Macro

Λάουρα Κοβέσι: «Θα συνεχίσουμε να κάνουμε τη δουλειά μας παρά τις προσπάθειες εκφοβισμού»

Η Λάουρα Κοβέσι, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, μιλώντας στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, άστραψε και βρόντηξε. Περιέγραψε ένα τρίγωνο θεσμικών εμποδίων, πολιτικών πιέσεων και επικοινωνιακής διαχείρισης, που προσπαθούν να μειώσουν τις συνέπειες που έχει η έρευνά της.

Σταχυολογώ σε έξι σημεία τις αιχμές της:

Α. Η Κοβέσι κατέστησε απολύτως σαφές πως δεν ανέχεται τα «επιχειρήματα» τύπου Άδωνι Γεωργιάδη, ότι δηλαδή το ρουσφέτι δεν πρέπει να είναι ποινικά επιλήψιμο. Αντίθετα, θεωρεί πως είναι άλλο τα εγκλήματα και άλλο το job description των πολιτικών. Είπε συγκεκριμένα:

“Είμαι εισαγγελέας για περισσότερα από 30 χρόνια. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό. Για εμένα, για τους συναδέλφους μου, ως εισαγγελείς, βλέπουμε διαφθορά, κατάχρηση εξουσίας, απάτη, εμπορία επιρροής. Αυτά είναι εγκλήματα. Ορίζονται ως έγκλημα στο ελληνικό δίκαιο. Αυτά ορίζονται ως εγκλήματα σχεδόν σε όλα τα άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ. Εντάξει; Λοιπόν, κανείς στον κόσμο δεν θα με πείσει ότι αυτές οι κατηγορίες είναι μέρος της περιγραφής της δουλειάς των πολιτικών εδώ στην Ελλάδα ή κάπου στην ΕΕ. Κανείς δεν θα με πείσει γι’ αυτό”.

Με αυτόν τον τρόπο έκλεισε την αφήγηση που εδώ και μέρες προσπαθεί να κάνει viral ο Υπουργός Υγείας, μια εκδοχή δηλαδή του «μαζί τα φάγαμε», 16 χρόνια μετά την προσπάθεια του Πάγκαλου να καταστήσει συνενόχους τους πολίτες.

Β. Η Κοβέσι επίσης τόνισε σαφώς πως υπάρχει θεσμικό, συνταγματικό κόλλημα που επιτρέπει την ανομία. Τόνισε πως: «Η έρευνα δεν μπόρεσε να φτάσει (σ.σ. εκεί που έπρεπε) λόγω του άρθρου 86». Το πολιτικό σύστημα δημιουργεί συνθήκες ανομίας για τα ανώτατα πολιτικά πρόσωπα διαχρονικά. Αυτό που οι πολίτες υποπτεύονται, γνωρίζουν, λένε δυνατά ή ψιθυρίζουν, το λέει μια ανώτατη εισαγγελέας. Είναι διαφορετικό να μπορούν οι πολιτικοί να κυβερνούν απερίσπαστοι και να κρίνονται εκλογικά και όχι δικαστικά για το έργο τους, και εντελώς άλλο πράγμα να παρανομούν νομίμως.

Γ. Η ανώτατη εισαγγελέας ουσιαστικά υπέδειξε, σε διάφορα σημεία της συνέντευξής της, πως οι Έλληνες πολίτες μπορούν να προσπεράσουν την ελληνική δικαιοσύνη και να απευθύνονται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για ζητήματα διαφθοράς στη χώρα μας και, ταυτόχρονα, πως οι άνθρωποι της δικαιοσύνης με τους οποίους η ίδια συνεργάζεται κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους. Εδώ έχουμε μια πλάγια παραδοχή πως το δικαστικό σύστημα, όπως είναι δομημένο και με τον τρόπο που συγκροτείται σε συνάφεια με την κυβέρνηση, συνιστά ένα πολιτικοδικαιϊκό σύμπλεγμα που αναστέλλει την αληθινή έρευνα για υποθέσεις διαφθοράς. Η προτροπή της για απεύθυνση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι πιθανόν να διαμορφώνει συνθήκες περιοδικών κρίσεων σε αυτό το σύμπλεγμα.

Δ. «Θα συνεχίσουμε να κάνουμε τη δουλειά μας παρά τις προσπάθειες εκφοβισμού». Η απαξίωση, οι έμμεσες απειλές, τα παιδαριώδη λογικά άλματα (ότι, εφόσον η Ρουμανία δεν τα πάει καλά και είχε καθεστώς Τσαουσέσκου, τότε η Κοβέσι είναι μια που καταδίδει άλλους — όπως είπε περίπου η κ. Βούλτεψη), η αγνόηση και η αποσιώπηση είναι στρατηγικές που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση και οι αξιωματούχοι της. Η κ. Κοβέσι ξεκαθάρισε όμως κάτι που υποκρύπτεται πίσω από αυτές τις επικοινωνιακές μεθόδους μείωσης του πολιτικού κόστους για την κυβέρνηση: ότι δεν ανέχεται εκφοβισμούς και πως κανείς δεν μπορεί να την κάνει να σταματήσει να ερευνά. Όπως είπε: «Όποιος θέλει να παρέμβει στη δουλειά μας να το ξανασκεφτεί».

Ε. «Η Δικαιοσύνη δεν είναι ριάλιτι σόου», είπε σε κάποια αποστροφή του λόγου της, γνωρίζοντας πως σε μια χώρα όπου οι δικογραφίες διαρρέουν αποσπασματικά και η δημόσια συζήτηση στήνεται με όρους τηλεοπτικού θεάματος, αυτό είναι σκόπιμο για να δημιουργείται σύγχυση και επικοινωνιακός θόρυβος, με προσδοκώμενο αποτέλεσμα να κουραστούν οι πολίτες με τις υποθέσεις διαφθοράς της κυβέρνησης.

ΣΤ. Η Κοβέσι κάνει τη δουλειά της και δεν σκέφτεται με όρους εκδίκησης έναντι της ελληνικής πολιτικής τάξης. Τόνισε πως, ναι μεν η διαφθορά είναι μόνιμο φαινόμενο, αλλά και πως «το σημαντικό δεν είναι πόσο διεφθαρμένη είναι μια χώρα, αλλά ότι υπάρχει πρόβλημα», γιατί «η διαφθορά μπορεί να σκοτώσει». Οι συμψηφισμοί με άλλες χώρες, η σχετικοποίηση της διαφθοράς και η επιχειρηματολογία που αναδεικνύει μόνο δομικά και όχι ειδικά χαρακτηριστικά του φαινομένου, προσφέρουν υπηρεσίες σε όποιον θα ήθελε να εντυπώσει στην κοινή γνώμη πως, λόγου χάρη, το έγκλημα στα Τέμπη «ήταν λάθος του σταθμάρχη».

Βασίλης ΡόγγαςΗ ΕΠΟΧΗ