«Οι διαμαρτυρίες για τα Τέμπη, ιδίως οι πιο πρόσφατες, ενσαρκώνουν μια πολιτική της συν-κίνησης», τονίζει μεταξύ άλλων ο καθηγητής Αλ. Κιουπκιολής: «Κι αυτό το συναίσθημα της απώλειας και της οργής δημιουργεί συλλογική κίνηση». Μια συζήτηση για την πολιτική κινητοποίηση, τις θανατοπολιτικές, το πένθος, το ανοιχτό παράθυρο για την επινόηση νέων πολιτικών σχημάτων.
Οι κινητοποιήσεις για τα Τέμπη τάραξαν τα λιμνάζοντα νερά. Είμαστε, πιστεύεις, μπροστά στη διαμόρφωση ενός κινήματος ή είμαστε σε μια κομβική στιγμή;
Η κινητοποίηση αυτή κρατά περίπου δύο χρόνια και προσλαμβάνει σταδιακά συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Το αν πρόκειται για ένα κοινωνικό κίνημα, με έναν ιδιαίτερο ερμηνευτικό πλαίσιο για τον κόσμο και μια ιδιαίτερη πρακτική παρέμβασης και κοινωνικού μετασχηματισμού, είναι υπό συζήτηση. Η κοινωνική κίνηση είναι υπό διαμόρφωση.
Πρόκειται για μια πολιτική κινητοποίηση θεωρείς; Γίνεται πολλή συζήτηση για το αν πρέπει να πολιτικοποιηθεί αυτή η κινητοποίηση, με την κυβέρνηση να κάνει λόγο ακόμα και για εργαλειοποίηση από πλευράς της αντιπολίτευσης.
Οι διαμαρτυρίες για τα Τέμπη, ιδίως οι πιο πρόσφατες, ενσαρκώνουν μια «πολιτική της συν-κίνησης». Εμφορούνται από συναισθηματική ένταση, το πένθος των ανθρώπων που έχασαν τους δικούς τους και άλλων που συμπάσχουμε. Κι αυτό το συναίσθημα της απώλειας και της οργής δημιουργεί συλλογική κίνηση. Φέρνει κόσμο μαζί, στους δρόμους, με την υποκίνηση μιας συγκινησιακής δύναμης που έχει διάφορες εκφάνσεις: το πένθος και την οργή για τον μη καταλογισμό πολιτικών και ποινικών ευθυνών για το έγκλημα. Αλλά πλέον και στοιχεία ελπίδας και αμοιβαίας ενδυνάμωσης. Ζήσαμε πριν δύο εβδομάδες μια από τις μεγαλύτερες σε μαζικότητα και ένταση κινητοποιήσεις από το 2015. Αναβιώνει η ελπίδα ότι η κοινωνία δεν έχει ισοπεδωθεί σε ό,τι αφορά την ετοιμότητά της να κινητοποιηθεί· ότι δεν έχουμε λοβοτομηθεί.
Το πένθος θα περίμενε κανείς ότι αδρανοποιεί, ενώ τώρα -βέβαια δύο χρόνια μετά- φαίνεται ότι καταφέρνει το ακριβώς αντίθετο. Δεν είναι η πρώτη φορά, το ζήσαμε και με τη δολοφονία του Φύσσα. Είναι όμως εξαίρεση ή είναι κάτι που παρατηρείται;
Η Αθηνά Αθανασίου έχει συλλάβει με οξυδέρκεια τις πολιτικές εκφράσεις του πένθους με τους όρους του «αγωνιστικού πένθους». Θα λέγαμε ότι ένα τέτοιο πένθος αντιμετωπίζει την απώλεια όχι μόνον με εσωτερικές διεργασίες, αλλά τη δημοσιοποιεί, τη συλλογικοποιεί, και επιδίδεται και σε αγωνιστική δράση γύρω από αυτή, διεκδικώντας δικαιοσύνη και το δικαίωμα στη ζωή, τα δικαιώματα υποκειμένων που δεν αναγνωρίζονται ως άξια να ζουν. Η περίπτωση των Τεμπών είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πενθούμε τις ζωές των ανθρώπων που χάθηκαν στο τρένο, αλλά και την απώλεια του «ορίζοντα των προσδοκιών» από το 2015 και μετά, τις καλύτερες ζωές που θα θέλαμε, μέσα από τη συλλογική κίνηση στον δημόσιο χώρο.
