Είναι γνωστή η πρακτική κάποιων φανατικών πιστών χριστιανών που περπατούν στους δρόμους της πόλης αυτομαστιγωνόμενοι. Οσο γραφική ή γελοία κι αν φαίνεται, τούτη είναι μια πρακτική που προσλαμβάνει έναν σαφέστατα πολιτικό χαρακτήρα. Η ομαδική, συντεταγμένη και –κυρίως– δημόσια αυτοτιμωρία έχει μια συγκεκριμένη πολιτική στόχευση: να αναδειχθεί δημόσια η απόλυτη επικυριαρχία της θρησκευτικής εξουσίας στις ζωές και στις ψυχές των ανθρώπων. Το γεγονός δηλαδή ότι οι πιστοί έχουν σε τέτοιο βαθμό εσωτερικεύσει τους κανόνες του θρησκευτικού δόγματος ώστε να είναι σε θέση να υποκαθιστούν οικειοθελώς ακόμη και την ίδια την πρακτική της εξομολόγησης στον ιερωμένο αλλά και την επιβολή της όποιας τιμωρίας από εκείνον. Θα έλεγα ότι η πρακτική της δημόσιας αυτοκριτικής στην οργανωμένη Αριστερά (θα έπρεπε να) βρίσκεται στο διαμετρικά αντίθετο σημείο.
Πρώτα απ’ όλα, κάτι αυτονόητο. Η αυτοκριτική της Αριστεράς δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την αυτοτιμωρία. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι αντιθέτως, όσο κι αν εκ πρώτης όψεως φαίνεται παράδοξο, η αυτοκριτική στην Αριστερά είναι πρώτα και κύρια μια αυτοεπιβεβαίωση. Η Αριστερά κατά κανόνα υποβάλλει τον εαυτό της σε αυτοκριτική κατόπιν μιας σημαντικής ήττας. Ακριβώς επειδή μια ήττα της Αριστεράς εξ ορισμού σημαίνει νίκη των δυνάμεων που εκπροσωπούν το (καπιταλιστικό) κοινωνικο-πολιτικό καθεστώς, η Αριστερά δεν έχει την πολυτέλεια μετά την ήττα της να κλειστεί στο καβούκι της και να γλείφει τις πληγές της. Η ενεργητική παρουσία της καθίσταται ακόμη πιο απαραίτητη ιδίως όταν ενισχύεται το κοινωνικο-πολιτικό καθεστώς. Οσο κατακριτέα και αν είναι τα σφάλματα που μπορεί να οδήγησαν σε μια ήττα της Αριστεράς, ακόμα πιο ασυγχώρητη είναι η ηττοπάθεια μετά την ήττα. Για την Αριστερά, είναι από τις περιπτώσεις όπου (θα έπρεπε να) ισχύει το γνωστό: Ο,τι δεν τη σκοτώνει, την κάνει πιο δυνατή. Εκτός εάν τη σκοτώνει.
Τα παραπάνω με τη σειρά τους σημαίνουν ότι η ίδια η –ούτως ή άλλως απαραίτητη– αυτοκριτική της Αριστεράς θα έπρεπε να έχει έναν πρώτιστα πρακτικό χαρακτήρα. Οι θεωρητικές συζητήσεις για το τι έφταιξε, αν δεν ενσωματώνονται σε συγκεκριμένες ενέργειες θεσμικού ή οργανωτικού είδους, μοιραία θα αποτελούν σκέτη μεμψιμοιρία. Κατά την άποψή μου, η δημιουργία του κόμματος της Νέας Αριστεράς ήταν πρώτα και κύρια μια αξιέπαινη ενέργεια πρακτικής αυτοκριτικής. Η συγκρότηση από την αρχή ενός νέου κόμματος απολύτως ξεχωριστού από τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια έμπρακτη παραδοχή ότι στον ΣΥΡΙΖΑ είχαν συντελεστεί από την πλειονότητα των συμμετεχόντων αυτοκαταστροφικά λάθη, που δεν μπορούσαν να επανορθωθούν παρά μόνο με τη δημιουργία νέου κομματικού φορέα.
Πιο συγκεκριμένα, η θεμελιακά αυτοκριτική διάσταση της συγκρότησης του νέου κόμματος φάνηκε κατά το ιδρυτικό (Νοέμβριος 2024) και το προγραμματικό (Ιανουάριος 2026) συνέδριο, με τις ακόλουθες ενέργειες: Στο πρώτο, με την επαναφορά της αρμοδιότητας της εκλογής προέδρου και Κεντρικής Επιτροπής στο ίδιο το συνέδριο – η κατάργηση της οποίας στο 3ο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ (Απρίλιος 2022) ήταν αδιαμφισβήτητα η κύρια μεμονωμένη πράξη που, κατά κωμικοτραγικό τρόπο αποδεδειγμένα, είχε οδηγήσει εκείνο το κόμμα στην (αυτο)καταστροφή. Και στο δεύτερο, υπάρχει ένα σημείο στην Πολιτική Απόφαση που διευκρινίζει κατά τρόπο εντυπωσιακά σαφή πως πρέπει να αποφεύγονται οι δομές και οι πρακτικές του αρχηγισμού: «…προσωποπαγή κόμματα και προσωποκεντρικές στρατηγικές που έχουν αποδειχθεί ήδη αποτυχημένες στο παρελθόν…».
Ας έρθουμε στην πρακτική αυτοκριτική ως αυτοεπιβεβαίωση τώρα. Αν θέλουμε να είμαστε λιγάκι προσγειωμένοι στην πραγματικότητα, το πιο πιθανό (σε αυτά τα ζητήματα δεν μπορεί να υπάρχει βεβαιότητα ούτως ή άλλως) είναι ότι στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν γίνουν αυτές, εκτός από το ΠΑΣΟΚ που τώρα είναι αξιωματική αντιπολίτευση, όλα τα κόμματα πλην της Ν.Δ., ήδη υπάρχοντα ή «υπό ίδρυση», θα λάβουν μονοψήφιο ποσοστό έκαστο. Ακόμη και αν κάποια εξ αυτών συμμαχήσουν ή συνεργαστούν εκλογικά, η περίπτωση να συγκεντρωθεί ποσοστό ικανό να εκδιώξει την κυβέρνηση της Δεξιάς είναι μάλλον εξωπραγματική. Οι επόμενες εκλογές λοιπόν δεν είναι δυνατόν να αποτελούν επιχείρημα για το μέλλον –πόσο μάλλον για το παρόν– της Αριστεράς. Η δημιουργία και η ύπαρξη της Νέας Αριστεράς είναι μια ζωντανή απόδειξη πως η αληθινή ελπίδα για τις λαϊκές τάξεις στη ζοφερή πραγματικότητα που μας περικλείει είναι η Αριστερά που αναγνωρίζει έμπρακτα τα λάθη της. Και όχι ένας πρώην αριστερός πρωθυπουργός που κατά δήλωσή του τώρα αγωνίζεται για έναν δημοκρατικό καπιταλισμό. Και που το κοινωνικο-πολιτικό καθεστώς εκμεταλλεύεται τη φιλοδοξία του προκειμένου να καταστρέψει και τα –όποια– τελευταία απομεινάρια της Αριστεράς.