Ένας 76χρονος σκοτώνει στο ξύλο έναν 82χρονο για μια ξαπλώστρα. Την ίδια ώρα, ένας 14χρονος βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση στο νοσοκομείο ύστερα από άγριο ξυλοδαρμό από συνομήλικό του. Δύο πράξεις βίας διαφορετικές μεταξύ τους, με διαφορετικές αφετηρίες, ηλικίες, κοινωνικές διαδρομές, τις οποίες φυσικά δεν μπορούμε να αποδώσουμε σε μία και μοναδική αιτία.
Υπάρχει ωστόσο ένα ερώτημα που επιμένει: τι συμβαίνει σε μια κοινωνία όταν η επιθετικότητα μοιάζει να γίνεται όλο και περισσότερο ο προσφιλής τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι διαχειρίζονται τη διαφωνία, την προσβολή, τη ματαίωση, την αίσθηση αδικίας;
Η απάντηση δεν μπορεί να αναζητηθεί αποκλειστικά στην ψυχολογία του ατόμου. Φυσικά η ατομική ευθύνη, ιδίως όταν η βία γίνεται πράξη, δεν εξαφανίζεται επειδή αναζητούμε τις κοινωνικές της προϋποθέσεις. Αλλά μια κοινωνία δεν είναι απλώς άθροισμα ατομικών παθολογιών. Η βία έχει και κοινωνικό υπόβαθρο.
Η βία κατεβαίνει, ο θυμός κυκλοφορεί οριζόντια
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας καταγράφει, μεταξύ των παραγόντων που συνδέονται με τον κίνδυνο βίας –κυρίως, δε, μεταξύ παιδιών και νέων– τη φτώχεια, την ανεργία, την οικονομική και κοινωνική ανισότητα, την αδυναμία των κοινωνικών δικτύων προστασίας, την ποιότητα της διακυβέρνησης και τις αδύναμες θεσμικές απαντήσεις.
Και η Ελλάδα γνωρίζει από υλικές πιέσεις. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025, το 27,5% του πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ στις ηλικίες 15-29 το ποσοστό σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης έφτανε το 14,7%. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι το 66,8% του πληθυσμού δήλωνε, το 2024, ότι θεωρεί τον εαυτό του υποκειμενικά φτωχό –δείκτης που δεν ταυτίζεται με την αντικειμενική φτώχεια αλλά αποτυπώνει μια ισχυρή αίσθηση οικονομικής πίεσης και ανασφάλειας.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται ένας κρίσιμος κρίκος της αλυσίδας: η σχετική στέρηση. Δεν εξοργίζεται ο άνθρωπος μόνο επειδή δεν έχει. Βοηθούντων και των προτύπων που προωθούνται, εξοργίζεται και επειδή αισθάνεται ότι στερείται κάτι που δικαιούται, ότι άλλοι έχουν πρόσβαση σε πόρους, ευκαιρίες, αναγνώριση ή ασφάλεια που ο ίδιος στερείται. Διαμορφώνοντας έτσι το έδαφος πάνω στο οποίο μπορούν να ανθίσουν η ματαίωση, η ταπείνωση και η οργή.
Και τότε τίθεται το πολιτικό ερώτημα: πού κατευθύνεται αυτή η οργή;
Η απάντηση συναντά, ίσως, την πιο σκοτεινή πλευρά της εποχής μας: η βία κατεβαίνει από πάνω προς τα κάτω αλλά ο θυμός κυκλοφορεί οριζόντια. Ο πολίτης που δεν μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τις αποφάσεις που καθορίζουν το κόστος ζωής του, που προσκρούει καθημερινά στη γραφειοκρατία, που βλέπει σκάνδαλα και αισθάνεται ότι η λογοδοσία εξαντλείται συχνά στους αδύναμους, που ζει με την ανασφάλεια της εργασίας και την αβεβαιότητα του αύριο, δεν παύει να θυμώνει. Όταν όμως ο θυμός δεν βρίσκει συλλογικό και πολιτικό δρόμο έκφρασης, μπορεί να βρει τον πιο εύκολο στόχο: τον διπλανό.
Το «εγώ» εναντίον όλων
Eδώ, η κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία έχει ευθύνη –όχι επειδή «προκαλεί» μηχανιστικά τη βία, αλλά επειδή επί δεκαετίες καλλιεργεί ένα ανθρωπολογικό πρότυπο: το ανταγωνιστικό, αυτάρκες, διαρκώς συγκρινόμενο «εγώ». Ο Άλλος δεν εμφανίζεται πρωτίστως ως συμπολίτης, συνάδελφισσα ή συναγωνιστής, αλλά ως ανταγωνιστής για μια θέση, μια ευκαιρία, έναν πόρο, μια αναγνώριση.
