Πέντε χρόνια συμπληρώθηκαν στις 9 Απριλίου, από τη δολοφονία του δημοσιογράφου Γιώργου Καραϊβάζ. Μια δολοφονία που ακόμη και σήμερα παραμένει ανεξιχνίαστη, οδηγώντας το Διεθνές Ινστιτούτο Τύπου (ΙΡΙ) –ανήμερα της τραγικής επετείου– να υπενθυμίσει πως «είναι η μόνη υπόθεση δολοφονίας δημοσιογράφου στην Ευρωπαϊκή Ένωση την τελευταία δεκαετία, που παραμένει σε κατάσταση πλήρους ατιμωρησίας, χωρίς καταδίκες ή απονομή δικαιοσύνης».
Έχει ενδιαφέρον αυτή η υπενθύμιση, την ώρα μάλιστα που η κυβέρνηση της ΝΔ «ιδρώνει» να αποδείξει πόσο… πιστή στις αρχές της ισονομίας και της ισοπολιτείας, παραμένει. Κι έχει ενδιαφέρον γιατί, εκτός των άλλων, λειτουργεί και ως καθρέφτης μέσα στον οποίον δεν βλέπει (σσ: η κυβέρνηση) το πρόσωπο του «εγγυητή του κράτους δικαίου» που τόσο επιμελώς φιλοτεχνεί, αλλά το πραγματικό της είδωλο: μια εξουσία που ανέχεται, καλύπτει και τελικά κανονικοποιεί την ατιμωρησία.
Το ΙΡΙ είπε κάτι αδιαμφισβήτητο: η δολοφονία Καραϊβάζ είναι η μόνη που παραμένει βυθισμένη στο απόλυτο σκοτάδι της μη απόδοσης δικαιοσύνης. Σε άλλες αντίστοιχες υποθέσεις –όπως της Δάφνης Καρουάνα Γκαλιζία στη Μάλτα, του Γιαν Κούτσιακ στη Σλοβακία, του Πέτερ Ρ. ντε Βρις στην Ολλανδία– όσο κι αν οι ηθικοί αυτουργοί συχνά διαφεύγουν, τουλάχιστον κάποια νήματα τραβήχτηκαν, κάποια πρόσωπα λογοδότησαν, κάποια ίχνη φωτίστηκαν. Στην Ελλάδα, αντιθέτως, το νήμα κόπηκε νωρίς –ή ίσως δεν επιτράπηκε ποτέ να ξετυλιχτεί.
Ατιμωρησία με υπογραφή
Ακόμη χειρότερα, η υπόθεση Καραϊβάζ δεν είναι μια μεμονωμένη περίπτωση. Εντάσσεται –όπως καταδεικνύει και η ετήσια έκθεση του 2025 της Διεθνούς Αμνηστίας για την Ελλάδα– σε ένα ευρύτερο μοτίβο διαρκούς υπονόμευσης θεσμών και ελευθεριών. Από τις υποκλοπές, τα Τέμπη, το προσφυγικό, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και την αστυνομική αυθαιρεσία, μέχρι τη φίμωση ανεξάρτητων φωνών και την εργαλειοποίηση της ενημέρωσης, η έκθεση συνιστά κόλαφο για την κυβέρνηση της ΝΔ αφήνοντάς την πλήρως εκτεθειμένη, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα το μέγεθος της υποκρισίας ως στοιχείο της πολιτικής της.
Από τη μια, εμφανίζεται σε ευρωπαϊκά φόρουμ ως υπερασπίστρια της νομιμότητας και της θεσμικής σταθερότητας, και από την άλλη, στο εσωτερικό, λειτουργεί με όρους που θυμίζουν περισσότερο καθεστώτα επιλεκτικής εφαρμογής του νόμου. Εκεί όπου η διαφάνεια θα έπρεπε να είναι κανόνας, επικρατεί η συσκότιση, και εκεί όπου η λογοδοσία θα έπρεπε να είναι αυτονόητη, κυριαρχεί η συγκάλυψη.
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, δεν είναι μόνο η ατιμωρησία αυτή καθαυτή, αλλά η σταδιακή εξοικείωση της κοινωνίας μαζί της. Όταν μια δολοφονία δημοσιογράφου μπορεί να ξεχνιέται χωρίς απαντήσεις, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: υπάρχουν εγκλήματα που δεν χρειάζεται να εξιχνιαστούν, αλήθειες που δεν χρειάζεται να ειπωθούν, και, τελικά, υπάρχουν πολίτες που δεν χρειάζεται να προστατευθούν.
