Ποιες θα ήταν οι πιθανές επιπτώσεις της μαζικής εισαγωγής της τεχνητής νοημοσύνης στην οικονομία από τη σκοπιά της μαρξιστικής θεωρίας;
Με μια πρώτη ματιά, οι συνέπειες φαίνονται προβληματικές για τη μαρξική θεωρία της αξίας ή ακόμη και αντιφατικές με όσα παρατηρούμε ή αναμένουμε να συμβούν. Η τεχνητή νοημοσύνη συνεπάγεται την υιοθέτηση μεθόδων παραγωγής υψηλής έντασης κεφαλαίου ή, με μαρξιστικούς όρους, διαδικασιών με πολύ υψηλή οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Δηλαδή, η σχέση μεταξύ σταθερού κεφαλαίου (c) και μεταβλητού κεφαλαίου (v), του κεφαλαίου που χρησιμοποιείται για την απασχόληση εργασίας, γίνεται εξαιρετικά υψηλή.
Αν η συμμετοχή της ανθρώπινης εργασίας είναι περιορισμένη ή, στην περίπτωση της πλήρως αυτοματοποιημένης παραγωγής, σχεδόν μηδενική, τότε και η υπεραξία που παράγεται από την εργασία θα είναι αντίστοιχα μικρή ή σχεδόν μηδενική. Ανεξάρτητα από το πόσο υψηλός είναι ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας, ένα πολύ μικρό μεταβλητό κεφάλαιο συνεπάγεται και πολύ μικρή υπεραξία.
Συνεπώς, το ποσοστό κέρδους —η σχέση της υπεραξίας προς το συνολικό κεφάλαιο [s/(c+v)]— θα είναι επίσης πολύ χαμηλό. Αυτό συμφωνεί με έναν από τους πιο γνωστούς «νόμους της καπιταλιστικής ανάπτυξης» του Μαρξ: Την τάση του ποσοστού κέρδους να μειώνεται όσο η παραγωγή γίνεται περισσότερο έντασης κεφαλαίου. Στην περίπτωση μιας σχεδόν πλήρως αυτοματοποιημένης παραγωγής, το ποσοστό κέρδους θα τείνει στο μηδέν.
Όμως, όπως είχαν επισημάνει ο ίδιος ο Μαρξ, ο Γιόζεφ Σουμπέτερ αλλά και η κοινή λογική, ένας καπιταλισμός χωρίς κέρδη είναι παράλογος. Κανένας καπιταλιστής δεν επενδύει όταν αναμένει μηδενική απόδοση. Επομένως, η τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους θα σήμαινε τελικά το τέλος του καπιταλισμού.
Πολύ πριν εμφανιστεί η τεχνητή νοημοσύνη, αυτή ήταν η άποψη που είχαν αναπτύξει μαρξιστές οικονομολόγοι των αρχών του 20ού αιώνα, όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Χένρικ Γκρόσμαν. Υποστήριζαν ότι ο ανταγωνισμός θα οδηγούσε τους καπιταλιστές σε μεθόδους παραγωγής ολοένα και μεγαλύτερης έντασης κεφαλαίου. Η βασική λογική ήταν ότι κάθε αντικατάσταση εργαζομένων από μηχανές μειώνει το κόστος μιας επιχείρησης, αλλά όταν αυτή η πρακτική γενικευθεί, περιορίζεται η συνολική υπεραξία που παράγεται και, τελικά, μειώνεται το συνολικό ποσοστό κέρδους.
Θα σημάνει λοιπόν η τεχνητή νοημοσύνη το τέλος του καπιταλισμού;
Αυτό δεν φαίνεται να συμβιβάζεται με την πραγματικότητα ούτε με τις προσδοκίες ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αυξήσει, αντί να μειώσει, τα επιχειρηματικά κέρδη. Ήταν λοιπόν ο Μαρξ εντελώς λανθασμένος;
Ίσως όχι.
Για να γίνει κατανοητό, ας φανταστούμε την οικονομία ως αποτελούμενη από δύο τομείς.
