Πότε ακριβώς αποφασίστηκε ότι η δημοκρατία χωρίζεται σε βασικές και προαιρετικές λειτουργίες; Πότε έγινε αυτονόητο ότι η ακρίβεια είναι πολιτική, ενώ ο αντιρατσισμός είναι «δικαιωματισμός»; Ότι ο μισθός αφορά τους πολλούς, ενώ η ισότητα αφορά κάποιες μειονότητες; Ότι η στεγαστική κρίση είναι κοινωνικό ζήτημα –που είναι– ενώ οι γυναικοκτονίες, οι επαναπροωθήσεις προσφύγων, η αστυνομική αυθαιρεσία, οι φυλακές ή τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ συνανθρώπων μας αποτελούν θεματικές που μπορούν να περιμένουν μέχρι να λυθούν τα «πραγματικά προβλήματα»;
Δεν πρόκειται για μια φυσική διάκριση αλλά για μια από τις μεγαλύτερες ιδεολογικές επιτυχίες της σύγχρονης Δεξιάς. Γιατί η πολιτική δεν οργανώνεται ποτέ μόνο γύρω από τις απαντήσεις, οργανώνεται, πρωτίστως, γύρω από τις ερωτήσεις. Όποιος κατορθώνει να καθορίσει τι θεωρείται «σοβαρό» πολιτικό ζήτημα και τι αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον, έχει ήδη αποκτήσει στρατηγικό πλεονέκτημα. Αυτό ακριβώς περιέγραφε ο Αντόνιο Γκράμσι όταν μιλούσε για την ηγεμονία: την ικανότητα μιας κοινωνικής και πολιτικής δύναμης να παρουσιάζει τις δικές της αξίες ως «κοινή λογική», ως τον φυσικό τρόπο να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Η ψευδής διάκριση
Η σημερινή συντηρητική ηγεμονία δεν στηρίζεται μόνο στις κυβερνητικές πλειοψηφίες ή στην οικονομική ισχύ, στηρίζεται στο ότι έχει κατορθώσει να μετατρέψει έναν βαθιά ιδεολογικό διαχωρισμό σε «αυτονόητη αλήθεια»: ότι υπάρχουν ζητήματα πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, ότι υπάρχει η «πραγματική» πολιτική και η πολιτική των δικαιωμάτων.
Και όμως, η διάκριση αυτή καταρρέει με την πρώτη επαφή με την κοινωνική πραγματικότητα. Η εργαζόμενη γυναίκα που αμείβεται λιγότερο από τον άνδρα συνάδελφό της δεν αντιμετωπίζει πρώτα ένα οικονομικό και μετά ένα έμφυλο πρόβλημα. Ο μετανάστης εργάτης που δουλεύει ανασφάλιστος δεν βιώνει ανεξάρτητα την εργασιακή εκμετάλλευση από τον ρατσισμό που τη νομιμοποιεί. Ένας νέος άνθρωπος που δέχεται αστυνομική αυθαιρεσία εξαιτίας της καταγωγής ή της εμφάνισής του δεν μπορεί να διαχωρίσει την κοινωνική από τη δημοκρατική διάσταση της εμπειρίας του. Η άνεργη τρανς γυναίκα δεν αντιμετωπίζει πρώτα την ανεργία και μετά τη διάκριση.
Οι μορφές ανισότητας δεν αθροίζονται μηχανικά, συμπλέκονται.
Αυτό ακριβώς υποστήριξε η Νάνσι Φρέιζερ όταν άσκησε κριτική στο ψευδές δίλημμα ανάμεσα στην αναδιανομή και την αναγνώριση. Η κοινωνική δικαιοσύνη, έγραφε, δεν μπορεί να οικοδομηθεί ούτε αποκλειστικά μέσω της οικονομικής αναδιανομής ούτε αποκλειστικά μέσω της αναγνώρισης των ταυτοτήτων. Οι δύο διαστάσεις αποτελούν διαφορετικές όψεις της ίδιας σχέσης εξουσίας, η μία χωρίς την άλλη παραμένει ελλιπής.
