Macro

Κύρκος Δοξιάδης: Το φάντασμα του αρχηγισμού

Από τη μια, κάποια στελέχη και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθούν να λοξοκοιτάζουν προς την ΕΛΑΣ, από την άλλη κάποιοι εμφανίζονται ως «αντι-τσιπρικοί». Οι δεύτεροι δεν είναι και τόσο πειστικοί

Από τότε που αποχώρησε ο Στέφανος Κασσελάκης από τον ΣΥΡΙΖΑ, εδώ και δύο χρόνια περίπου, τίθεται το ζήτημα της πιθανής συνεργασίας μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς – ανάλογα με τη φάση και την εκάστοτε συγκυρία, λιγότερο ή περισσότερο άμεσα και επιτακτικά. Τούτο το γεγονός από μόνο του σημαίνει πως για αρκετούς που συμμετείχαν στην ίδρυση της Νέας Αριστεράς το καθοριστικό πρόβλημα που είχαν με τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν η εκλογή και η παραμονή του Κασσελάκη στην προεδρία. Και ότι κατά συνέπεια, από τη στιγμή που τούτο το πρόβλημα έπαψε να υπάρχει, δεν υφίσταται πλέον λόγος για την εξακολούθηση του διαχωρισμού των δύο κομμάτων.

Δύο ερωτήματα βέβαια προκύπτουν ως προς αυτό. Το πρώτο είναι πώς συμβιβάζονται όσοι από τη Νέα Αριστερά μιλούν για συνεργασία με το γεγονός πως οι εναπομείναντες στον ΣΥΡΙΖΑ μετά το φθινόπωρο του 2023 ανέχτηκαν και στήριξαν τον Κασσελάκη επί έναν χρόνο. Και μια πιθανή απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι πως δεν αρκεί μια διαφωνία σε ένα συγκεκριμένο θέμα που τώρα ανήκει πρακτικά στο παρελθόν για να παρατείνει ες αεί έναν απόλυτο θεσμικό διαχωρισμό μεταξύ πρώην συντρόφων με πολυετή συμπαρουσία στον ίδιο κομματικό φορέα. Τούτη όμως η πιθανή απάντηση μας οδηγεί μοιραία στο δεύτερο ερώτημα, που φαίνεται κάπως πιο αμείλικτο. Η εκλογή και η ενιαύσια παραμονή του Κασσελάκη στην προεδρία του κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς ήταν ένα ειδικό και συγκεκριμένο ατυχές συμβάν ή μήπως οι συνθήκες που το δημιούργησαν ήταν πολύ γενικότερες και βαθύτερες και συνεπώς δεν γίνεται να δεχτούμε ότι εξαλείφθηκαν μαζί με το φαινόμενο που προκάλεσαν;

Σε προηγούμενο άρθρο μου, με τίτλο «Κίνητρα και αντικίνητρα για συνεργασία» («Εφ.Συν.», 15.9.2026), είχα καταλήξει στο συμπέρασμα πως βασικό αντικίνητρο της Νέας Αριστεράς για συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι το πολύ πιθανό ενδεχόμενο οι βουλευτές του δεύτερου να διαλύσουν τη συνεργασία και να πάνε με την ΕΛΑΣ –έχοντας παραδώσει πρώτα τις έδρες τους, εννοείται– κρίνοντας πως με το κόμμα του Τσίπρα έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να επανεκλεγούν. Οφείλω τώρα να εξηγήσω πως με αυτή μου την εκτίμηση δεν αναφέρομαι σε έναν «κυνικό» και υπολογιστικό καιροσκοπισμό από την πλευρά των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ. Για τον απλούστατο λόγο ότι, ακόμα και αν παραδώσουν τις έδρες τους, ο Τσίπρας δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα τους δεχτεί ως υποψήφιους βουλευτές του κόμματός του – και αυτό οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ το γνωρίζουν. Οι πιθανότητες να επανεκλεγούν θα είναι όντως περισσότερες με την ΕΛΑΣ, υπό τον όρο ότι… θα είναι όντως υποψήφιοι. Τι τους εγγυάται όμως ότι ο Τσίπρας δεν θα προτιμήσει πρόσωπα που έχουν ήδη εισρεύσει στο κόμμα του από την ίδρυσή του – αν όχι νωρίτερα κιόλας, διά μέσου του Ινστιτούτου του;

Η επίγνωση ακριβώς τούτης της αβεβαιότητας ως προς την αποδοχή από τον Τσίπρα εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την αμφιθυμία που τώρα επικρατεί στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στον πρώην πρωθυπουργό και το κόμμα του. Από τη μια, κάποια στελέχη και βουλευτές εξακολουθούν να λοξοκοιτάζουν προς τα εκεί, από την άλλη κάποιοι εμφανίζονται ως «αντι-τσιπρικοί». Οι δεύτεροι δεν είναι και τόσο πειστικοί. Το ότι δεν είναι ιδιαίτερα πειστικοί σχετίζεται με το δεύτερο, πιο «αμείλικτο» ερώτημα που ετέθη παραπάνω. Οσοι δεν έφυγαν το φθινόπωρο του 2023 και ανέχτηκαν επί έναν χρόνο τον Κασσελάκη δεν είχαν ταυτιστεί με κάποιο «σούργελο» που δεν είχε καμία σχέση με την πολιτική. Ας μην υποτιμούμε τόσο πολύ την κρίση τους. Είχαν αποδεχτεί στην πράξη αλλά και στην ιδεολογία τους τη βαθύτερη δομή του ΣΥΡΙΖΑ όπως εκείνη είχε διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια – δομή της οποίας το φαινόμενο Κασσελάκη ήταν το έσχατο επακόλουθο. Το ζήτημα λοιπόν που τίθεται τώρα για τη Νέα Αριστερά είναι αν θα αποφασίσει να συνεργαστεί με ένα κόμμα που κατά τεκμήριο εξακολουθεί να στοιχειώνεται από το φάντασμα του αρχηγισμού.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