Αυτές οι πολιτικές του πένθους συνδέονται με τις πολιτικές της (στ)οργής και της φροντίδας. Έχουν μια διεθνή διάχυση τα τελευταία χρόνια, αλλά αναδύθηκαν οργανικά και στην Ελλάδα. Εδώ έχουν επίκεντρο συχνά μορφές γυναικών και γονέων, όπως η Μάγδα Φύσσα και τώρα η Μαρία Καρυστιανού ή ο Γιάννης Μάγγος. Οι συναφείς κινητοποιήσεις θα μπορούσαν συνεπώς να εμφανίζουν πολύ συντηρητικά χαρακτηριστικά, να τρέφουν το κατεξοχήν συντηρητικό τρίπτυχο «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια». Αντίθετα, από τη Μάγδα Φύσσα προσέλαβαν αντιφασιστικά χαρακτηριστικά, και συχνά εναντιώνονται σε αυταρχικές πολιτικές και στην πατριαρχία. Στις κινητοποιήσεις του αγωνιστικού πένθους και της (στ)οργής εντάσσονται οι διαμαρτυρίες για τις γυναικοκτονίες, τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου, τον φόνο του Βασίλη Μάγγου, τα Τέμπη, το ναυάγιο της Πύλου, για το οποίο δεν είχαμε δυστυχώς αντίστοιχα μαζική εκδήλωση. Με την «πολιτική της συν-κίνησης», τα άτομα αλληλοϋποστηρίζονται δημόσια σε συνθήκες απώλειας, βαθιάς θλίψης και απελπισίας. Αλληλοενδυναμώνονται, εκφράζοντας την αλληλεγγύη τους. Διεκδικούν μαζί ζωή και ελπίδα. Οξυγόνο και δικαιοσύνη.
Έχω την αίσθηση ότι εσχάτως η κυβέρνηση έχει αρχίσει και συνειδητοποιεί τη δυναμική του κινήματος των μανάδων που περιγράφεις, γι’ αυτό και προσπαθούν να υψώσουν έναν τοίχο ανάμεσα στους γονείς που πενθούν και σε όποιον άλλον κινητοποιείται, πόσω μάλλον τα κόμματα, ώστε να μην διαμορφωθεί ένα αντικυβερνητικό αίτημα. Μπορεί να το ελέγξει και να αποτρέψει την αντικυβερνητική στροφή;
Αυτό είναι το διακύβευμα. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε τι θα γίνει γιατί πρόκειται για ένα πεδίο πολιτικού αγώνα και σύγκρουσης. Σίγουρα η κυβέρνηση επιδίδεται σε μια προσπάθεια ενσωμάτωσης της διαμαρτυρίας με στόχο να της αφαιρέσει την πολιτική της δυναμική -περίπου αυτό που ο Γκράμσι ονόμαζε «παθητική επανάσταση». Είναι σαφώς πολιτική η κινητοποίηση, και η άρνηση του πολιτικού της χαρακτήρα είναι επιτελεστική, δηλαδή δεν διαπιστώνει, αλλά δρα με σκοπό να απογυμνώσει τη δια-μαρτυρία από το πολιτικό της περιεχόμενο για να την θέσει υπό έλεγχο. Οι «πολιτικές της συν-κίνησης» έχουν καταφέρει νίκες, όπως είδαμε μετά τη δολοφονία του Φύσσα, αλλά και πρόσφατα με τη δικαστική απόφαση για τον Βασίλη Μάγγο, όπως και μετά τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου, όταν η συλλογική δράση έδωσε ορατότητα στην φονική έμφυλη βία. Η πολιτική αιχμή της κινητοποίησης για τα Τέμπη είναι ότι φέρνει στο φως με πολύ άμεσο, απτό, βιωματικό τρόπο, το πώς οι πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού είναι πολιτικές θανάτου. Ο εκφυλισμός των υποδομών του δημόσιου, οι ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων αγαθών -εδώ του σιδηρόδρομου-, το κράτος της επιχειρηματικής διαπλοκής και της κοινωνικής ανευθυνότητας είναι κλασικές πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού παγκόσμια. Και είναι θανατοπολιτικές.