Αυτή η κανονικοποίηση είναι ο πιο ύπουλος εχθρός της δημοκρατίας. Γιατί κάθε φορά που μια υπόθεση μένει χωρίς απάντηση, κάθε φορά που μια παραβίαση περνά χωρίς συνέπειες, κάθε φορά που η εξουσία αποφεύγει τον έλεγχο, το όριο μετακινείται λίγο πιο πέρα. Και κάπου εκεί, η εξαίρεση γίνεται κανόνας.
Η απαξίωση ως επιλογή
Η κυβέρνηση φέρει ευθύνη όχι μόνο για όσα κάνει, αλλά και για όσα επιτρέπει να συμβαίνουν. Και η επίκληση της «θεσμικής κανονικότητας» δεν μπορεί να καλύψει την πραγματικότητα μιας χώρας όπου δεν παρέχονται στοιχειώδεις, καν, εγγυήσεις προστασίας των κατοίκων της. Ούτε μπορεί να αποκρύψει το γεγονός ότι η διεθνής εικόνα της Ελλάδας επιβαρύνεται διαρκώς από τέτοιες υποθέσεις.
Πίσω από αυτή την εικόνα δεν βρίσκεται απλώς μια αποτυχημένη διαχείριση ή μια σειρά ατυχών συγκυριών, αλλά μια βαθιά ιδεολογική επιλογή. Η απαξίωση των θεσμών δεν είναι παρεκτροπή αλλά εργαλείο. Όταν η ισονομία μετατρέπεται σε ρητορικό περίβλημα και η ισοπολιτεία σε διαφημιστικό σύνθημα, τότε η εξουσία παύει να λειτουργεί ως εγγυητής δικαιωμάτων και μετατρέπεται σε μηχανισμό επιβολής ανισοτήτων. Η επιλεκτική ευαισθησία απέναντι στη νομιμότητα δεν είναι ουδέτερη στάση αλλά ταξική και πολιτική επιλογή που προστατεύει τους ισχυρούς, αφήνοντας εκτεθειμένους όσους δεν διαθέτουν πρόσβαση σε κέντρα επιρροής. Έτσι, οικοδομείται ένα καθεστώς όπου οι διαδικασίες υπάρχουν μόνο για να νομιμοποιούν εκ των υστέρων ειλημμένες αποφάσεις και όχι για να εξασφαλίζουν δικαιοσύνη.
Κι αυτό, συνιστά ευθεία υπονόμευση της ίδιας της δημοκρατικής αρχής. Γιατί χωρίς πραγματική ισότητα απέναντι στον νόμο, η δημοκρατία εκφυλίζεται σε κενό τύπο, σε μια βιτρίνα «κανονικότητας» που αποκρύπτει την ουσία της αυθαιρεσίας.
Αν κάτι αποδεικνύει η υπόθεση Καραϊβάζ –αλλά όχι μόνο, εξίσου κραυγαλέα είναι η περίπτωση Ρωμανού– είναι ότι το κράτος δικαίου, και με ευθύνη μερίδας δικαστών, δεν είναι δεδομένο. Είναι μια διαρκής μάχη, και αυτή τη στιγμή η συγκεκριμένη μάχη χάνεται. Όχι επειδή δεν υπάρχουν θεσμοί, αλλά επειδή αυτοί οι θεσμοί δεν λειτουργούν με τον τρόπο που οφείλουν. Ούτε επειδή δεν υπάρχουν νόμοι, υπάρχουν αλλά η εφαρμογή τους είναι επιλεκτική. Διαιωνίζοντας, έτσι, μια πολιτική κουλτούρα που ανέχεται τη σιωπή, που συνηθίζει την ατιμωρησία, που αποδέχεται ως «κανονικό» αυτό που θα έπρεπε να προκαλεί οργή.
Η μνήμη του Γιώργου Καραϊβάζ δεν τιμάται με επετειακές δηλώσεις και τυπικές αναφορές, αλλά με δικαιοσύνη. Και μέχρι αυτή να αποδοθεί, κάθε λόγος περί «κράτους δικαίου» θα ηχεί κενός –ή ακόμη χειρότερα προκλητικός.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα δεν είναι αν η κυβέρνηση πιστεύει στο κράτος δικαίου. Το ερώτημα είναι αν το κράτος δικαίου μπορεί να επιβιώσει με αυτή την κυβέρνηση.