Ο πρώτος είναι ο πλήρως αυτοματοποιημένος τομέας, με πολύ υψηλή οργανική σύνθεση κεφαλαίου, όπως περιγράφηκε προηγουμένως.
Ας υποθέσουμε όμως ότι η πλήρης αυτοματοποίηση δημιουργεί ταυτόχρονα αυξημένη ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες που μόνο η ζωντανή ανθρώπινη εργασία μπορεί να προσφέρει ή στις οποίες υπερέχει της τεχνητής νοημοσύνης. Πρόκειται για δραστηριότητες όπως η φροντίδα ανθρώπων, ο αθλητισμός, η νοσηλευτική, η υψηλή γαστρονομία, η προπονητική, η εργασία πίσω από το μπαρ, η δημιουργική συγγραφή και πλήθος άλλων επαγγελμάτων. Ακριβώς επειδή ορισμένα από αυτά θα μπορούν να εκτελούνται πρόχειρα από την τεχνητή νοημοσύνη, η εργασία πραγματικών, εξειδικευμένων ανθρώπων θα αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη αξία.
Χιλιάδες εκπαιδευτικοί μπορεί να αντικατασταθούν από εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, αλλά η ζήτηση για πραγματικά εξαιρετικούς δασκάλους, που μπορούν να προσφέρουν περισσότερα από μια μηχανή, είναι πιθανό να αυξηθεί.
Έτσι, θα αναπτυχθεί ένας δεύτερος τομέας, σχεδόν αντίθετος από τον πρώτο.
Θα πρόκειται για έναν ιδιαίτερα εργασιοβόρο τομέα, με χαμηλή οργανική σύνθεση κεφαλαίου. Το σταθερό κεφάλαιο θα είναι μικρό σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο, δηλαδή τους μισθούς που καταβάλλονται στους εργαζομένους. Σε αντίθεση με τον αυτοματοποιημένο τομέα, αυτός ο δεύτερος θα παράγει μεγάλη ποσότητα υπεραξίας.
Ωστόσο, στον καπιταλισμό τα αγαθά και οι υπηρεσίες δεν πωλούνται σύμφωνα με τις εργασιακές τους αξίες αλλά στις λεγόμενες τιμές παραγωγής, οι οποίες εξισώνουν το ποσοστό κέρδους μεταξύ κεφαλαιοεντατικών και εργασιοβόρων κλάδων.
Αυτό σημαίνει ότι τα κέρδη του αυτοματοποιημένου τομέα θα είναι τελικά ανάλογα με το τεράστιο κεφάλαιο που έχει επενδυθεί σε αυτόν. Επομένως, τα κέρδη του δεν θα είναι αμελητέα, όπως φαινόταν αρχικά όταν εξεταζόταν απομονωμένα. Αντίθετα, το συνολικό ποσοστό κέρδους μπορεί ακόμη και να αυξηθεί, εφόσον η αντικατάσταση της εργασίας σε έναν τομέα συνοδεύεται από τη δημιουργία νέων εργασιοβόρων δραστηριοτήτων αλλού.
Με απλά λόγια, ένα τμήμα της οικονομίας θα λειτουργεί σχεδόν αποκλειστικά με μηχανές —συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής νοημοσύνης— ενώ ένα άλλο τμήμα θα βασίζεται πολύ περισσότερο στην ανθρώπινη εργασία, ίσως ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι σήμερα.
Αυτό σημαίνει ότι τα κέρδη στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να παραμείνουν υψηλά, αλλά μόνο αν η ανάπτυξή του συνοδεύεται από αυξανόμενη ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται από ανθρώπους. Αν η τεχνητή νοημοσύνη καταλάβει ολόκληρη την οικονομία, τότε, σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία, το ποσοστό κέρδους θα τείνει αναπόφευκτα προς το μηδέν.
Ακόμη όμως και από νεοκλασική σκοπιά, το αποτέλεσμα θα ήταν παρόμοιο.