Και όμως, εδώ και χρόνια η δημόσια συζήτηση αναπαράγει το ακριβώς αντίθετο σχήμα. Υπό τον εκβιασμό «δεν είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή», αν η Αριστερά μιλήσει για τα δικαιώματα των προσφύγων, κατηγορείται ότι αδιαφορεί για την ακρίβεια. Αν υπερασπιστεί τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων, κατηγορείται ότι απομακρύνεται από την κοινωνία. Αν επιμείνει στην ανάγκη λογοδοσίας για περιστατικά κρατικής αυθαιρεσίας, εγκαλείται ότι υπονομεύει την ασφάλεια. Έτσι, τα δικαιώματα παρουσιάζονται όχι ως προϋπόθεση της δημοκρατίας, αλλά ως προαιρετική πολιτική ατζέντα.
Ο Στιούαρτ Χολ παρατηρούσε ότι η πολιτική είναι, πάνω απ’ όλα, ένας αγώνας για το νόημα. Οι κοινωνικές συγκρούσεις δεν αφορούν μόνο την κατανομή του πλούτου ή την κατάκτηση της εξουσίας αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ορίζουμε τα ίδια τα προβλήματα. Η θατσερική Δεξιά δεν επικράτησε μόνο επειδή εφάρμοσε συγκεκριμένες οικονομικές πολιτικές αλλά επειδή κατάφερε να επιβάλει το δικό της λεξιλόγιο, τις δικές της έννοιες και προτεραιότητες ακόμη και στους αντιπάλους της.
Η μάχη της ηγεμονίας
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και σήμερα. Μόνο που η Αριστερά δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στην κοινωνική πολιτική και στα δικαιώματα, αυτή είναι η επιλογή που θα ήθελαν οι αντίπαλοί της να κάνει. Το δικό της ιστορικό καθήκον είναι ακριβώς το αντίθετο: να επιμένει ότι η εργασία, η κατοικία, η δημόσια υγεία, η ισότητα, ο αντιρατσισμός, ο φεμινισμός, η προστασία των μειονοτήτων, αποτελούν ενιαία πολιτική υπόθεση.
Γι΄αυτό και η πρόταση του γραμματέα Πολιτικού Σχεδιασμού της ΝΔ Βασίλη Φεύγα για την κατάργηση του γάμου ανεξαρτήτως φύλου, είναι αποκαλυπτική. Γιατί το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι αν εξέφρασε προσωπική άποψη, ούτε αν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έσπευσε να πάρει αποστάσεις. Το κρίσιμο είναι ότι μια ευθεία αμφισβήτηση κατοχυρωμένων δικαιωμάτων αντιμετωπίστηκε, περίπου, ως μια ακόμη πλευρά της πολιτικής αντιπαράθεσης και όχι ως αμφισβήτηση των ίδιων των ορίων της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ακόμη σημαντικότερο; Δεν υπήρξε καμία ουσιαστική πολιτική συνέπεια.
Το ίδιο ισχύει όταν ο ρατσιστικός λόγος εμφανίζεται ως «ρεαλισμός», όταν η έμφυλη βία αποπολιτικοποιείται σε ιδιωτική υπόθεση ή όταν η κρατική αυθαιρεσία βαφτίζεται αναγκαία αυστηρότητα. Οι λέξεις δεν περιγράφουν απλώς την πραγματικότητα, τη συγκροτούν.
Να γιατί η Αριστερά δεν έχει την πολυτέλεια να εγκαταλείπει το πεδίο των ιδεών από φόβο μήπως κατηγορηθεί ότι ασχολείται με «δευτερεύοντα» ζητήματα. Αντιθέτως, οφείλει να αμφισβητήσει εξαρχής το ίδιο το ερώτημα, να αρνηθεί να παίξει στο γήπεδο που της υποδεικνύουν οι αντίπαλοί της.
Η Δεξιά γνωρίζει ότι η ηγεμονία κατακτιέται όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να σκέφτονται διαφορετικά. Όταν αποδέχονται ότι κάποιοι μπορούν να περιμένουν λίγο ακόμη για να γίνουν ίσοι, όταν η δημοκρατία παύει να νοείται ως καθολική υπόσχεση και μετατρέπεται σε σύστημα επιλεκτικών εξαιρέσεων.
Η Αριστερά οφείλει να ματαιώνει αυτή τη μετατόπιση. Κάθε μέρα, σε κάθε πεδίο. Όχι επειδή τα δικαιώματα αποτελούν μια ξεχωριστή πολιτική ατζέντα, αλλά επειδή είναι το μέτρο κάθε πολιτικής. Και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η υπεράσπισή τους έχει πολιτικό κόστος αλλά τι απομένει από την Αριστερά όταν παύει να τα υπερασπίζεται χωρίς αστερίσκους.