Γίνεται αυτή η αναγωγή στον νεοφιλελευθερισμό από τον ευρύτερο κόσμο ή είναι κάτι που περιορίζεται στα κόμματα, και δη της Αριστεράς; Νομίζω ότι έφτασε πολύ κοντά ο κόσμος σε αυτό με τον κορονοϊό, τους κλειστούς αυτοκινητόδρομους στον χιονιά ή και αυτές τις μέρες τους σεισμούς στην Σαντορίνη και την υπερδόμηση, αλλά δεν έκανε εν τέλει αυτή τη σύνδεση.
Αρχίζει, ωστόσο, να διαχέεται αυτή η αντίληψη. Το αν θα βαθύνει η συνειδητοποίηση των πολιτικών αιτιών αυτής της τραγωδίας και θα αρθρωθεί μετά ένα συγκεκριμένο αίτημα είναι πολιτικό ζητούμενο. Έχουμε φτάσει στους αρμούς. Το πώς θα αρθρώσουμε τις πολιτικές συνδέσεις και θα εξαπλωθεί μια συγκεκριμένη πολιτικοποίηση των ευθυνών είναι καίριο ερώτημα.
Ο ρόλος των κομμάτων της Αριστεράς ποιος είναι σε αυτό το κρίσιμο σταυροδρόμι που περιγράφεις;
Να αναδείξουν τα βαθύτερα πολιτικά αίτια αυτής της τραγωδίας. Να υποστηρίξουν από τη θεσμική τους θέση την αναζήτηση των πολιτικών ευθυνών και τη λογοδοσία. Να δείξουν ότι δεν πρόκειται για μια «άτυχη στιγμή», αλλά ότι ο θάνατος απορρέει συστημικά από όλο το πλέγμα των πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού. Η συγκυρία δεν πρέπει να αξιοποιηθεί με στενά κομματικούς ή αντιπολιτευτικούς όρους, με στόχο μια κυβερνητική αλλαγή. Είναι απαραίτητη η κυβερνητική αλλαγή άμεσα. Αλλά χρειάζεται μεγάλη προσοχή στο πώς θα γίνει. Γιατί είναι πιθανόν να οδηγήσει στην αποδυνάμωση της βαθύτερης πολιτικοποίησης που θα μπορούσε να αναπτυχθεί. Και θα μείνουμε ξανά σε κόμματα που διεκδικούν την εξουσία και μετά τη χάνουν, αφού απορρόφησαν στο μεταξύ την πλατύτερη δυναμική της κοινωνικής κίνησης. Αυτό έγινε με το κίνημα των πλατειών, το οποίο ταυτίστηκε εν τέλει με τον ΣΥΡΙΖΑ από τη δεξιά και μερίδες της κοινωνίας, ενώ τον υπερέβαινε. Είναι πολύ κρίσιμο η πορεία της όποιας αντικυβερνητικής παρέμβασης να μη λειτουργήσει αποδυναμωτικά, ούτε τώρα ούτε στο άμεσο μέλλον, για αυτή την κινητοποίηση.
