Macro

Υπεραξίες θανάτου

Excess mortality. Υπερβάλλουσα θνησιμότητα. Αυτό είναι το πιο χοτ στατιστικό τρεντ (πολλά γκρίκλις μαζί, ε;) που επέβαλε η πανδημία στην καθημερινότητά μας. Αν και κανείς δεν μπορεί να πει με σαφήνεια ποιο ακριβώς μέτρο θνησιμότητας είναι «κανονικό» ή «φυσιολογικό», η Eurostat, η ΕΛΣΤΑΤ και όλες οι στατιστικές υπηρεσίες στις «πολιτισμένες» κοινωνίες και αναπτυγμένες οικονομίες του κόσμου μετρούν με ζήλο και με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τις υπεραξίες θανάτου που αποδίδει η ίδια η ασθένεια. Ή η αδυναμία των συστημάτων υγείας και η εγκληματική αδιαφορία των κυβερνήσεων να αποτρέψουν την ακραία συνέπεια της Covid-19. Η στατιστική δεν διαχωρίζει το αιτιακό βάρος κάθε συνιστώσας στην παραγωγικότητα του θανάτου. Δεν θέλει ή δεν μπορεί. Απλώς καταγράφει.
Για να είμαστε ειλικρινείς, αυτό δεν είναι κάτι εντελώς καινούργιο. Από τα προϊστορικά χρόνια και τα πρώτα έθιμα περί τη γέννηση και τον θάνατο, την τεκνοθεσία και την ταφή, οι μικρές ανθρώπινες κοινότητες αντιμετώπιζαν τη ζωή σαν ένα τέρμιναλ ακατάπαυστων αφίξεων και αναχωρήσεων, που το ισοζύγιό του παραμένει για χιλιετίες πλεονασματικό υπέρ των πρώτων, παρά τα αιματηρά διαλείμματα επιδημιών, γενοκτονιών, πολέμων που απάλλασσαν τις κοινωνίες και τους κυριάρχους τους από πλεονάζον ανθρώπινο φορτίο.
Ο παρεξηγημένος και παρερμηνευμένος Μάλθους προσπάθησε να εξηγήσει το παράδοξο της «υπερβάλλουσας ανθρωπότητας» στις συνθήκες του πρωτόγονου βιομηχανικού καπιταλισμού. Η ακατέργαστη ουτοπία του άνοιξε ένα παράθυρο ρεαλισμού στη δυστοπία του μέλλοντός -ή του παρόντος μας;- στην οποία ο ανθρώπινος πληθυσμός φτάνει σε ένα όριο που οι γήινοι πόροι δεν φτάνουν για να τον συντηρήσουν πια. Δύσκολα θα μπορούσε να φέρει κανείς αντίρρηση σήμερα σ’ αυτό. Ακόμη και οι υπεράνω μαλθουσιανικού στίγματος οπαδοί της αποανάπτυξης, οι τεχνοπολιτικοί της πράσινης μετάβασης ή οι πολιτικές του ενός τέκνου που για δεκαετίες επιβάλλονταν στην Κίνα ελάχιστα απέχουν από τον πυρήνα της ανάλυσης του καημένου Ρόμπερτ Τόμας Μάλθους.
Από τη στιγμή, λοιπόν, που οι ταξικά ιεραρχημένες κοινωνίες αντιλήφθηκαν ότι ο πλούτος κάθε έθνους είναι ο πληθυσμός του- δηλαδή το παραγωγικό δυναμικό του-, η ανάγκη να μετριέται κι αυτός με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, δίπλα στους όγκους των σιτηρών, των ορυκτών, των μεταλλευμάτων, των πρώτων υλών, των βιομηχανικών αγαθών, των εισαγωγών, των εξαγωγών ή του χρήματος, κατέστησε τα ληξιαρχεία το ίδιο απαραίτητα με τα δημόσια θησαυροφυλάκια, τα γενικά λογιστήρια του κράτους και τα λογιστήρια των επιχειρήσεων. Το μεγάλο βιβλίο του κόσμου, όπου ο ληξίαρχος σημειώνει αφίξεις και αναχωρήσεις, γεννήσεις και θανάτους, είναι το βιβλίο εσόδων- εξόδων της αστικής βιοπολιτικής.
Η υπερβάλλουσα θνησιμότητα της πανδημίας που μετρούν οι ευρωπαϊκές στατιστικές εκπέμπει κάτι καθησυχαστικό και κάτι ανησυχητικό ταυτόχρονα. Γιατί υπάρχει μια ανατριχιαστική αναλογία ανάμεσα στο επίπεδο ανάπτυξης και πλούτου κάθε χώρας με τις «υπεραξίες θανάτων» που αποδίδει. Τον Οκτώβριο, για παράδειγμα, η υπερβάλλουσα θνησιμότητα ήταν από 2% έως 10% για τις σκανδιναβικές χώρες, τη Γαλλία ή τη Γερμανία, 25% για την Ελλάδα, 50% για τις βαλτικές χώρες, 75% για τη Βουλγαρία και 110% για τη φτωχότερη χώρα της Ευρώπης, τη Ρουμανία. Ναι, ναι, βέβαια, παίζουν ρόλο και τα εμβόλια και η κατάσταση των συστημάτων υγείας, αλλά το βασικό μήνυμα που εκπέμπει το πλεόνασμα θανάτων είναι ότι τελικά μάλλον φταίνε οι ίδιοι οι