Ας ειπωθεί εξαρχής: το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι η Δεξιά –εν προκειμένω η ΝΔ– έχει διαχρονικά αναγάγει σε μείζονα πρακτική, αναγκαία για την πολιτική της μακροημέρευση, το ρουσφέτι, το αλισβερίσι, τις… εξυπηρετήσεις των «δικών της παιδιών».
Αλλά ότι ένα κρίσιμο τμήμα της κοινωνίας έχει μάθει να ζει μέσα στη διαφθορά, να επωφελείται από αυτήν και τελικά να τη νομιμοποιεί.
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ έρχεται να επιβεβαιώσει με τον πιο ωμό και κυνικό τρόπο αυτή τη διαπίστωση, αποδεικνύοντας πως δεν πρόκειται για μια «παρέκκλιση» από τον κανόνα αλλά για τον ίδιο τον κανόνα. Για τη συμπύκνωση μιας ολόκληρης πολιτικής παράδοσης που οικοδομήθηκε πάνω στις πελατειακές σχέσεις, στη συναλλαγή και στη διαρκή αναπαραγωγή ενός συστήματος εξάρτησης ανάμεσα σε πολιτικούς και ψηφοφόρους. Η εμπλοκή υπουργών και βουλευτών της ΝΔ δεν είναι απλώς ένα ζήτημα ατομικής ευθύνης αλλά η έκφραση μιας δομικής παθογένειας της Δεξιάς που διαχρονικά αντιμετωπίζει το κράτος ως λάφυρο και την κοινωνία ως δίκτυο εξυπηρετήσεων.
Ηγεμονία της διαφθοράς
Το ρουσφέτι δεν είναι απλώς μια «κακή συνήθεια», συνιστά έναν μηχανισμό εξαγοράς συνειδήσεων. Είναι η υλική μορφή με την οποία μεταφράζεται η πολιτική εξουσία σε προσωπικό όφελος. Στην καρδιά αυτού του μηχανισμού βρίσκεται η λογική της συνενοχής: «εγώ σε έφτιαξα, άρα είμαστε μαζί σε αυτό».
Ο πολίτης που ωφελείται από μια παράνομη επιδότηση, από μια «τακτοποίηση», από μια χαριστική ρύθμιση, δεν είναι απλώς θύμα ενός διεφθαρμένου συστήματος, μετατρέπεται σε κρίκο του. Και αυτό ακριβώς εξασφαλίζει τη μακροημέρευση του φαινομένου.
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η διαπίστωση του Άρθουρ Καίσλερ στο βιβλίο του Σταυροφορία χωρίς σταυρό (μετάφραση Βασίλης Καζαντζής, εκδόσεις Κάκτος), ότι «η εξουσία διαφθείρει όχι μόνον αυτούς που την ασκούν αλλά και εκείνους που την υφίστανται».
Η φράση αυτή φωτίζει ακριβώς τον διπλό μηχανισμό της διαφθοράς: από τη μία, οι φορείς της εξουσίας εκμαυλίζονται μέσα από τη δυνατότητα να διανέμουν πόρους και προνόμια. Και από την άλλη, οι πολίτες εκπαιδεύονται να αποδέχονται, να επιδιώκουν και τελικά να εξαρτώνται από αυτή τη διανομή. Η διαφθορά παύει έτσι να είναι μονομερής διαδικασία και μετουσιώνεται σε σχέση. Μια σχέση που αλλοιώνει την πολιτική συνείδηση, υπονομεύει κάθε έννοια συλλογικού συμφέροντος και εγκαθιδρύει μια κουλτούρα ανοχής, αν όχι επιβράβευσης, της αυθαιρεσίας.
Δημοκρατία των «ημετέρων»
Η Δεξιά δεν επιβιώνει παρά τα σκάνδαλα, επιβιώνει χάρη σε αυτά. Γιατί τα σκάνδαλα λειτουργούν ως δίκτυα διανομής πόρων προς συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα, τα οποία με τη σειρά τους αναπτύσσουν μια ιδιότυπη «πίστη» προς τον πολιτικό τους προστάτη. Αυτή η σχέση δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερη αλλά βαθιά ταξική. Όπως ήδη ανέλυσε ο Μαρξ, η ταξική συνείδηση δεν συγκροτείται αυτόματα, αλλά μέσα από συγκεκριμένες υλικές σχέσεις. Όταν αυτές οι σχέσεις διαμεσολαβούνται από πελατειακούς μηχανισμούς, η συλλογική συνείδηση κατακερματίζεται και αντικαθίσταται από ατομικές στρατηγικές επιβίωσης.
