Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες μια κοινωνία αποκαλύπτεται όχι τόσο από το ίδιο το γεγονός, όσο από τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να μιλήσει γι’ αυτό. Από τα ερωτήματα που θέτει, από εκείνα που αποφεύγει και, κυρίως, από τους ανθρώπους που καλεί να λογοδοτήσουν. Η δολοφονία του 20χρονου Θοδωρή Ζαβραδινού-Καράμπαμπα, από αστυνομικούς, υπήρξε μια τέτοια στιγμή. Πριν ακόμη διατυπωθεί με την απαιτούμενη ένταση το αίτημα για πλήρη διαλεύκανση των συνθηκών του θανάτου του, ένα μέρος του δημόσιου λόγου έσπευσε να μεταφέρει το βάρος της συζήτησης αλλού: στη μητέρα του, στην αναπηρία του, στην ίδια την παρουσία του στον δημόσιο χώρο.
Δεν επρόκειτο για μια στιγμιαία ηθική εκτροπή αλλά για την αποκάλυψη ενός ιδεολογικού μηχανισμού που ενεργοποιείται σχεδόν αντανακλαστικά κάθε φορά που η κρατική βία βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας κρίσης. Ένας μηχανισμός που μετατοπίζει το βλέμμα από την εξουσία στον αδύναμο, από τη λογοδοσία στην ενοχοποίηση του θύματος, από το δικαίωμα στη ζωή στην υποτιθέμενη υποχρέωση του ευάλωτου να αποδείξει ότι άξιζε να προστατευθεί.
Η «κοινή λογική» του αυταρχισμού
Υπ’ αυτή την έννοια, οι ανατριχιαστικές δηλώσεις τόσο του νυν όσο και του πρώην δημάρχου Άργους –Ι. Μαλτέζος και Δ. Καμπόσος– δεν ήταν μια ατυχής εξαίρεση αλλά μια στιγμή ειλικρίνειας. Κι αυτό, γιατί είπαν δημόσια όσα ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας έχει μάθει –με την…πολύτιμη, δυστυχώς, συμβολή μέρους των ΜΜΕ– να θεωρεί σχεδόν αυτονόητα: ότι η αστυνομία δικαιούται εκ των προτέρων την εμπιστοσύνη μας, ενώ οι ευάλωτοι πολίτες οφείλουν διαρκώς να αποδεικνύουν την αθωότητά τους. Ότι η αναπηρία δεν θεμελιώνει αυξημένη κοινωνική ευθύνη προστασίας, αλλά συχνά αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα διαχείρισης. Ότι όταν η κρατική εξουσία ασκεί βία, το πρώτο ερώτημα δεν αφορά τη χρήση της βίας αλλά τη συμπεριφορά εκείνου που τη δέχθηκε.
Έλα όμως που οι δήμαρχοι δεν πέφτουν από τον ουρανό, κάποι@ τους εκλέγουν. Εκφράζουν υπαρκτές κοινωνικές διαθέσεις, συγκροτούν πολιτικές πλειοψηφίες και αναπαράγουν αντιλήψεις που ήδη κυκλοφορούν μέσα στην κοινωνία. Όταν ένας αιρετός μπορεί να διατυπώνει δημόσια έναν λόγο που ενοχοποιεί το θύμα και αποδίδει την ευθύνη στην οικογένειά του, το κάνει επειδή γνωρίζει ότι απευθύνεται σε ένα ακροατήριο που δεν θα σοκαριστεί. Αντιθέτως, υπολογίζει ότι ένα μέρος του εκλογικού σώματος θα αναγνωρίσει σε αυτά τα λόγια τη δική του κοσμοαντίληψη.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πολιτικό πρόβλημα. Ο αυταρχισμός δεν συντηρείται αποκλειστικά από τους θεσμούς του κράτους, χρειάζεται κοινωνική συναίνεση. Χρειάζεται πολίτες πρόθυμους να αποδεχθούν ότι η αστυνομική βία είναι φυσική κατάληξη όταν το θύμα δεν εντάσσεται στην εικόνα του «κανονικού» και του «νομοταγούς». Χρειάζεται ανθρώπους που θα θεωρήσουν περισσότερο προβληματική την παρουσία ενός αυτιστικού νέου στον δημόσιο χώρο παρά τη χρήση θανατηφόρας κρατικής βίας.
