Στην ασπρόμαυρη ταινία του 1965 “Υπάρχει και φιλότιμο” με πρωταγωνιστή τον Λάμπρο Κωνσταντάρα μπορεί το τέλος να έχει μια ηθική δικαίωση καθώς ο πρωταγωνιστής υπουργός παραιτείται μην αντέχοντας το βάρος της ρεμούλας και της κομματοκρατίας που διαμορφώνει συνειδήσεις κι εκλογικές προτιμήσεις. Στην πραγματική ζωή της χώρας όμως οι Μαυρογιαλούροι της ΝΔ δεν νιώθουν κανέναν ηθικό ενδοιασμό για όσα έχουν πράξει τα τελευταία χρόνια και κάλλιστα θα μπορούσαν να τους βάλουν πίσω από τα σίδερα της φυλακής. Χτες, λοιπόν, παρακολουθήσαμε για μια ακόμα φορά στη Βουλή την παράσταση “αμάρτησα για τους ψηφοφόρους μου” στην οποία πρωταγωνίστησαν οι 13 υπόδικοι βουλευτές της ΝΔ.
Δεν ήταν ρουσφέτι, μας είπαν. Δεν ήταν πίεση. Ήταν μια τρυφερή ουμανιστική διαμεσολάβηση ανάμεσα στον πόνο ενός βιοπαλαιστή αγρότη και την ψυχρή γραφειοκρατία ενός οργανισμού όπως είναι ο ΟΠΕΚΕΠΕ.
Σύμφωνα με τη νεοδημκρατική λογική που αναδύθηκε από τις ομιλίες των κατηγορουμένων ο βουλευτής δεν νομοθετεί απλώς αλλά εκτελεί χρέη Συνηγόρου του Πολίτη προφανώς παρακάμπτοντας τον θεσμοθετημένο Συνήγορο γιατί οι δικοί τους άνθρωποι προηγούνται έναντι όλων των άλλων. Είναι πραγματικά συγκινητικό να ακούς ανθρώπους που πιάστηκαν με τη γίδα στην πλάτη να αναρωτιούνται αν πρέπει να στέκονται απαθείς. Η απάντησή τους; Φυσικά και όχι. Πρέπει να σηκώνουν το τηλέφωνο και να επιζητούν λύση άμεσα για τον πελάτη-ψηφοφόρο τους, να θέτουν αιτήματα υπόψιν προέδρων οργανισμών πάντα όμως με “καθαρό βλέμμα” και “ευγένεια” όπως δήλωσαν στον γραμμένο λόγο τους από το βήμα της Βουλής.
Η γραμμή άμυνας των κατηγορουμένων βουλευτών θα μπορούσε να διδάσκεται σε σχολές υποκριτικής. “Δεν ασκήσαμε καμία πίεση”. Απλώς εκφράσαμε την “πεποίθηση” ότι το αίτημα είναι νόμιμο! Ένας βουλευτής αντί να αφήσει τις αρμόδιες υπηρεσίες να κρίνουν τη νομιμότητα βάσει των κανόνων αποφασίζει να γίνει ο ίδιος ο δικαστής, ο κριτής και ο ταχυδρόμος του κάθε αιτήματος. Και αν η συνομιλία όπως φαίνεται στη δικογραφία “εμφορείται από ευγένεια” όπως επανειλημμένα δήλωσαν τότε προφανώς όλα συγχωρούνται. Φαίνεται πως για την κυβερνητική πλειοψηφία η διαφθορά ή η ευνοιοκρατία είναι κατακριτέες μόνο αν γίνονται με φωνές και βρισιές. Αν το ρουσφέτι σερβίρεται με το “σεις” και με το “σας”, μετατρέπεται αυτομάτως σε κοινωνική προσφορά. Το επιχείρημα ότι “δεν ζούμε σε γυάλα” είναι το απόλυτο άλλοθι της αλαζονείας τους. Είναι η κυνική παραδοχή ότι το πολιτικό γραφείο παραμένει ένα άτυπο Κέντρο Εξυπηρέτησης Πελατών όπου η ψήφος δεν είναι εντολή για τη βελτίωση της χώρας αλλά ένα νόμισμα ανταλλαγής. “Ο σταυρός είναι αμοιβή;” αναρωτήθηκαν με ρητορική αγανάκτηση. Για εκείνους, η απάντηση είναι προφανώς ένα βροντερό όχι αρκεί να συνεχίσουν να τον εισπράττουν τακτοποιώντας “δίκαια αιτήματα” των πελατών τους.