Τώρα έχουμε δύο διαφορετικές συνθήκες: και δεν υπάρχει ένας φορέας να υποδεχτεί τη διαμαρτυρία και η επιφύλαξη απέναντι στα κόμματα είναι πολύ μεγαλύτερη. Αυτή η μεταφορά προς την πολιτική έχει δυσκολίες σε αυτή τη συγκυρία.
Πολύ μεγάλες, αλλά δημιουργούνται και ορισμένες ευκαιρίες. Η πιο βραχυπρόθεσμη είναι να πέσει η συγκεκριμένη κυβέρνηση της Δεξιάς, η οποία ασκεί θανατοπολιτικές. Θα ενεργοποιηθούν τα αντανακλαστικά υπαρκτών πολιτικών δυνάμεων σε θεσμικό επίπεδο για να ανατραπούν οι συνέπειες των πολιτικών του θανάτου; Αν οι κύριοι φορείς του χώρου αυτού σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και των ευθυνών τους, μπορεί να σχηματιστεί μια κυβέρνηση συνασπισμένων δυνάμεων της κεντροαριστεράς στο κοντινό μέλλον. Θα πρέπει να σκεφτούν πολύ σοβαρά με τι όρους θα γίνει αυτό, για να μην οδηγήσουν ξανά σύντομα στην απογοήτευση, το ξεφούσκωμα και την επάνοδο της κυβέρνησης της Δεξιάς.
Πριν να φτάσουμε, όμως, εκεί, η νέα συνθήκη που έχουμε σήμερα αφήνει ένα ανοιχτό παράθυρο για την επινόηση νέων πολιτικών σχημάτων, με άλλα χαρακτηριστικά, που μεσοπρόθεσμα θα φέρουν κάτι καινούργιο. Εκείνο που έχει σημασία και για τους ήδη υπάρχοντες φορείς, αλλά και για τους δημιουργούς νέων σχημάτων οργάνωσης, είναι να μάθουν από την πολιτική της συν-κίνησης σε πολλά επίπεδα. Την περίοδο του 2011-12, όταν πια διατυπώθηκε το αίτημα οι πλατείες να μπουν στην βουλή, με έναν θεσμικό εκπρόσωπο, υπήρχε και στο επίπεδο της κοινωνικής κινητοποίησης και στο επίπεδο των θεσμικών διεκδικητών μια επιπολαιότητα, μια βιασύνη και μια σχετική αλαζονεία. Έτσι τράφηκε η ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να πετύχουμε σχετικά εύκολα με το «θέλω» μας, και να ανατρέψουμε ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς λιτότητας που επιβάλλεται από παγκόσμιες και εγχώριες σχέσεις εξουσίας με βαθιές ρίζες και κραταιά ισχύ.
Το βάθος που έχει η σημερινή κινητοποίηση, επειδή διαπερνάται από το πένθος για τη θνητότητά μας, μπορεί και πρέπει να επηρεάσει αυτές τις διαθέσεις και να καλλιεργήσει μια στάση υπαρξιακού αναστοχασμού με μακρύ χρονικό ορίζοντα, και μια καρτερικότητα και επιμονή, σε όποια μορφή πολιτικής δράσης προκύψει. Είναι ευκαιρία να συγκροτηθεί μαζικά και ισχυρά μια πολιτική αντιπρόταση με κεντρικό επίδικο να σταματήσουμε την καταστροφή της ζωής όλων στον πλανήτη και, επίσης, να κάνουμε πολιτική με διαφορετικό τρόπο, όπως αυτός που αναδεικνύεται στην κινητοποίηση των Τεμπών. Μια πολιτική που δεν θα έχει χαρακτηριστικά επιθετικού ανταγωνισμού, βιαιότητας, ναρκισσισμού, δογματικής βεβαιότητας, ισχυρών ιεραρχιών ή προσωποκεντρισμού, αλλά θα καλλιεργεί σχέσεις κοινωνικής αλληλεγγύης, ισοτιμίας και συλλογικής φροντίδας.