Η εύγλωττη σιωπή της εξουσίας
Αυτή η ιδεολογική συγγένεια εξηγεί και μια άλλη, εξίσου ηχηρή, σιωπή. Στο καθιερωμένο μήνυμα της περασμένης Κυριακής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης – ενώ ήταν ήδη γνωστό ότι ο Θοδωρής είχε καταλήξει– δεν βρήκε ούτε λέξη να πει.
Οι πολιτικές σιωπές όμως, όπως και οι πολιτικές δηλώσεις, δεν είναι ποτέ ουδέτερες, αποτυπώνουν προτεραιότητες. Και όταν μια κυβέρνηση επιλέγει να αποσιωπήσει κάτι τόσο ειδεχθές, η επιλογή αυτή δεν μπορεί παρά να διαβαστεί υπό το πρίσμα της σταθερά προνομιακής σχέσης που διατηρεί με τους μηχανισμούς της αστυνομίας. Δεν είναι άλλωστε μυστικό πως η κυβερνητική ρητορική επενδύει συστηματικά στο δόγμα «νόμος και τάξη», αναγορεύοντας την ΕΛ.ΑΣ. σε προνομιακό φορέα πολιτικής νομιμοποίησης.
Ποιες ζωές αξίζουν προστασία;
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, ο μισαναπηρισμός δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη μορφή κοινωνικής προκατάληψης, αποτελεί πολιτική κατηγορία. Η αναπηρία αντιμετωπίζεται όχι ως θεμέλιο ίσων δικαιωμάτων, αλλά ως λόγος επιτήρησης, περιορισμού και αποκλεισμού. Υπονοείται ότι ο ανάπηρος άνθρωπος οφείλει να βρίσκεται υπό διαρκή έλεγχο, ότι η ορατότητά του στον δημόσιο χώρο συνιστά εν δυνάμει πρόβλημα, ότι η ελευθερία του μπορεί ευκολότερα να τεθεί υπό αίρεση. Πρόκειται για μια αντίληψη που, χωρίς να χρησιμοποιεί πλέον το λεξιλόγιο της ευγονικής, διατηρεί αναλλοίωτη τη βασική της παραδοχή: πως υπάρχουν ζωές περισσότερο και λιγότερο άξιες προστασίας.
Αυτή ακριβώς τη διαβάθμιση περιέγραψε ο Ασίλλε Μπέμπε στη Νεκροπολιτική, δείχνοντας ότι κάθε εξουσία αποκαλύπτει τον χαρακτήρα της μέσα από την ικανότητά της να καθορίζει ποιες ζωές προστατεύονται χωρίς αστερίσκους και ποιες μπορούν να εγκαταλειφθούν στη σιωπή ή στη δικαιολόγηση της βίας που τις έπληξε. Όταν ο δημόσιος διάλογος εγκαταλείπει σχεδόν αμέσως τη ζωή που χάθηκε για να αναζητήσει ελαφρυντικά για την κρατική ισχύ, τότε αυτή η ιεράρχηση έχει ήδη εμπεδωθεί.
Η δημοκρατία μετριέται στους αδύναμους
Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έγραφε ότι για τους καταπιεσμένους η κατάσταση εξαίρεσης δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας. Ίσως αυτή να είναι η φράση που συμπυκνώνει το βαθύτερο νόημα της σημερινής συγκυρίας. Για τους ανάπηρους ανθρώπους, όπως και για κάθε κοινωνική ομάδα που βιώνει αποκλεισμούς, η ισότητα δεν αμφισβητείται μόνο όταν παραβιάζονται τα δικαιώματά τους. Αμφισβητείται όταν η ίδια η αξία της ζωής τους τίθεται σιωπηρά υπό διαπραγμάτευση.
Το επικίνδυνο, επομένως, είναι η εμπέδωση μιας ιδεολογικής ηγεμονίας που μετατρέπει τον αυταρχισμό σε κοινή λογική, τον μισαναπηρισμό σε ανεκτή κοινωνική στάση και τη σιωπή απέναντι στην κρατική βία σε ένδειξη πολιτικής υπευθυνότητας. Και καμία δημοκρατία δεν μπορεί να θεωρείται ασφαλής όταν αρχίζει να συνηθίζει αυτή την αντιστροφή: να ζητά εξηγήσεις από τους νεκρούς και κατανόηση για την εξουσία.