λαοί για τη φτώχεια τους, την καθυστέρησή τους και την υπερβολική έκθεσή τους στους εκτός «κανονικότητας» θανάτους. Εμμέσως, η ψυχρή στατιστική αφήνει το άθλιο υπονοούμενο ότι κάποιοι πληθυσμοί μάλλον το αξίζουν αυτό το θανατικό. Κι αν η στατιστική απλώς το υπονοεί, ο ασεβής Μωυσής το λέει σχεδόν κυριολεκτικά: οι ανεμβολίαστοι είναι άξιοι της τύχης τους. Και η ελληνική υπερβάλλουσα θνησιμότητα είναι το δίκαιο αντίτιμο της ελευθερίας των υπολοίπων να λουστούμε ανέμελα στο φως των εκατομμυρίων χριστουγεννιάτικων λαμπιονιών. Να ψωνίσουμε, να φάμε, να πιούμε να αυξήσουμε τους τζίρους, να συντηρήσουμε το τέμπο της ανάπτυξης, να κάνουμε την Ελλάδα παγκόσμιο επενδυτικό χαμπ, να αξιοποιήσουμε τα 70 δισ. του ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης, να πρασινίσουμε και να ψηφιοποιηθούμε μέχρι εξαϋλώσεως και εντέλει να χεστούμε στο τάλιρο. Στο κάτω κάτω δεν είμαστε και Ρουμανία…
Η καθημερινή τελετουργία της ανακοίνωσης των αριθμών της πανδημίας, η καταγραφή του «πλεονάσματος θανάτων» που παράγει η Covid-19, έχει κι αυτή την αναπόφευκτη λειτουργία. Αν ο πρώτος θάνατος από κορονοϊό πριν περίπου 20 μήνες αναγγέλθηκε με πανικό και δέος, δίνοντας στον πρώτο νεκρό και τους λίγους που ακολούθησαν τον ελάχιστο σεβασμό που δικαιούνταν, ένα δίκαιο ξόδι για τις «αχρείαστες απώλειες» που θα ’λεγε κι ο κυνικός Μωυσής, οι σχεδόν 20.000 που ακολούθησαν μετατράπηκαν σε στατιστική.
Η τρομακτική εξοικείωσή μας με την «υπερβάλλουσα θνησιμότητα», που συνοδεύεται από υπογραμμίσεις για τη μεγάλη ηλικία ή την ιδιοτροπία των αδικοχαμένων να μένουν ανεμβολίαστοι, «καταλαμβάνοντας για εβδομάδες τα κρεβάτια των ΜΕΘ», καταλήγει σ’ έναν απάνθρωπο συμβιβασμό μας με μια υπόρρητη πολιτική «υπερβάλλουσας βιωσιμότητας»: κάποιοι περισσεύουν λόγω επιλογών, ηλικίας, πετριάς, πνευματικής υστέρησης, έλλειψης παραγωγικότητας, χαμηλών δεξιοτήτων, αδυναμίας να προσαρμοστούν στον γενναίο νέο κόσμο. Και κάποιοι αποφασίζουν ποιων οι ζωές τιμολογούνται τόσο χαμηλά, ώστε η χρησιμότητά τους εξαντλείται στην παραγωγή υπεραξιών θανάτου.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
Λανθασμένα πίστευε πως το όνομα θα έπρεπε να βρίσκεται στον χθεσινό κατάλογο, και τώρα βρισκόταν μπροστά στο απίστευτο σκάνδαλο του ανθρώπου που έπρεπε να πεθάνει πριν από δυο μέρες και αυτός εξακολουθούσε να είναι ζωντανός. Και δεν ήταν αυτό το βασικό. Ο διαβολεμένος ο τσελίστας, που από τότε που γεννήθηκε είχε σημαδευτεί για να πεθάνει νέος, σαράντα εννέα μόλις ανοίξεων, τώρα έκλεινε ξεδιάντροπα τα πενήντα, διαψεύδοντας έτσι το πεπρωμένο, τη μοίρα, το κισμέτ και όλες τις υπόλοιπες δυνάμεις που έχουν αφιερωθεί στο να αντιτίθενται με όλα τα ηθικά και ανήθικα μέσα στην τόσο μα τόσο ανθρώπινη θέλησή μας να ζήσουμε. Ηταν μια ολοκληρωτική ατίμωση. Και τώρα πώς θα επανορθώσει μια παρέκκλιση που δεν μπορεί να έχει συμβεί, σε μια περίπτωση που δεν έχει προηγούμενο και τίποτα δεν προβλέπει κάτι παρόμοιο στους κανονισμούς, αναρωτιόταν η θάνατος, κυρίως γιατί έπρεπε να είχε πεθάνει στα σαράντα εννιά του χρόνια και όχι στα πενήντα που είναι σήμερα. Ηταν φανερό πως η καημένη η θάνατος ήταν μπερδεμένη, συγχυσμένη και λίγο έλειψε να χτυπήσει το κεφάλι της στον τοίχο από τη στενοχώρια. Σε τόσες χιλιάδες αιώνες διαρκούς δραστηριότητας ουδέποτε της είχε συμβεί λειτουργικό σφάλμα, και τώρα, πάνω ακριβώς που εισήγαγε κάτι νέο στην κλασική σχέση των θνητών με την αυθεντική causa mortis, εκείνη δεχόταν το πιο σκληρό χτύπημα.
Ζοζέ Σαραμάγκου, «Περί θανάτου»

ΚΙΜΠΙ