Σε αυτή τη βάση, η έννοια του «λαού» αποδεικνύεται μια ιδεολογική κατασκευή και όχι μια ενιαία πραγματικότητα. Ο «λαός» δεν είναι ένα συμπαγές σώμα με κοινά συμφέροντα αλλά ένα πεδίο αντιπαραθέσεων, αντιφάσεων και συγκρούσεων. Ο Αντόνιο Γκράμσι μίλησε για την ηγεμονία ως την ικανότητα μιας τάξης να επιβάλλει την κοσμοαντίληψή της ως καθολική. Στην περίπτωση της ελληνικής Δεξιάς, η ηγεμονία αυτή περνά μέσα από την κανονικοποίηση της διαφθοράς ως «ρεαλισμού». Η παρανομία δεν εμφανίζεται ως πρόβλημα αλλά ως ευκαιρία.
Έτσι εξηγείται γιατί υπόδικα πολιτικά πρόσωπα όχι μόνο δεν αποδοκιμάζονται αλλά συχνά επιβραβεύονται. Η παρανομία, όταν αποφέρει όφελος στον «δικό μας», μετατρέπεται σε ένδειξη ικανότητας, σε «μαγκιά». Η ηθική αντιστρέφεται: το ζήτημα δεν είναι αν παραβιάστηκε ο νόμος, αλλά αν «έγινε η δουλειά». Σε αυτή τη συνθήκη, η έννοια του κράτους δικαίου καταρρέει και αντικαθίσταται από ένα άτυπο σύστημα κανόνων, όπου η ισχύς και η πρόσβαση καθορίζουν το αποτέλεσμα. Είναι προφανές άλλωστε ότι οι όποιες αντιδράσεις «ευαισθησίας» από πλευράς των εμπλεκόμενων, υπήρξαν όχι γιατί ένιωσαν πως έκαναν κάτι παράνομο αλλά γιατί τους έπιασαν να το κάνουν.
Παράλληλα, η κοινωνία φαίνεται να έχει εθιστεί σε αυτή την πραγματικότητα. Τα σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο με τέτοια συχνότητα, ώστε παύουν να προκαλούν σοκ. Η διασπάθιση δημόσιου χρήματος αντιμετωπίζεται ως «αναμενόμενη», το κουρέλιασμα της ιδιωτικότητας και της ασφάλειας ως «παράπλευρη απώλεια». Αυτή η κανονικοποίηση δεν είναι τυχαία, είναι αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας αποπολιτικοποίησης και ιδεολογικής ηγεμονίας.
Η κάλπη της σήψης
Ακόμη πιο επικίνδυνη είναι όμως η ψευδαίσθηση ότι τέτοια φαινόμενα θα οδηγήσουν αυτόματα σε πολιτική τιμωρία. Η ιδέα ότι η ΝΔ δεν θα ξαναψηφιστεί επειδή βουλευτές και βουλεύτριές της κατηγορούνται, αποτελεί μια βαθιά εσφαλμένη ανάγνωση της κοινωνικής πραγματικότητας γιατί αγνοεί τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι πελατειακές σχέσεις και υποτιμά τη δύναμη της συνενοχής ως συνεκτικού δεσμού.
Όσο οι πολίτες παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ατομικές στρατηγικές και όσο η ταξική συνείδηση παραμένει θολή, το σύστημα θα αναπαράγεται. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η ηθικολογία, ούτε η απλή καταγγελία. Απαιτείται η συγκρότηση ενός κοινωνικού μπλοκ που θα αμφισβητήσει την ηγεμονία της Δεξιάς όχι μόνο στο επίπεδο της πολιτικής, αλλά και στο επίπεδο της καθημερινής πρακτικής.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν και πότε θα αποκαλυφθεί το επόμενο σκάνδαλο. Είναι αν η κοινωνία θα συνεχίσει να το αποδέχεται ως «κάτι που, απλώς, συμβαίνει». Και αυτό δεν είναι ζήτημα «χαρακτήρα» του λαού αλλά ζήτημα συνείδησης, οργάνωσης και σύγκρουσης.