Αντί για την κάθαρση που θα προσέφερε μια ειλικρινής παραδοχή της παρανομίας που διαπράξανε επιλέχθηκε η ηρωική έξοδος προς τον απόλυτο κυνισμό. Το πρόβλημα πλέον δεν εντοπίζεται μόνο στις πράξεις που καταγράφονται στην δικογραφία αλλά στην απόπειρα να αναγορευτεί το ρουσφέτι σε νέα πολιτική αρετή. Επιχειρώντας να μετατρέψουν την παρέμβαση σε καθήκον και το ρουσφέτι σε κοινωνική πρόνοια οι 13 βουλευτές δεν υπερασπίστηκαν τον εαυτό τους αλλά ένα ολόκληρο παρακμιακό σύστημα που αρνείται να πεθάνει. Αυτή η στάση, ωστόσο, δεν αποτελεί ένα τυχαίο ολίσθημα δεκατριών μεμονωμένων προσώπων αλλά την κυνική αποτύπωση ενός βαθύτερου πολιτικού DNA που διατρέχει την παράταξη της Νέας Δημοκρατίας. Είναι η ίδια κουλτούρα που θεωρεί τους νόμους και τις δικλείδες ασφαλείας ως ενοχλητικά εμπόδια που πρέπει να παρακάμπτονται ειδικά όταν πρόκειται για την οικονομική και επαγγελματική τακτοποίηση της γαλάζιας νομενκλατούρας. Στον κώδικα πολιτικής και κοινωνικής συμπεριφοράς που πρεσβεύουν οι υπόδικοι βουλευτές και συνολικά η ΝΔ οι έννοιες της αξιοκρατίας και της δικαιοσύνης είναι απλώς κενά περιεχομένου συνθήματα για τις προεκλογικές συγκεντρώσεις. Στην πράξη το μόνο που υφίσταται είναι η ισχύς των πολιτικών γνωριμιών και η ιερή υποχρέωση της παράταξης να ανταμείβει τους δικούς της ανθρώπους σε βάρος του κοινού συμφέροντος. Η άρνηση της συγνώμης από τους δεκατρείς βουλευτές είναι η τελική επιβεβαίωση. Για τη Νέα Δημοκρατία η διασπάθιση δημοσίων κι ευρωπαϊκών κονδυλίων και η παραβίαση κάθε έννοιας ισονομίας δεν είναι σκάνδαλο αλλά ο φυσικός τρόπος λειτουργίας ενός συστήματος που έχει μάθει να τρέφεται από την αυθαιρεσία. Όταν η επιβίωση του “δικού μας παιδιού” προηγείται της τήρησης του νόμου τότε το κράτος δικαίου παύει να είναι θεσμός και μετατρέπεται σε ένα κακόγουστο αστείο γραμμένο με την αλαζονεία της εξουσίας.
Όλα τα παραπάνω μοιάζουν περιττά μετά την σημερινή παρέμβαση της ευρωπαίας εισαγγελέως Λάουρας Κοβέσι της οποίας η φράση «Κανείς στον κόσμο δεν θα με πείσει ότι αυτά αποτελούν μέρος της δουλειάς των πολιτικών» αποτυπώνει με ζοφερό τρόπο ποια δουλειά κάνει εδώ κι εφτά χρόνια το πολιτικό προσωπικό της ΝΔ. Ρουσφέτια, διασπάθιση δημοσίου κι ευρωπαϊκού χρήματος δημιουργία παρακρατικών μηχανισμών, διαφθορά κι εγκληματικές πράξεις. Οι “μενουμεευρώπηδες” τελικά αποδείχθηκαν κλεφτοκοτάδες ολκής.