενιά σε γενιά.
 
 
Δεν έχουν, πραγματικά, σημασία τα ονόματα. Την περασμένη εβδομάδα ήταν τα χωριά Μωραϊτικα στην Κέρκυρα και Αγία Παρασκευή στη Λέσβο –ενδεχομένως και άλλα, ποιος ξέρει, δεν βγαίνουν άλλωστε όλα στη δημοσιότητα– αύριο θα είναι κάπου αλλού. Έρπουσα ομοφοβία, διάχυτος σεξισμός, αναπαραγωγή μεσαιωνικών και κακοποιητικών στερεοτύπων –πάντα στο όνομα της παράδοσης, φυσικά!– κακόγουστο, ελεεινό «χιούμορ», όλα αυτά σ’ έναν σφιχτό εναγκαλισμό μπροστά μάλιστα στα μάτια παιδιών και εφήβων! Και με ένα κοινό που γελούσε περιχαρές, που διασκέδαζε(!) με την καρδιά του, που επιδοκίμαζε τόσο τα λεγόμενα, όσο και τα δρώμενα.
 
 
Μόνο σάτιρα δεν είναι
 
 
Ασφαλώς και η σάτιρα δεν επιδέχεται λογοκρισία. Μπορεί, και οφείλει, να σατιρίζει τα πάντα, υλικό προσφέρεται άλλωστε άφθονο. Κανείς δεν μένει στο απυρόβλητο, ούτε φυσικά και οι πολιτικοί οι οποίοι, κατά κανόνα, έχουν τέτοιες μέρες την τιμητική τους. Δεν πρόκειται όμως γι’ αυτό. Αυτό που συνέβη το περασμένο Σάββατο στη Λέσβο ή την Κυριακή στην Κέρκυρα, λίγες μάλιστα ώρες μετά το παρ’ ολίγον λιντσάρισμα δύο κουήρ ατόμων στη Θεσσαλονίκη, δεν είχε τίποτα να κάνει με σάτιρα.
 
Διάλεξαν τον Στέφανο Κασσελάκη όχι για την πολιτική του ιδιότητα, αλλά για την ανοιχτά γκέι ταυτότητά του. Δεν έκαψαν τον καρνάβαλο πολιτικό, αλλά τον ομοφυλόφιλο πολιτικό. Και μαζί με αυτόν έκαιγαν τον Βαγγέλη Γιακουμάκη, τη Δήμητρα της Λέσβου, τον Ζακ Κωστόπουλο. Μπέρδεψαν (συνειδητά ή μη, ουδόλως ενδιαφέρει) τη διονυσιακή, καρναβαλική σάτιρα, με την ύβρη.
 
Γιατί στο μυαλό, και στην κοσμοθεωρία κάποιων, ο γκέι άντρας είναι άξιος χλεύης. Ως εκ τούτου, ούτε που τους περνάει από το μυαλό πως με το σεξιστικό και ομοφοβικό κατασκεύασμα το οποίο δημιούργησαν –γύρω από το οποίο πλήθος παιδιών τραγουδούσαν και χόρευαν, με το ρατσιστικό, όσο κι αν δεν το παραδέχονται, παραλήρημα στο οποίο επιδόθηκαν– έβαζαν κι αυτοί το λιθαράκι τους στη διάχυση και την ενδυνάμωση της ακροδεξιάς ιδεολογίας, την οποία –πολύ πιθανό– κάποιοι από αυτούς αποστρέφονται.
 
 
Τίποτα απλό, τίποτα τυχαίο
 
 
Φυσικά, τέτοιου είδους προσεγγίσεις δεν έρχονται σε ουδέτερο χρόνο. Δεν μπορούν να ιδωθούν έξω από το ευρύτερο πλαίσιο συγκεκριμένων πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών διεργασιών ούτε είναι άσχετες με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που συγκεκριμένοι θεσμικοί φορείς, όπως λόγου χάρη η εκκλησία, τεχνηέντως καλλιεργούν. Δεν είναι, για παράδειγμα, μυστικό πως η Μητρόπολη Κέρκυρας έθεσε εκτός εκκλησίας δύο βουλευτές του νομού –Αλ. Αυλωνίτη (ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ) και Δ. Μπιάγκη (ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝ.ΑΛ)– γιατί στήριξαν το νομοσχέδιο για τον γάμο ανεξαρτήτως φύλου, καλώντας τους να απέχουν από οποιαδήποτε εκκλησιαστική εκδήλωση και απαγορεύοντάς τους να μετέχουν και της θείας κοινωνίας.
 
 
Όταν, λοιπόν, το σήμα που εκπέμπεται, αγγίζει τα όρια του σκοταδισμού, όταν ο σεβασμός στη διαφορετικότητα δεν θεωρείται αυτονόητος, όταν η ορατότητα και η συμπερίληψη παραμένουν ακόμα ζητούμενα, τότε το να φτιάξεις ένα άθλιο, κακόγουστο, σκιάχτρο και να το περιφέρεις κανιβαλίζοντας τη ζωή ενός ανθρώπου –όχι για αυτά που πρεσβεύει ως δημόσιο πρόσωπο, αλλά για τις προσωπικές του επιλογές– δεν πρέπει, δυστυχώς, να εκπλήσσει. Αφού, κάλλιστα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αποτύπωση μιας κουλτούρας η οποία μεθοδικά καλλιεργείται, με πολυάριθμο, δυστυχώς, κοινό να την ενστερνίζεται.
 
 
 
Κατά μέτωπο ιδεολογική αντιπαράθεση
 
 
Ναι, η επίθεση στη Θεσσαλονίκη και τα όσα συνέβησαν στα καρναβάλια στην Κέρκυρα και τη Λέσβο, μπορεί να έχουν άλλου είδους αφετηριακή λογική, στο δια ταύτα ωστόσο επικοινωνούν. Γιατί είναι όλα εκφάνσεις ενός σκεπτικού που νομιμοποιεί την ομοφοβία, τον σεξισμό, το μίσος και τελικά το λιντσάρισμα και τη βία. Κι εδώ ακριβώς έγκειται η πρόκληση για την Αριστερά, για όλες τις προοδευτικές δυνάμεις του τόπου.
 
Αυτό που πρέπει να δουλευτεί είναι ο τρόπος με τον οποίον θα βοηθηθούν νεότερες, κυρίως, ηλικιακές ομάδες, να διακρίνουν τον υπαρκτό κίνδυνο της Ακροδεξιάς. Ο τρόπος με τον οποίον θα χτυπηθεί η σύγχυση που τους προκαλεί η έμμεση απενεχοποίηση της ακροδεξιάς ρητορικής και του ρατσιστικού λόγου, κυρίως από τα ΜΜΕ. Ο τρόπος με τον οποίον θα αντιληφθούν το διακύβευμα και δεν θα πέφτουν στην παγίδα του εύκολου, του εύπεπτου, του «πιασάρικου».
 
 
Ας δουλευτεί, λοιπόν, ένας καθαρός προγραμματικός λόγος με διακριτές ιδεολογικές αναφορές και συγκεκριμένες προτάσεις.
 
Ο οποίος θα εμπλουτίζεται και με τη διαρκή επίκληση της συλλογικής μνήμης, περίοπτη θέση στην οποία θα πρέπει να έχουν οι επιπτώσεις των ακροδεξιών και εθνικιστικών πολιτικών στη σταθερότητα, στην ειρήνη, στην κοινωνική ευημερία, στα δικαιώματα, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με τις ευρωεκλογές, άλλωστε, προ των πυλών, η συζήτηση καθίσταται κάτι περισσότερο από αναγκαία.

Αννέτα Καββαδία