Μια πλήρως αυτοματοποιημένη παραγωγή χωρίς εργαζομένους συνεπάγεται ότι οι συνολικοί μισθοί θα είναι μηδενικοί ή σχεδόν μηδενικοί. Τότε γεννάται το ερώτημα: Ποιος θα αγοράζει τα προϊόντα που παράγονται; Έτσι, ακόμη και στη νεοκλασική θεωρία, η αφθονία που δημιουργεί η τεχνητή νοημοσύνη οδηγεί —εκτός αν υπάρξει μαζική αναδιανομή εισοδήματος προς όσους δεν εργάζονται— σε ανεπαρκή συνολική ζήτηση και τελικά σε πολύ χαμηλά ή μηδενικά κέρδη.
Επομένως, τόσο στη μαρξιστική όσο και στη νεοκλασική προσέγγιση, μια οικονομία που αποτελείται αποκλειστικά από έναν υπερ-αυτοματοποιημένο τομέα δεν είναι συμβατή με τη διατήρηση του καπιταλισμού. Στη μία περίπτωση επειδή δεν παράγεται υπεραξία, στην άλλη επειδή δεν υπάρχει επαρκής ζήτηση.
Η ισορροπία μπορεί να διατηρηθεί μόνο αν αναπτυχθούν ταυτόχρονα νέοι, ιδιαίτερα εργασιοβόροι τομείς ή αν εφαρμοστούν εκτεταμένες πολιτικές αναδιανομής εισοδήματος προς όσους δεν εργάζονται.
Η προοπτική αυτή επιτρέπει μια λιγότερο απαισιόδοξη εκτίμηση για το μέλλον της εργασίας από εκείνη που συχνά διατυπώνεται. Οι δραστηριότητες στις οποίες η ανθρώπινη εργασία δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την τεχνητή νοημοσύνη είναι πιθανό να γνωρίσουν άνθηση.
Θα οδηγήσει όμως η τεχνητή νοημοσύνη σε συνολική υποβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων;
Με μια πρώτη ματιά, αυτό φαίνεται πιθανό. Πολλές δεξιότητες —όπως ο προγραμματισμός, η ανάπτυξη λογισμικού, η συγγραφή κειμένων ή ακόμη και τα μαθηματικά— ενδέχεται να χάσουν μέρος της αξίας τους καθώς θα μπορούν να εκτελούνται από μηχανές.
Η διαδικασία αυτή, όμως, είναι πιθανό να εξισορροπηθεί από την εμφάνιση νέων επαγγελμάτων, στα οποία οι ανθρώπινες δεξιότητες θα πρέπει να ξεπερνούν τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης, ώστε οι καταναλωτές να συνεχίσουν να προτιμούν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που δημιουργούνται από ανθρώπους.
Έτσι, ενώ ένα τμήμα του εργατικού δυναμικού μπορεί να γνωρίσει υποβάθμιση δεξιοτήτων —ή ακόμη και, ωμά διατυπωμένο, πνευματική υποβάθμιση— ένα άλλο τμήμα θα γίνει περισσότερο εξειδικευμένο και πολύ πιο ικανό.
Για να παραμείνει ανταγωνιστικό, δεν θα χρειάζεται πλέον να ξεπερνά μόνο άλλους ανθρώπους, αλλά και τις ίδιες τις μηχανές.
Και όσο πιστεύουμε στη δυνατότητα του ανθρώπου να προσαρμόζεται, μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα υπάρχει πάντοτε ένα τμήμα της ανθρώπινης εργασίας που θα μπορεί να κάνει πράγματα τα οποία οι μηχανές δεν μπορούν. Ακόμη και όταν άνθρωποι και τεχνητή νοημοσύνη παράγουν ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα, οι άνθρωποι ενδέχεται να εξακολουθούν να εκτιμούν περισσότερο εκείνο που έχει δημιουργηθεί από έναν πραγματικό άνθρωπο.
Μια αθλήτρια καλλιτεχνικού πατινάζ που έχει δημιουργηθεί από την τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να είναι εξίσου όμορφη με μια πραγματική. Είναι όμως δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι οι άνθρωποι θα τη θαυμάζουν το ίδιο. Τουλάχιστον όχι οι ίδιοι οι άνθρωποι.