Όταν τέθηκε, μετά τις γαλλικές εκλογές, το ζήτημα του Γαλλικού Μετώπου και στην Ελλάδα, η συζήτηση αναδείκνυε ότι δεν υπάρχει επαρκής λόγος για να συμβεί αυτό. Υποστηρίζεις ότι πλέον υπάρχει;
Υπήρχε και από τις προηγούμενες εκλογές επαρκής λόγος. Επαρκής πολιτική εκπροσώπηση και οργάνωση μιας αντιηγεμονικής δύναμης δεν υπάρχει. Ο λόγος ήταν πάντα εκεί, με τις νεοφιλελεύθερες, αυταρχικές και συντηρητικές πολιτικές που εφαρμόζονται συστηματικά από το 2019. Πολιτικές που καταλύουν ό,τι είχε μείνει όρθιο από το κράτος πρόνοιας, το λεηλατούν, διογκώνουν δραματικά τις ανισότητες και ασκούν πολιτικές θανάτου. Οι πολιτικές της ελληνικής κυβέρνησης πλησιάζουν αυτά που θα έκανε η Λεπέν για το μεταναστευτικό και άλλα, αλλά έχουν μια μεγαλύτερη διακριτικότητα. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εφαρμόζει πολιτικές εκδίωξης και εκφοβισμού των προσφύγων και των μεταναστών/-ριών, ενίσχυσης της πατριαρχίας, στοχοποίησης της έμφυλης και σεξουαλικής διαφοράς. Ελέγχει τα ΜΜΕ και παραβιάζει βασικούς θεσμικούς κανόνες. Τα Τέμπη και η Πύλος, ειδικότερα, κάνουν ορατό τον χαρακτήρα της θανατοπολιτικής του αυταρχικού, συντηρητικού νεοφιλελευθερισμού που διακονεί.
Είναι ανοιχτό διακύβευμα το τι θα φέρει η κινητοποίηση για τα Τέμπη. Εκείνο που ήδη συμβαίνει, με την επίμονη πολιτική της συν-κίνησης αυτών των ανθρώπων, είναι μια καθημερινή διάβρωση της ηγεμονίας της νεοφιλελεύθερης δεξιάς. Και αυτό είναι γεγονός, όπως φανερώνουν και οι αντιδράσεις της. Και ελπιδοφόρο. Είναι μέρος του πολέμου θέσεων ενάντια στην κατεστημένη ηγεμονία. Μένει να οργανωθεί περαιτέρω.
Είναι ένα ανοιχτό ερώτημα αν η Αριστερά έχει την κουλτούρα, τη διορατικότητα αν θες, να αφήσει χώρο σε αυτό να αναπτυχθεί χωρίς να προσπαθήσει να το εκπροσωπήσει.
Ακόμη ένα μεγάλο ερώτημα. Πώς οι πιο παραδοσιακές μορφές πολιτικής οργάνωσης ή και κινηματικής δράσης δεν θα επιδιώξουν να εκπροσωπήσουν αυτή την κινητοποίηση, ή ακόμα και να τη χειραγωγήσουν, για μικροπολιτικά οφέλη. Κύριο ζητούμενο για όσους/ες ανήκουμε ευρύτερα στον πολιτικό ορίζοντα μιας ριζοσπαστικής οικολογικής δημοκρατίας είναι να συμμετέχουμε σε αυτή την ιδιαίτερη πολιτική της συν-κίνησης με τρόπο ο οποίος θα τροφοδοτεί βαθύτερα έναν αναστοχασμό και μια συναισθηματική προδιάθεση που θα μπορέσουν να δημιουργήσουν κάτι καλύτερο και πιο ουσιαστικές αντιστάσεις, παρεμβάσεις και νίκες στο μέλλον.
Ιωάννα Δρόσου, Παύλος Κλαυδιανός
Η ΕΠΟΧΗ