Σε έναν τέτοιο κόσμο, η κοινωνική αποτυχία ιδιωτικοποιείται: αν δεν τα κατάφερες, φταις εσύ. Η συλλογική αδυναμία μεταφράζεται σε προσωπική ανεπάρκεια. Και η προσωπική ανεπάρκεια, όταν συσσωρεύεται, μπορεί να μετατραπεί σε οργή.
Το παράδοξο είναι ότι την ίδια στιγμή που ο καθένας καλείται να είναι «επιχειρηματίας του εαυτού του», αποδυναμώνονται οι χώροι όπου ο άνθρωπος μπορεί να πάψει να είναι μόνος: το σωματείο, η γειτονιά, η συλλογικότητα, η πολιτική οργάνωση, ο σύλλογος. Εκεί όπου η ατομική ματαίωση θα μπορούσε να μετασχηματιστεί σε συλλογική διεκδίκηση και κοινωνική αλληλεγγύη, βρίσκει συχνά απέναντί της –κρίσιμος εδώ ο ρόλος πολλών ΜΜΕ– την αποπολιτικοποίηση και την παραίτηση.
Αντί διεκδίκησης, δημιουργία «ενόχων»
Κι έτσι, συμβαίνει κάτι βαθιά πολιτικό: η οργή αποσυνδέεται από την εξουσία.
Αντί να ρωτήσει κανείς «ποιος αποφασίζει;», ρωτάει «ποιος μου φταίει;». Αντί για το «γιατί συμβαίνει αυτό;», έρχεται το «ποιος είναι μπροστά μου για να πληρώσει;». Αντί για συλλογική διεκδίκηση, προσωπική εκτόνωση.
Συνθήκη εξαιρετικά επικίνδυνη, γιατί μια κοινωνία που εθίζεται στη λεκτική επιθετικότητα, στη διαρκή αγανάκτηση, στον εξευτελισμό του άλλου και τελικά στη σωματική βία, δεν γίνεται απλώς απεχθέστερη αλλά πολιτικά πιο ευάλωτη. Όταν η δημοκρατική διαμεσολάβηση αποτυγχάνει και ο θυμός εδραιώνεται, αποκτούν χώρο ιδεολογίες που υπόσχονται την εύκολη λύση: έναν εχθρό, έναν ένοχο, ένα «καθαρό» εμείς απέναντι σε ένα απειλητικό «αυτοί».
Γνώριμη, ιστορικά, αυτή η διαδρομή. Η μισαλλοδοξία δεν χρειάζεται να ξεκινήσει από το μίσος για να καταλήξει σε αυτό. Αρκεί μια κοινωνία να συνηθίσει πρώτα στην περιφρόνηση, μετά στον εξευτελισμό, ύστερα στην απανθρωποποίηση και, τέλος, στη βία. Η οποία, να γιατί, δεν αντιμετωπίζεται μόνο με περισσότερη αστυνόμευση ή αυστηρότερες ποινές, όσο αναγκαία κι αν είναι η προστασία των θυμάτων και η λογοδοσία των δραστών. Η ίδια η διεθνής βιβλιογραφία για την πρόληψη της βίας υποδεικνύει την ανάγκη παρεμβάσεων στους κοινωνικούς προσδιοριστές της: φτώχεια, ανισότητες, κοινωνική προστασία, σχολείο, οικογένεια, κοινότητα, θεσμούς.
Η απάντηση, επομένως, δεν μπορεί να είναι απλώς περισσότερη καταστολή αλλά περισσότερη δημοκρατία στην καθημερινότητα. Περισσότερη συλλογικότητα, κοινωνική ασφάλεια, αξιοπρεπής εργασία, λειτουργικές δημόσιες υπηρεσίες, θεσμοί που λογοδοτούν, χώροι όπου μπορούμε να ξαναβρεθούμε όχι ως αντίπαλοι αλλά ως σύμμαχοι.
Γιατί ο στόχος δεν είναι να μάθουν απλώς οι άνθρωποι να θυμώνουν λιγότερο αλλά να τους δοθούν ξανά λόγοι, τρόποι και συλλογικές δυνατότητες να μετατρέπουν τον θυμό σε πολιτική πράξη.
Αλλιώς θα συνεχίσουμε να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας για τις ξαπλώστρες, ενώ άλλοι θα συνεχίζουν να αποφασίζουν ποιος έχει δικαίωμα να κάθεται πού.